Περσεφόνη 029

Η νύχτα του Κόμη Μάρκου - ΙΙ
«Τι λες, μωρή Θάλεια;», αναφώνησε έντρομη η Τασία. «Ποιος Κόμης Μάρκος; Μπήκε σερνικός στο δωμάτιο και μου πασπάτεψε το παιδί; Θα σε σκοτώσω!»
«Ησύχασε, συφοριασμένη», είπε γελώντας η κυρά-Θάλεια. «Ο Κόμης Μάρκος δεν είναι από τους σερνικούς που νομίζεις. Ο Κόμης Μάρκος είναι πόντικας!», κατέληξε θριαμβευτικά η κυρά-Θάλεια.
Η έκφραση που πήρε η μούρη της Τασίας μαρτυρούσε πως θα προτιμούσε να με είχε πασπατέψει σερνικός από κείνους που νόμιζε, παρά πόντικας. Εγώ πόντικα δεν είχα δει ποτέ, ούτε ποντίκι που, μάλλον, θα ήταν το παιδάκι του πόντικα, και πολύ ήθελα να δω.
«Πού πήγε, κυρά-Θάλεια, ο πόντικας; Θέλω να τον δω και να τον χαϊδέψω», είπα χαρούμενη. Όμως, η μούρη της Τασίας ήταν γεμάτη αηδία και βάλθηκε να μαζεύει τα στρωσίδια από κάτω και να τα τινάζει ένα-ένα, μη τυχόν και ο Κόμης Μάρκος κρυβόταν μέσα τους.
Αφού σιγουρεύτηκε πως κανείς και τίποτα δεν είχε τρυπώσει στα σεντόνια μας, καταπιάστηκε να ψάχνει όλο το δωμάτιο: να μετακινεί έπιπλα, να ξαπλώνει στο πάτωμα και να κοιτάζει πίσω από το μπουφέ, να ανοιγοκλείνει τα ντουλάπια της κουζίνας, ψάχνοντας για τον Κόμη Μάρκο. Αλλά εκείνος άφαντος. «Τσάμπα βασανίζεσαι νυχτιάτικα», είπε στην Τασία η κυρά-Θάλεια, πνίγοντας ένα χασμουρητό. «Κοντεύει χρόνος που συγκατοικώ με τον Κόμη Μάρκο και, αν εξαιρέσεις ένα βράδυ που πέρασε φουριόζος πάνω από τη δεξιά μου παντόφλα, είναι πολύ ακριβοθώρητος. Τι έχω κάνει το σπίτι ανάστα ο κύριος, τι φάκες με τυρί μυρωδάτο του έχω στήσει, αδύνατο να τον τσακώσω. Καλά-καλά δεν τον έχω δει. Μόνο τα κουραδάκια του βρίσκω εδώ κι εκεί». Εγώ ξεκίνησα να λέω πως πολύ ήθελα να δω τον Κόμη Μάρκο και τα κουραδάκια του, αλλά η Τασία με αγριοκοίταξε και μου έκοψε τη φόρα. Είπε πως δε σκόπευε να κοιμηθεί αν δεν τον έπιανε, και θα τον έπιανε. Είπε ακόμα πως στο σπίτι της στο χωριό δεν υπήρχε ποντίκι που να αντισταθεί στο μεζέ της και ζήτησε μια φάκα από την κυρά-Θάλεια, «όχι αυτές με το μανταλάκι, από τις άλλες, τις κλουβένιες, αν έχεις. Η φάκα με το μανταλάκι τα λειώνει και είναι μια αηδία». Η κυρά-Θάλεια έφερε ένα μικρούτσικο κλουβάκι και το έδωσε στην Τασία.
Η Τασία με κάθισε σε μια καρέκλα και μου είπε να μην το κουνήσω ρούπι. Μετά πήγε στο βάθος του δωματίου, εκεί που η κυρά-Θάλεια είχε το κουζινάκι της. Πήρε ένα πιάτο από την πιατοθήκη, έβαλε μέσα λίγο αλεύρι, λίγο λάδι, τον κρόκο από ένα αυγό και ψιλόκοψε και λίγο τυρί, που πήρε από το φανάρι που κρεμόταν πάνω από τον πάγκο. Τα ανακάτεψε καλά-καλά, τα ζύμωσε και έπλασε κάτι μικρά μπαλάκια, σαν κεφτεδάκια αλλά πιο μικρά, που τα έβαλε μέσα στο κλουβάκι. Ύστερα στερέωσε την πόρτα του μ’ ένα σιδεράκι, για να μένει ανοιχτή, και το έσπρωξε κάτω από το μπουφέ. «Και τώρα θα περιμένουμε την ευγένειά του, τον Κόμη Μάρκο. Αν μέσα σ’ ένα τεταρτάκι δεν τον έχω τσακώσει, να μη με λένε Τασία», είπε η Τασία που την έλεγαν ακόμα έτσι, γιατί το τεταρτάκι δεν είχε αρχίσει να περνάει.
