Η σχεδία
Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που της συνέβαινε. Έμενε ν’ απορεί με την ανταπόκριση του κορμιού της, με την αντοχή του, με το πόσο τον ήθελε αυτόν τον άντρα, που μπήκε από το πουθενά στη ζωή της. Δεν είχε φανταστεί, ούτε στα πιο τρελά της όνειρα, πως θα πέρναγε νύχτες ολόκληρες άγρυπνη, μια να βουλιάζει στον έρωτά του και μια να αναδύεται από αυτόν.
Ερχόταν πάντα νύχτα να τη βρει, κάνοντας –έτσι- τις μέρες της υπέροχες: είχε κάτι να περιμένει, και όλα της φαίνονταν όμορφα. Ο κόσμος έμοιαζε αλλιώς, είχε χαθεί η γκριζάδα και η ασχήμια του. Οι λιακάδες ήταν λιακάδες και οι βροχές λιακάδες επίσης. Είχε την αίσθηση πως ακόμα κι ο ήλιος την είχε ερωτευτεί και είχε εγκατασταθεί, για τα καλά, στα μάτια και την καρδιά της.
Όταν έσμιγαν, το σιδερένιο κρεβάτι γινόταν σχεδία και πότε αρμένιζε σε θάλασσα αγριεμένη, καβαλώντας την κορφή των κυμάτων, πότε έπλεε σε ήρεμα νερά, τόσο διάφανα που μπορούσε να βλέπει τα κοράλλια στο βυθό και πολύχρωμα ψαράκια να κολυμπούν τριγύρω τους. Τα μάτια του ήταν η θάλασσά της, τα χέρια του το πανί της, το κρεβάτι τους η σχεδία της. Κι εκείνη η ναυαγός που σώθηκε από τον Τιτανικό.
Όταν χωνόταν μέσα στη μεγάλη του αγκαλιά ένοιωθε ασφαλής και προστατευμένη. Την είχε ρωτήσει: «Τι νοιώθεις όταν σε κρατάω;». «Νοιώθω πως είμαι σπίτι μου», απάντησε. Κι έτσι ακριβώς αισθανόταν. Κι ήταν όμορφο αυτό το σπίτι. Είχε ποιήματα γραμμένα μόνο για εκείνη, τραγούδια τραγουδισμένα μόνο για εκείνη. Εκεί την αγαπούσαν έτσι όπως ήταν: ατελής.
Προσπαθούσε να θυμηθεί πότε ήταν που την είχε κάνει αμετάκλητα δική του, ποια στιγμή ακριβώς ένοιωσε πως του ανήκε, πως μπορούσε –επιτέλους- ν’ ανήκει σε κάποιον, πως ήθελε να ανήκει σ’αυτόν. Δεν ήξερε, δεν ήταν δυνατό ν’ αποφασίσει, δεν μπορούσε να διαλέξει μόνο μια. Το μόνο που ήξερε ήταν πότε τον ερωτεύτηκε. Ω, ναι, αυτή τη στιγμή μπορούσε να την προσδιορίσει με ακρίβεια δευτερολέπτου. Ήταν όταν της μίλησε, στη δροσιά μια ανοιξιάτικης νύχτας κάτω απ’ τ’ άστρα, για το μικρό αγόρι που ήταν κάποτε.
Μιαν άλλη νύχτα, κρατώντας τη χορτασμένη στην αγκαλιά του, της είπε:
-Σκέφτομαι τι θα είχε γίνει αν είχαμε γνωριστεί νωρίτερα στη ζωή μας. Νομίζω πως θα σε ερωτευόμουν πολύ και θα υπέφερα για σένα.
-Μπορεί να είχαν γίνει όλα και τίποτα. Μπορεί να είχαμε κάνει τρεις κόρες και ν’ αγαπιόμαστε ακόμα ή μπορεί να είχαμε χωριστεί από τον πρώτο μήνα. Εγώ χαίρομαι που συνέβη τώρα, γιατί μπορεί να κρατήσει για πάντα. Η ηλικία μας, μέσα σ’ όλα, έχει κι ένα καλό: κάνει το «για πάντα» να μην ακούγεται τόσο ουτοπικό.
(Σου διάβασα το «Όμορφη Πόλη» των Μίκη και Γιάννη Θεοδωράκη, που ζήτησε ο Όλβιος Φεναιάτης. Το ακούς στην εκτέλεση του Πέτρου Πανδή).
Η Αλίκη ήταν στην πρέζα και την Κοκκινοσκουφίτσα τη γάμησε ο λύκος

Ξύπνησε κάθιδρος, τρέμοντας. Αυτό ήταν, συλλογίστηκε, ο ύπνος του είχε χαθεί. Θα βρυκολάκιαζε την υπόλοιπη νύχτα. Το κορμί του πονούσε, κάθε γαμημένος μυς του, λες και ήταν τυλιγμένος με σύρμα αγκαθωτό. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε, τρικλίζοντας, στην κουζίνα. Άνοιξε τη βρύση και έσκυψε να πιει λαίμαργα νερό. Πήρε μια κοκακόλα από το ψυγείο και πήγε στο σαλόνι.