Εγώ αμέσως άρχισα να σκέφτομαι πώς να τη λένε, γιατί η κυρά-Θάλεια που ήξερε, είχε πει πως ο Κόμης Μάρκος δεν πιάνεται με τίποτα. Είπα, λοιπόν, στην Τασία να έρθει να διαλέξουμε μαζί το καινούριο της όνομα, αλλά εκείνη μου είπε να μείνω ακίνητη στην καρέκλα μου και να μην κάνω κιχ. Στάθηκε δίπλα μου και έσβησε το φως. Μου έπιασε το χέρι, για να μη φοβάμαι στο σκοτάδι, αλλά μάλλον εκείνη φοβόταν και ήθελε παρηγοριά γιατί, όπως σας είπα, εγώ τα σκοτάδια πια δεν τα φοβάμαι. «Και τώρα τσιμουδιά», είπε η Τασία. «Σε λίγο ο Κόμης Μάρκος θα είναι στα χέρια μας».
Εγώ δεν έβγαλα άχνα και ήμουν ήσυχη σαν αγγελάκι, γιατί πολύ ήθελα να πιάσω τον Κόμη Μάρκο στα χέρια μου. Είχα δει ποντικάκια στις ζωγραφιές από τα βιβλία μου και ήταν πολύ γλυκούλια και αστεία. Αν ο Κόμης Μάρκος έμπαινε στο κλουβάκι, η κυρά-Θάλεια μπορεί να μου τον χάριζε και να τον έπαιρνα σπίτι και να κρεμούσα το κλουβί του δίπλα σ’ εκείνο του καναρινιού μας του Τζίλι. Θα γίνονταν φίλοι και θα έκαναν παρέα και δε θα βαριόταν κι ο καημένος ο Τζίλι μόνος του.
Αυτά σκεφτόμουν όταν ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι, ακούστηκε το χριτς-τριτς που, τώρα πια ήξερα πως ήταν ο Κόμης Μάρκος, και αμέσως μετά ένα κλανγκ. «Αυτό ήταν!», είπε η Τασία και άναψε το φως. «Για να δούμε τι σόι Κόμης είν’ τούτος». Πήγε προς το μπουφέ κι έτρεξα πίσω της. Τράβηξε το μικρό κλουβί και το σήκωσε ψηλά. «Πιιιιιφ! Σίχαμα!», είπε ξυνίζοντας τα μούτρα της. Όπως είχε ψηλά το κλουβί εγώ δεν έβλεπα τίποτα, τον πάτο του μόνο, κι άρχισα να της τραβάω το νυχτικό και να φωνάζω «κι εγώ να δω, Τασία, δείξε μου να δω τον Κόμη Μάρκο».
Η Τασία χαμήλωσε το κλουβάκι κι εγώ είδα μέσα το πιο όμορφο ζωάκι του κόσμου! Μικρό, μια σταλίτσα, σαν το χέρι μου, ένα γλυκούλι γκρίζο ποντικάκι που κουνούσε τα μουστάκια του και κοίταζε γύρω-τριγύρω με τα μικρά μαύρα του ματάκια. Που και που σηκωνόταν στα πίσω πόδια του και μύριζε τον αέρα. Η Τασία με άφησε να το χαζεύω (αφού μου απαγόρεψε να πλησιάσω δαχτυλάκια στο κλουβί) και έβαλε μια κατσαρόλα με νερό να βράσει.
«Τι; Θα το ζεματίσεις;», ρώτησε η κυρά-Θάλεια μπαίνοντας στο δωμάτιο.
«Γιατί, μήπως θες να το κρατήσεις στο κλουβί να σου κελαηδάει, που λέει κι η Περσεφόνη; Θα το ζεματίσω, το σίχαμα!». Η κυρά-Θάλεια είπε «κάνε ό,τι θες, εγώ πάω για ύπνο».
«Κάτσε με το παιδί μέχρι να τελειώσω, μη βγει έξω κι έχουμε ιστορίες», της ζήτησε η Τασία. Μετά, με την κατσαρόλα με το βραστό νερό στο χέρι, ήρθε και πήρε το κλουβί με τον Κόμη Μάρκο.