Άπλωσε το χέρι του για τα σύνεργα από το χαμηλό τραπεζάκι μπροστά του κι έστριψε ένα τσιγάρο. Ένοιωθε κατάκοπος, καταθλιμμένος και θυμωμένος. Κυρίως θυμωμένος. Η γκόμενα ήταν απίστευτη, τον είχε δυο ώρες στη χρηστομάθεια. Ωραία γκόμενα, εντάξει, αλλά σπασαρχίδω, αδελφάκι μου. Τσουρέκια του τα έκανε με την πολυλογία της. Άσε μας, κορίτσι μου, τις «βλαβερές συνέπειες» της πρέζας τις ακούω και από τη μάνα μου, δεν μου χρειάζεται να με ψέλνει κι η γκόμενα. Άντε γεια!
Όσο περνούσε η ώρα, τόσο εκνευριζόταν. Είχε χαθεί κι ο μαλάκας ο Μάκης, και στο σπίτι δεν υπήρχε ούτε κόκκος, πώς θα την έβγαζε; Έπιασε το τηλεκοντρόλ και άνοιξε την τηλεόραση. Τελεμάρκετινγκ στα περισσότερα κανάλια. Μα ποιος κάθεται και βλέπει τέτοιες μαλακίες στις 3 το πρωί; Πρέπει να υπάρχουν πολλοί απελπισμένοι που παρηγοριούνται χαζεύοντας όλες αυτές τις αηδίες.
Πήρε το κινητό και κάλεσε το Μάκη. Τι μαλάκας! Το είχε κλειστό. Πέταξε τη συσκευή εκνευρισμένος στην άλλη άκρη του καναπέ. Έγειρε πίσω και στύλωσε τα μάτια στο ταβάνι. Εντόπισε μια μικρή, τόση δα ρωγμή, δίπλα στο γύψινο από το οποίο κρεμόταν το φωτιστικό. Όσο την κοίταζε, τόσο του φαινόταν πως μεγάλωνε και άπλωνε. Την κοίταζε απορροφημένος μέχρι που τα μάτια του πόνεσαν από το φως της λάμπας.
Άρχισε να κρυώνει, έριξε μια ματιά στη μπαλκονόπορτα να δει μήπως ήταν ανοιχτή. Κλειστή. Και το καλοριφέρ ήταν σβηστό τέτοια ώρα. Μα… όχι, λάθος. Δεν άναβαν καλοριφέρ τον Ιούλη. Ιούλης δεν ήταν; Πόσες του μήνα; Προσπάθησε να θυμηθεί, αλλά το μυαλό του έμοιαζε με κρύα σούπα.
Ξανακάλεσε το Μάκη. Καμία απάντηση. Βλαστήμησε δυνατά. Πού σκατά είναι ο μαλάκας; Ξέρει πως δεν έχω, ξέρει πως χρειάζομαι. Σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω -κάτω στο δωμάτιο, σαν εκείνη την τίγρη που είχε δει μικρός στο ζωολογικό κήπο -ο θεός να τον κάνει- της Φλώρινας. Το κλουβί ήταν μικρό για την τίγρη και το δωμάτιο μικρό για εκείνον.
Έστριψε άλλο ένα τσιγάρο, χωρίς να την ακούσει και πάλι. Ημίμετρα. Το δεξί του χέρι τινάχτηκε ανεξέλεγκτα, κρύωνε ακόμα και του ερχόταν εμετός. Το Μάκη, μόνο να εύρισκε το Μάκη και όλα θα περνούσαν. Όσο προχωρούσε η ώρα ένοιωθε χειρότερα. Το πήρε απόφαση, θα έβγαινε στη γύρα, κάτι θα εύρισκε. Φόρεσε ένα παντελόνι κι ένα μπλουζάκι με μακρύ μανίκι, έριξε στην τσέπη του ό,τι λεφτά υπήρχαν σπίτι και το χρυσό βραχιόλι της μάνας του που είχε καβατζώσει την Παρασκευή από το σπίτι της. Βγήκε στο δρόμο, χτυπώντας πίσω του την πόρτα και τον κατάπιε το σκοτάδι. Όπως τον κακό στα νουάρ μυθιστορήματα, σκέφτηκε.
Τους είδε στην πλατεία. Τον έναν τον ήξερε, είχε αγοράσει από αυτόν κι άλλη φορά. Τους πλησίασε. Μετρητά, βραχιόλι και σκόνη άλλαξαν γρήγορα χέρια. Γύρισε σπίτι του σχεδόν τρέχοντας.
Έβγαλε την μπλούζα του και κάθησε στο πάτωμα, ακουμπώντας την πλάτη στον καναπέ. Άνοιξε το τσίγκινο κουτί από σοκολατάκια που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έβγαλε τα σχετικά. Ετοίμασε το διάλυμα και έσφιξε το λάστιχο στο μπράτσο του. Έκανε την ένεση και έριξε το κεφάλι πίσω με τα μάτια μισόκλειστα.
Ένοιωσε τη γνώριμη ζεστασιά να τον πλημμυρίζει. Το στόμα του ξεράθηκε, τα χέρια και τα πόδια του έγιναν ασήκωτα από το βάρος. Λίγο πριν βυθιστεί είδε το όμορφο πρόσωπο της Ελένης να τον κοιτά θλιμμένα. «Μη με κοιτάς έτσι», ψιθύρισε, «σαν την καλή νεράιδα του παραμυθιού. Είναι καιρός που ανθίστηκα πως νεράιδες δεν υπάρχουν και πως τα παραμύθια είναι μούφα. Αν δεν το ξέρεις, να στο πω εγώ: η Αλίκη ήταν στην πρέζα και την Κοκκινοσκουφίτσα τη γάμησε ο λύκος».