«Πού τον πας, Τασία;», ρώτησα. «Έξω, Περσεφόνη, να τον μπανιάρω, έχει βρωμιστεί έτσι που σερνόταν σ’ όλο το σπίτι».
«Να έρθω να βλέπω;»
«Όχι, κάνει νύχτα και ψύχρα έξω, κάτσε εδώ με την κυρά-Θάλεια σαν καλό κορίτσι, κι εγώ θα κάνω μπάνιο τον Κόμη και θα στον φέρω». Η Τασία βγήκε να μπανιάρει τον Κόμη Μάρκο κι εγώ βοήθησα την κυρά-Θάλεια να ξαναστρώσει τα στρωσίδια μας.
Σε λίγο η Τασία γύρισε με την άδεια κατσαρόλα, χωρίς όμως το κλουβάκι και τον Κόμη Μάρκο. «Πούντον ντε;», τη ρώτησα.
«Πήγε να κάνει τη βόλτα του», μου απάντησε η Τασία. «Είπε να πέσουμε να κοιμηθούμε κι εκείνος θα γυρίσει με το πάσο του».
«Ν’ αφήσουμε σκαστή την πόρτα για να μπει».
«Μη νοιάζεσαι, θα τρυπώσει από τη χαραμάδα αυτός. Πέσε τώρα να κοιμηθούμε», είπε η Τασία, έσβησε το φως και ξάπλωσε δίπλα μου.
Εγώ δεν ήθελα να κοιμηθώ και περίμενα να γυρίσει ο Κόμης Μάρκος και ν’ ακούσω πάλι το χριτς-τριτς. Περίμενα ώρα πολλή, αλλά μέχρι που έκλεισαν τα μάτια μου, χριτς-τριτς δεν άκουσα.
Φαίνεται οι μπανιαρισμένοι κόμητες δεν κάνουν πια χριτς-τριτς…
Περσεφόνη 028

Η νύχτα του Κόμη Μάρκου - Ι
Ξέρετε πια, πως η Τασία μένει μαζί μας. Με προσέχει και βοηθάει τη Γιαγιά τη Φόνη στις δουλειές του σπιτιού. Στις καθημερινές δουλειές, δηλαδή, στα ψώνια, στο ξεσκόνισμα, στο σκούπισμα και στο σφουγγάρισμα. Για τις άλλες τις δουλειές, που τις λένε «βαρειές» αλλά που εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί, έρχεται στο σπίτι, κάθε Σάββατο, η κυρά-Θάλεια.
Η κυρά-Θάλεια είναι πιο μεγάλη από τη Μαμά και πιο μικρή από τη Γιαγιά τη Φόνη. Είναι χοντρή και μαλακιά παντού και μυρίζει ζάχαρη και κανέλλα. Ζει έξω από την Αθήνα, σε ένα μέρος που το λένε Μπογιάτι και είναι σαν εξοχή. Η γιαγιά στέλνει κάθε Σάββατο, πολύ νωρίς το πρωί, τον κυρ-Θανάση να τη φέρει από το Μπογιάτι με την κούρσα. Το βράδυ τη γυρίζει πάλι πίσω.
Η κυρά-Θάλεια, στο σπίτι της στο Μπογιάτι, έχει ένα κοτέτσι γεμάτο κότες. Έχει κι έναν κόκορα με λειρί. Το Σάββατο που έρχεται μου φέρνει πάντα φρέσκα αυγουλάκια από τις κότες της που, όλη τη βδομάδα, τα τρώω στο φλυτζάνι μελάτα, με αλατάκι και μπουκιές ψωμί.
Το προηγούμενο Σάββατο, η κυρά-Θάλεια εκτός από αυγά, έφερε και ένα κάλεσμα για την Τασία, που είχε έξοδο. Την κάλεσε να περάσει την Κυριακή στο Μπογιάτι, στο σπίτι της. Η Γιαγιά η Φόνη είπε «ναι» κι εγώ, μόλις το άκουσα, άρχισα το κλάμα κι έπεσα στα πατώματα και χτύπαγα χέρια και πόδια, πρώτον γιατί ήθελα κι εγώ να πάω να δω τις κότες που έκαναν τ΄ αυγά μου και, δεύτερος, γιατί έχω καταλάβει πως οι μεγάλοι δεν αντέχουν για πολύ να χτυπιέμαι στα πατώματα ουρλιάζοντας και, μετά από λίγο, μου κάνουν το χατήρι. Έτσι έγινε κι αυτή τη φορά.