(Σου διάβασα το «White Rabbit» των Jefferson Airplane, που ζήτησε ο Vangelakas)
Πέντε κολλυβογράμματα

Χτες βράδυ ονειρεύτηκα τη νόνα μου τη Μαρουσώ. Ήρθε στον ύπνο μου με τη φαρδιά φούστα και το στενό, κοντό ζακετάκι της, με τη βαριά κοτσίδα των λευκών μαλλιών, πλεγμένο στεφάνι στο κεφάλι της. Καθόταν στην πολυθρόνα της, κάτω απ’ τη σκιά της κληματαριάς, στην αυλή του σπιτιού στο χωριό, όπως τη θυμόμουν από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.
Θάμουν 4-5 χρονών, καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι στα πόδια της, αυγουστιάτικο απομεσήμερο, με ένα ροδάκινο στο χέρι, να τρώω και να στάζουν τα ζουμιά στο γυμνό στήθος και στο κάτασπρο βρακάκι, πριν πέσουν στο χώμα και ζυμωθούν εκεί σε λάσπη ευωδιαστή, από μικρά δαχτυλάκια πατούσας πεισματάρικης.
Μιλούσε κι έπλεκε η νόνα μου, έπλεκε και μιλούσε. «Να μάθεις γράμματα, Μαρία μου, ευχή και κατάρα σου δίνω, να μάθεις γράμματα».
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα, κάθε απομεσήμερο κάθε καλοκαιριού. Εκείνο το καλοκαίρι που τη ρώτησα θάκλεινα τα δεκάξι. «Τόσα χρόνια, βρε νόνα, μου τριβελίζεις το μυαλό. Τόσος μεγάλος καημός σου είναι τα γράμματα;»
Κατέβασε τα γυαλιά χαμηλά στη μύτη της και με κάρφωσε με τα ζωηρά, πράσινα μάτια της. «Άκου με, Μαρία. Μεγάλη κοπέλα είσαι πια. Άκου με και θα καταλάβεις.
Εγώ σχολειό δεν πήγα, το ξέρεις. Άλλοι καιροί, άλλα μυαλά και το μυαλό του κύρη μου το πιο στενό απ’ όλα. «Δε χρειάζεται γράμματα το κορτσούδι», έλεγε. «Μόνο να μάθει να δουλεύει στο σπίτι και στο μποστάνι, να καλοπαντρευτεί και ν’ αναστήσει παιδιά. Δε χρειάζονται γράμματα για δαύτα».
Κι εγώ, τότενες, ζούδι ήμουνα, μη νομίζεις. Δεν κάτεχα πόσο μεγάλο πράμα είναι τα γράμματα, πως μισερός είσαι άμα δεν τα κουλαντρίζεις. Έλεγε κι η μάνα μου πως για καλό μου ήταν, πως δε θα χαλνούσα τα μάτια μου με τα διαβάσματα στο φως της λάμπας, καμάρωνα κι εγώ που δε φορούσα ματογυάλια σαν την Αναστασώ, τη θυγατέρα του δάσκαλου. Και σχολειό δεν πήγα, ούτε μια μέρα.
Και μετά ήρθε εκείνο το καλοκαίρι, που θάμουνα γύρω στα είκοσι κι όμορφη, Μαρία μου, αληθινά όμορφη. Παίρνανε και δίνανε τα προξενιά κι εγώ τα γύριζα πίσω, γιατί κανέναν δεν αγαπούσα, για κανέναν δε χόρευε η καρδιά μου. Μέχρι που τον είδα, κι άρχισε τρελό χορό.
Ήταν πρωτοξάδερφος της Αναστασώς. Ερχόταν τα καλοκαίρια, τον ήξερα, αλλά μόνο εκείνο το καλοκαίρι τον είδα μ’ άλλα μάτια: τα μάτια της ερωτευμένης γυναικός.
Και για να μη στα πολυλέω, πολύ αγαπηθήκαμε. Κάθε μεσημέρι που κοιμόταν ο κύρης μου, βρισκόμαστε στο ποτάμι. Και κάθε νύχτα στο γιοφύρι, ξέρεις, αυτό στο έμπα του χτήματος. Κάποιος μας είδε, τόπε του κύρη μου κι έγινε τούρκος. Μ’ έκλεισε στο κατώι και μόνο ψωμί και νερό άφηνε τη μάνα να μου δίνει.
Την πέμπτη νύχτα της φυλάκισής μου κάποιος πέταξε μια πέτρα στο δωμάτιο, απ’ το μικρό φεγγίτη. Πετάχτηκα απ’ το στρώμα τρομαγμένη κι έφερα τη λάμπα ένα γύρω να δω. Τη βρήκα κοντά στο τραπέζι κι είχε ένα χαρτί τυλιγμένο γύρω της. Ένα τσαλακωμένο χαρτί ήταν, γιομάτο γράμματα, από πάνω ίσαμε κάτω. Γράμματα που δεν μπορούσα, που δεν ήξερα να διαβάσω.
Δεν έμαθα τι έγραφε, παρά όταν ήταν πολύ αργά. Εκείνος είχε φύγει κι ο κύρης μου μ’ ελευθέρωσε. Δικιά του ήταν η γραφή και μου τη διάβασε η Αναστασώ. Μούγραφε πως θα έφευγε και πως ήθελε να πάω μαζί του κι αν τόθελα κι εγώ νάβαζα τη λάμπα στο φεγγίτη, να τη δει και νάρθει να με πάρει από του κύρη μου τη φυλακή.
Εκείνος δεν είδε ποτέ τη λάμπα μου να φέγγει τη νύχτα κι εγώ δεν έμαθα ποτέ πως ξενυχτούσε κάθε βράδυ περιμένοντας, κρυμμένος πίσω από την καρυδιά. Δεν ξανάρθε στο χωριό κι εγώ, τον επόμενο χρόνο, δέχτηκα τα προξενιά που μούστειλε ο παππούς σου. Δεν παραπονιέμαι, καλή ζωή έζησα κοντά του, όμως –κι ας με σχωρέσει ο Θεός- σαν τον άλλον ποτέ δεν τον αγάπησα.
Κι ακόμα κλαίω, καμιά φορά τα βράδια, Μαρία μου. Κλαίω τη λάμπα που δεν άναψε, την αγάπη που δεν έζησα, τη ζωή που έχασα για πέντε κολλυβογράμματα. Γι αυτό σου λέω, κοίτα να μορφωθείς εσύ. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θ’ αποφασίσει η αγάπη να σου πέψει γραφή».
Χτες βράδυ ονειρεύτηκα τη νόνα μου τη Μαρουσώ. Ήρθε στον ύπνο μου με τη φαρδιά φούστα και το στενό, κοντό ζακετάκι της, με τη βαριά κοτσίδα των μαύρων μαλλιών, πλεγμένο στεφάνι στο κεφάλι της. Ήταν κλεισμένη στο κατώι του σπιτιού της, κρατούσε ένα τσαλακωμένο χαρτί και το διάβαζε. Κι ύστερα, σκαρφάλωσε σ’ ένα καφάσι και στήριξε τη λάμπα στο περβάζι του φεγγίτη. Και χαμογελούσε και το πρόσωπό της έφεγγε πιότερο κι απ’ τη λάμπα, πιότερο κι απ΄το γεμάτο φεγγάρι που κρεμόταν πάνω απ’ το σπίτι.
(Σου διάβασα το «Στόπα και στο ξαναλέω» που ζήτησε η Λουΐζα Κορνάρου. Το ακούς ΕΔΩ με τη φωνή της Μαρίζας Κωχ, όμως η δική μου η έμπνευση ήρθε από την τελευταία στροφή του τραγουδιού, όπως το λέει ο ακατονόμαστος).
Το μέσα σκοτάδι

Μπήκε στο σπίτι και κλείδωσε πίσω της την πόρτα, η γειτονιά είχε πάψει προ πολλού να είναι ασφαλής. Είχε αρχίσει, πάλι, να δουλεύει πολλές ώρες, ξέδινε στη δουλειά, όπως τότε, πριν αποφασίσει να χωρίσει. Δεν άντεχε να βρίσκεται μόνη στο σπίτι. Όταν συνέβαινε αυτό την πλάκωναν οι αναμνήσεις και τα ερωτηματικά, τη σκέπαζε εκείνο το τεράστιο «γιατί» και δεν την άφηνε ν’ αναπνεύσει. Και μετά ερχόταν το κλάμα και την έπαιρνε, μέχρι να την παραδώσει, νικημένη, σ΄ έναν ταραγμένο ύπνο.
Το πρωί στο γραφείο, σε ένα περιστατικό που άλλοτε θα την είχε εξαγριώσει, έμεινε απαθής. Κι αυτό την τρόμαξε. Πάντα της φοβόταν την απάθεια, αυτή την παγερή αδιαφορία για όλους και όλα και –πρώτα από κάθε τι- για τον εαυτό της. Ένοιωθε παγωμένη μέσα της, όμοια παγωμένη με τα πεζοδρόμια που πάνω τους έλειωνε το χιόνι των τελευταίων ημερών. Σαν ένα χέρι από κρύο ατσάλι να είχε πιάσει την καρδιά της στη χούφτα του και να μην της επιτρέπει να πάλλεται. Και μια μη παλλόμενη καρδιά δεν είναι ζωντανή.
Πήγε στην κουζίνα και έβαλε σ’ ένα ποτήρι τοματοχυμό. Έριξε λίγο πιπέρι επάνω και επέστρεψε στο καθιστικό. Άνοιξε την τηλεόραση και έκλεισε τον ήχο. Έσβησε τα φώτα και έμεινε εκεί, καθισμένη στον καναπέ με το ποτήρι στο χέρι, λουσμένη στο τρεμάμενο ασπρογάλανο φως της τηλεόρασης, κοιτώντας στο πουθενά. Κοιτώντας μέσα της, δηλαδή, και στο σκοτάδι που τη γέμιζε μέρα με τη μέρα.
Το ένοιωθε να την κυκλώνει, το είχε δει να καταπίνει φίλους της στο παρελθόν. Είχε διάφορα ονόματα, καθένας το έλεγε διαφορετικά. Εκείνη το έλεγε σκοτάδι. Γιατί τέτοιο ήταν. Κάλυπτε τα πάντα και πρώτα-πρώτα τα μάτια της. Δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ανθρώπους και χώρους. Κι όταν δεν βλέπεις κάτι, συχνά πιστεύεις πως δεν υπάρχει.
Είχε αλλάξει κι ο τρόπος που αντίκρυζε τα πράγματα. Η ομορφιά γύρω της φαινόταν σαν κάτι που έκρυβε πόνο και δάκρυα. Και έπαυε πια να είναι ομορφιά. Τα κοινωνικά προβλήματα είχαν πάψει να την απασχολούν, εκείνη, που είχε ταξιδέψει στις πιο απίθανες χώρες του κόσμου για να υποστηρίξει κινήματα και αγώνες, που είχε μαζέψει καφέ στη Νικαράγουα στα 19 της για να βοηθήσει τους Sandinistas, που η υπογραφή της υπήρχε φαρδιά - πλατιά κάτω από παντός είδους έκκληση και διαμαρτυρία. Και τώρα δεν έδινε δεκάρα για τίποτα. Το Θιβέτ καιγόταν, το Πεκίνο ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς μέσα στη γενική κατακραυγή κι εκείνη, απλά, αδιαφορούσε. Σκεφτόταν μόνο το e-mail.
Το δικό του το e-mail, το τόσο προσεκτικά γραμμένο, με όλες αυτές τις λέξεις που εκείνος ήξερε τόσο καλά να διαλέγει και να συνταιριάζει και να βάζει στη σειρά, ώστε να φτιάχνουν απόλυτα λογικές προτάσεις, μνημεία ορθολογισμού και «σωστής», πρακτικής σκέψης. Εκείνο το e-mail που της έλεγε πως θα ήταν καλύτερα χωρίς αυτόν στη ζωή της. Αν ήταν έτσι, γιατί την κουκούλωνε αυτό το σκοτάδι, που όσο περνούσε ο καιρός γινόταν πιο πηχτό;
Ήπιε μια γουλιά από το χυμό και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Ταξείδευε την επομένη, έπρεπε να ετοιμάσει βαλίτσα. Ο καιρός που περίμενε ανυπόμονα κάθε ταξείδι, είτε ήταν για δουλειά ή για ευχαρίστηση, είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Πάντα έφευγε με ελαφριά καρδιά και καλή διάθεση, τα ταξείδια ήταν ανέκαθεν από τα πράγματα που αγαπούσε στη ζωή και που για χάρη τους μπορούσε να θυσιάσει πολλά. Είχε γυρίσει το μισό κόσμο και έκανε όνειρα να επισκεφτεί και τον άλλο μισό. Όχι πια. Ακόμα και τα πιο αγαπημένα της, ακόμα και οι συνήθειές της οι πιο πολύτιμες είχαν χάσει την αξία και τη λάμψη τους. Τις είχαν χάσει μέσα στο σκοτάδι που ζύγωνε γοργά.
Η απώλεια, όμως, που την είχε πραγματικά θορυβήσει, ήταν αυτή της συνήθειάς της να κοιτάζει τους άλλους κατάματα με εμπιστοσύνη. Αφού «εκείνος» μπόρεσε να πει ψέματα, να υποκριθεί συναισθήματα, να δώσει άλλη έννοια σε λέξεις αρχαίες και τόσο παλιές όσο ο κόσμος και ο άνθρωπος, ποιόν άλλον θα μπορούσε να εμπιστευθεί; Κανέναν. Απολύτως κανέναν.
Έριξε βιαστικά δυο ρούχα σε μια χειραποσκευή και γύρισε στο σαλόνι. Άλλη μια γουλιά από το κόκκινο, πιπεράτο ποτό της και βλέμμα στο πίσω της φως. Γιατί μπροστά της και μέσα της υπήρχε πάντα το σκοτάδι, μαύρο και απειλητικό. Και προχωρούσε με άλματα.
Και σκέφτηκε πόσο εύκολο θα του ήταν να το κυνηγήσει και να το διώξει μακριά. Δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά πράγματα. Έφτανε μόνο ν’ ανεμίσει εκείνο το ζακετάκι για να σκορπίσει το σκοτάδι. Να το ανεμίσει, να το τινάξει και μετά να της το ρίξει στους ώμους.
(Σου διάβασα το «Not Dark Yet» του Bob Dylan, που ζήτησε ο Nick Athenian)
Η γυναίκα με το μαύρο μαντήλι

Ο Νικόλας εκτελέστηκε το χάραμα της 21ης Απριλίου του 1967, την ίδια ώρα που στην Αθήνα τα τανκς είχαν βγει στους δρόμους. Ο Νικόλας δεν πρόλαβε να μάθει για τη χούντα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το χωριό κρεμόταν στη μέση της διαδρομής για το βουνό, στην ανατολική πλαγιά. Πετρόχτιστο και γραφικό, καλοσυντηρημένο από τους νοικοκυραίους του, χιονισμένο τους χειμώνες και δροσερό τα καλοκαίρια, μάζευε πάντα τουρίστες στα πλακόστρωτα δρομάκια του. Και όλοι σταματούσαν να δροσιστούν και να τσιμπήσουν κάτι πρόχειρο στο καφενείο του Νικόλα.
Από τον πατέρα του κληρονομημένο, το καφενείο ήταν μια από τις πιο ανθηρές επιχειρήσεις του χωριού. Μα κι ο Νικόλας νοικοκυρόπαιδο, το είχε κάνει σωστό παλάτι: είχε ανανεώσει τον εξοπλισμό, είχε στηρίξει την κληματαριά που είχε φουντώσει και χάριζε παχιά σκιά στους πελάτες που ξαπόσταιναν από κάτω της. Είχε και τη μάνα του στην κουζίνα και μαγείρευε μεζέδες που τους σέρβιρε ο Νικόλας με τσίπουρο.
Είχε και μιαν αγάπη ο Νικόλας, μα ήταν κρυφή και παράνομη. Αγαπούσε τη Δόμνα, από τότε που ήταν 18 χρονών κι εκείνη 16. Και είχε, πια, κλείσει τα 40 κι η Δόμνα ήταν ήδη 20 χρόνια παντρεμένη με τον Μηνά, αδελφικό του φίλο και κουμπάρο. Ποτέ δε θέλησε να δέσει τη ζωή του με άλλη ο Νικόλας και είχε κρατήσει τον έρωτά του μυστικό από όλους, ακόμα και από εκείνη. Μέχρι πριν δυο χρόνια, στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής. Κάτι το κρασί, κάτι η γλύκα της καλοκαιριάτικης νύχτας, κάτι ο Μηνάς που ήταν φευγάτος στην Αθήνα να δει έναν συμβολαιογράφο, έγινε το μοιραίο. Καλό – κακό, δεν ήξερε ο Νικόλας, τίποτα δεν ήξερε πια. Μέχρι το όνομά του κόντεψε να ξεχάσει στην αγκαλιά της Δόμνας. Κι από τότε δεν είχαν αποχωριστεί. Πρόσεχαν πολύ να μη δώσουν δικαίωμα στο χωριό, συναντιόταν στη μέση της νύχτας, όταν ο Μηνάς και τα παιδιά της Δόμνας ήταν βυθισμένοι στον πιο βαθύ ύπνο. Έσμιγαν όπου μπορούσαν: στον αχυρώνα, στον πίσω τοίχο της αυλής, στην αποθήκη δίπλα στα εργαλεία του Μηνά. Δυο χρόνια κι ούτε μια νύχτα χαμένη, χωρίς έρωτα.
Έτσι κι εκείνη τη νύχτα. Την περίμενε στον αχυρώνα κι εκείνη φάνηκε στις δύο ακριβώς, όπως κάθε άλλη φορά. Έκαναν έρωτα σαν να ήταν η τελευταία τους φορά. Και ήταν, μόνο που κανείς τους δεν το ήξερε ακόμη.
Την άλλη μέρα το χωριό ήταν ανάστατο. Ο Φώτης ο Αστρίτης είχε βρεθεί σφαγμένος στο πέρασμα του Γέρακα. Την προηγούμενη μέρα μεθυσμένος τα είχε σπάσει στο καφενείο του Νικόλα, κι εκείνος τον πέταξε έξω. Κάποιος βρέθηκε να πει πως σαν να είχε πάρει το μάτι του το Νικόλα να τρέχει κοντά στον τόπο που έγινε το φονικό.
Τον συλλάβανε και τον πέρασαν από δίκη. Δεν είχε άλλοθι, η μάνα του είπε πως σηκώθηκε να πάει προς νερού της και ο Νικόλας έλειπε από το σπίτι: το κρεβάτι του ήταν απείραχτο. Η Δόμνα ήταν μέσα στην αίθουσα, με το Μηνά στο πλάι της, έναν Μηνά να απειλεί θεούς και δαίμονες και να ωρύεται για τη σίγουρη αθωότητα του φίλου του. Ο Νικόλας δεν έβγαλε άχνα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μόνο για μια στιγμή κοίταξε τη Δόμνα κατάματα.
Όταν ανακοινώθηκε η απόφαση που τον καταδίκαζε στην εσχάτη των ποινών, ο Μηνάς ξέσπασε σε λυγμούς και η Δόμνα άκουγε σα μαρμαρωμένη.
Ο Νικόλας εκτελέστηκε το χάραμα της 21ης Απριλίου του 1967, την ίδια ώρα που στην Αθήνα τα τανκς είχαν βγει στους δρόμους. Ο Νικόλας δεν πρόλαβε να μάθει για τη χούντα. Κάθε νύχτα, γύρω στις δύο, μια γυναίκα με ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, πάει στο νεκροταφείο και σπαράζει πάνω από τον τάφο του.
Την έχω δει και ψέματα δε λέω.
(Σου διάβασα το «The Long Black Veil» των Danny Dill και Marijohn Wilkin, τραγουδισμένο από τους Chieftains και τον Mick Jagger)
Ο Χορός

Ο άντρας σηκώθηκε να χορέψει. «Θα είναι για σένα», της είπε κι ανέβηκε στην πίστα. Τα όργανα έπιασαν το σκοπό και ο τραγουδιστής το τραγούδι.
Ο άντρας άνοιξε τα χέρια και άρχισε το χορό. Δύσκολα και με κόπο, σαν να σκεφτόταν τα βήματα, σαν να ζόριζε τον εαυτό του να τα θυμηθεί –αν τα είχε μάθει ποτέ. Διστακτικά και εκτός ρυθμού οργάνων, λες κι ακολουθούσε έναν εσωτερικό, δικό του σκοπό, μια μουσική που υπήρχε μόνο μέσα στο μυαλό του. Το κεφάλι διαρκώς κατεβασμένο, τα μάτια καρφωμένα στα πόδια, σαν να φοβόταν μην ξεστρατίσουν από τα βήματα, σαν να ήθελε να αποτρέψει την ελεύθερη κίνησή τους.
Η γυναίκα το κατάλαβε από τις πρώτες νότες. Δεν χόρευε για εκείνη, εκείνη δεν υπήρχε πουθενά στο χορό του. Για τον εαυτό του χόρευε, για το ένδοξο παρελθόν, το ζοφερό παρόν και το άδηλο μέλλον του. Για τις επιλογές του μέσα στα χρόνια, που –απεγνωσμένα- προσπαθούσε να πείσει (ποιον άλλον παρά τον ίδιο) πως ήταν σωστές. Για τα αισθήματά του τα ανύπαρκτα ή τα τόσο ρηχά, που δεν ήταν περισσότερο βαθιά από τις ρυτίδες στο μέτωπό του. Για τη δειλία του να αντιμετωπίσει τα μάτια της, σε μια πρόσωπο με πρόσωπο εξήγηση. Για το τηλεφώνημα που θα έκανε την επόμενη μέρα. Για το χιόνι που έπεφτε έξω. Για το χιόνι που είχε καλύψει τα πάντα μέσα του.
Και που θα έμενε εκεί, όλες τις χαραυγές της υπόλοιπης ζωής του.
Και που ποτέ, ποτέ δεν θα έλειωνε.
(Σου διάβασα το παραδοσιακό «Ωραία πούναι την αυγή»)
Άννα

Το σκάφος έδεσε στον προβλήτα και κατέβασε τη σκάλα. Ο καπτα-Μηνάς την ειδοποίησε: «Φτάσαμε, κούκλα μου». Η Άννα βγήκε και έριξε μια ματιά στο λιμάνι πριν κατέβει. Το νησί, φρεσκοπλυμένο απ΄ την πρωινή βροχή, στέγνωνε σιγά-σιγά κάτω από τον αδύναμο ήλιο. Ερημιά στο λιμάνι. Και θλίψη. Τα ίδιο και μέσα της.
Δεν είχε έρθει ποτέ μόνη της στο νησί. Και πάντα ερχόταν καλοκαίρι. Μόνο μαζί του, μόνο με τον Παύλο είχε δει τη χειμωνιάτικη όψη του τόπου, τότε, δυο έτη φωτός πριν. Της φαινόταν τόσο μακρινό και τόσο κοντινό συνάμα.
Ο καπτα-Μηνάς της είπε πως σε δυο ώρες θα γύριζε απέναντι κι αν ήθελε να επέστρεφε μαζί του. Του είπε πως θα έμενε μια, δυο μέρες στο νησί, να το χαρεί. «Τι να χαρείς, κυρά μου, χειμωνιάτικα; Θα σε φάει η μοναξιά εδώ πέρα». Η Άννα του χαμογέλασε, σήκωσε το σάκο της και προχώρησε προς το μικρό ξενοδοχείο που θυμόταν τόσο καλά, εκεί, στο δεύτερο στενό μετά τη μικρή πλατεία. Η κυρά-Μαρία, στο γκισέ της υποδοχής δεν έδειξε να την αναγνωρίζει. Τόσο πολύ είχε αλλάξει; Της φάνηκε πως την κοίταξε περίεργα όταν δήλωσε πως ήταν μόνη της.
Ανέβηκε στο λιτό δωμάτιο και ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Γιατί είχε έρθει; Τι έψαχνε μετά από τόσον καιρό; Ήξερε πως ο Παύλος ήταν χρόνια που δεν ζούσε πια στο νησί, έφυγε μετά το γάμο του, μετά τον πλούσιο, ασφαλή και πετυχημένο γάμο του. Διάβαζε γι αυτόν καμιά φορά στα περιοδικά του συρμού, όταν έπεφτε κανένα στα χέρια της. Και, από τις φωτογραφίες, ήξερε πως γερνούσε όμορφα.
Άλλαξε πλευρό και αγκάλιασε τις αναμνήσεις της, ήταν η μόνη της σημαντική περιουσία. Όχι πως είχε παράπονο από τη ζωή της. Η δουλειά της της άρεσε, της έδινε την ελευθερία που τόσο είχε ανάγκη για να ανασαίνει, ήταν δημιουργική και την άφηνε απόλυτα ικανοποιημένη. Οι κριτικές για το έργο της ήταν διθυραμβικές, μόλις χτες η Εθνική Πινακοθήκη της είχε ζητήσει να φιλοξενήσει κάποια από τα γλυπτά της σε μια της αίθουσα.
Έφερε το χέρι της κοντά στο πρόσωπό της και το κοίταξε. «Έχεις χέρια χειρουργού», της έλεγε ο Παύλος, «δάχτυλα πιανίστα». «Έχω τα φτωχά πλην τίμια χέρια ενός γλύπτη», απαντούσε εκείνη και γελούσαν. Πόσο πολύ γελούσαν, τότε. Ήταν ένας από τους λόγους που έκαναν την Άννα να τον λατρεύει. Γελούσαν με την καρδιά τους. Ούτε που θυμόταν, πια, η Άννα από πότε είχε να γελάσει με την καρδιά της. Ούτε που θυμόταν από πότε είχε να γελάσει η καρδιά της.
Ανακάθισε στο κρεβάτι κι ακούμπησε πλάτη και κεφάλι στον τοίχο. Τον θυμήθηκε να καπνίζει σ’ αυτή τη στάση, χορτασμένο από έρωτα. «Μην καπνίζεις έτσι, όπως οι φυλακισμένοι. Θα σε πονέσει το κεφάλι σου». «Θα μου το γειάνουν τα μαγικά σου χέρια» απαντούσε φιλώντας τη. Πόσα και πόσα μεσημέρια δεν είχαν περάσει σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο, μη χορταίνοντας ο ένας τον άλλο, στο μυαλό και στο κορμί.
Και μετά χωρίστηκαν. Τον Παύλο τον συνέλαβαν μετά από τα γεγονότα στη σχολή και τον έστειλαν στις φυλακές της Αίγινας. Πήγαινε κάθε εβδομάδα να τον δει, να του πάει βιβλία και τσιγάρα. Μέχρι εκείνη τη μέρα που έπεσε πάνω στην άλλη κοπέλα, τη συμφοιτήτριά του στη σχολή. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε από κοντά.
Ο πατέρας της κοπέλας, μεγαλοδικηγόρος και άνθρωπος στα μέσα και στα έξω της κυβέρνησης, φρόντισε για την αποφυλάκιση του Παύλου και τη «λεύκανση» του ποινικού του μητρώου. Ο Παύλος δεν ήταν αγνώμων: παντρεύτηκε την κόρη του και του έκανε δύο εγγόνια. Κι ανέλαβε το δικηγορικό του γραφείο, όταν εκείνος αποσύρθηκε.
Και η Άννα προχώρησε στη ζωή της. Έγινε μια επιτυχημένη δημιουργός, απέκτησε διεθνή φήμη και αναγνώριση. Μόνο που στα προσωπικά της έψαχνε πάντα το υποκατάστατο του Παύλου. Και το εύρισκε. Και έμενε μόνη. Γιατί δεν μπορείς να αντέξεις τα υποκατάστατα όταν, κάπου στον κόσμο, υπάρχει το αυθεντικό και το έχεις κρατήσει στην αγκαλιά σου.
Σηκώθηκε και έπιασε το σάκο της. Έβγαλε από μέσα το κουτί της, εκείνο που μέσα του φύλαγε τους ανεκτίμητους θησαυρούς της: μια-δυο φωτογραφίες των γονιών της, το κλειδί του πατρικού της που δεν υπήρχε πια, μια ροζ κορδέλα που της φόραγε η μάνα στα μαλλιά, τα γράμματα και τις φωτογραφίες του Παύλου. Εκείνο το τελευταίο γράμμα, που την παρακαλούσε να τον συγχωρέσει για τη δειλία του, για το ξεπούλημά του. Και η Άννα τον είχε συγχωρέσει. Μα δεν τον είχε ξεπεράσει.
Διάλεξε την αγαπημένη της φωτογραφία: οι δυο τους, νέοι, λαμπεροί και πανέμορφοι, έναν βροχερό Οκτώβρη στο νησί. Όρθιοι και αγκαλιασμένοι στην προκυμαία, με το κύμα να σκάει αγριεμένο πίσω τους. Χάιδεψε με το δάχτυλο το αγαπημένο, γελαστό πρόσωπο και, μεμιάς, ξύπνησαν οι αισθήσεις της και θυμήθηκαν: το δέρμα στο στέρνο του, τη μυρωδιά του, τη γεύση του, της φωνής του τη χροιά. Όλα επέστρεφαν καλπάζοντας από το παρελθόν και ήταν πιο παρόντα από ποτέ.
«Να είσαι καλά», ψιθύρισε, «να είσαι καλά και να με θυμάσαι. Να θυμάσαι πώς ήμουν, να θυμάσαι τις στιγμές που περάσαμε μαζί, να νοιώθεις το άγγιγμά μου, να μυρίζεις το άρωμα των μαλλιών μου. Ας μην είμαστε μαζί, φτάνει να με θυμάσαι. Και να με επιθυμείς. Μόνο έτσι θα νοιώθω πως δεν έζησα άδικα, μόνο έτσι η ζωή μου δεν θα έχει πάει στα χαμένα. Να με θυμάσαι, Παύλο».
Έκλεισε το κουτί και βγήκε να περπατήσει στη βροχή, που είχε αρχίσει να πέφτει σιγανή.
(Σου διάβασα το «Πού νάσαι τώρα» των Bregovic – Κατσιμίχα, που ζήτησε η Silia)

