Φύγαμε για το Μπογιάτι με την κούρσα του κυρ-Θανάση το Σάββατο το βράδυ. Εμένα με πήρε ο ύπνος στο αυτοκίνητο και, όταν φτάσαμε στο σπίτι, καθόλου δε νύσταζα. Η Τασία είπε πως πως ήταν αργά και έπρεπε να πάω στο κρεβάτι, μα εγώ ήθελα να δω τις κότες και το λειράτο κόκορα. Η κυρά-Θάλεια μου είπε πως κοιμόντουσαν από ώρα και πως θα τις έβλεπα το πρωί. Μου υποσχέθηκε να με αφήσει να τις ταΐσω.
Το σπίτι της κυρα-Θάλειας ήταν χαμηλό και μικρό. Είχε μόλις δυο δωμάτια, που το ένα ήταν η κρεβατοκάμαρά της και το άλλο όλο το υπόλοιπο σπίτι, μαζί και η κουζίνα. Σ’ αυτό το δωμάτιο μας έστρωσε να κοιμηθούμε με την Τασία. Κοιμηθήκαμε στρωματσάδα και πολύ μου άρεσε, γιατί στο σπίτι δεν με αφήνουν να κοιμάμαι στα πατώματα, μόνο να χτυπιέμαι, κι αυτό πάλι για λίγο. Τελικά, στο σπίτι, μάλλον δε θέλουν να διασκεδάζω.
Η Τασία κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως κι εγώ χάζευα τις σκιές στην κάμαρα, που τόσο διαφορετικές ήταν από αυτές του δικού μου δωματίου στο σπίτι μας. Όταν ήμουν πιο μικρή τις φοβόμουν και νόμιζα πως είναι μπαμπούλες που έρχονταν να με φάνε. Ήθελα πάντα ένα φωτάκι αναμμένο στο δωμάτιο, για αν βλέπω τα έπιπλα καθαρά, χωρίς φοβιστικές σκιές. Όμως ο Μπαμπάς μου εξήγησε πως τίποτα το τρομακτικό δεν κρυβόταν μέσα τους κι έτσι, πια, καθόλου δε φοβάμαι.
Χάζευα, που λέτε, τις σκιές του σπιτιού της κυρά-Θάλειας, όταν ξαφνικά άκουσα ένα χριτς-τριτς. Και μετά ξανά πάλι: χριτς-τριτς, χριτς-τριτς, χριτς-τριτς. Κάτι έκανε αυτό το θόρυβο και –σίγουρα- δεν ήταν σκιά. Δεν κάνουν χριτς-τριτς οι σκιές. Εδώ που τα λέμε, ούτε κανέναν άλλο θόρυβο κάνουν. Πλησίασα τη μούρη μου κοντά στη μούρη της Τασίας. Όχι, εκείνη κοιμόταν με στο στόμα λίγο ανοιχτό και καθόλου χριτς-τριτς δεν έκανε. Νάτο πάλι! Μα από πού ερχόταν αυτό το χριτς-τριτς, επιτέλους;
Σηκώθηκα και άναψα το φως. Το χριτς-τριτς σταμάτησε έτσι ξαφνικά όπως είχε αρχίσει. Η Τασία ξύπνησε από τη φωταψία και ανακάθισε στο στρώμα.
«Τι κάνεις εκεί, διαολόκαλτσο; Έλα να πλαγιάσεις, μη σε βουτήξω απ’ το μαλλί και πού σε πονεί και πού σε σφάζει».
«Τασία, κάτι κάνει χριτς-τριτς. Κάτι είναι στο δωμάτιο και κάνει χριτς-τριτς, σου λέω!».
«Τίποτα δεν είναι στο δωμάτιο. Έλα πέσε, κακομοίρα μου, γιατί αλλιώς σε παίρνω και φεύγουμε, μόλις ξημερώσει ο θεός τη μέρα, κι ούτε κότες θα ταΐσεις, ούτε κουνέλια θα χαϊδέψεις, ούτε τίποτα».
Κατσουφιασμένη έσβησα το φως και έπεσα στο στρώμα. Όταν ησύχασαν όλα στο δωμάτιο, νάσου ξανά το χριτς-τριτς. Εκεί που σκεφτόμουν να σκουντήξω την Τασία για να το ακούσει κι εκείνη και να μη μου κάνει την έξυπνη, κάτι πέρασε δίπλα απ’ το πρόσωπό μου και προχώρησε, πάνω από τα σκεπάσματα, προς τα κάτω. Στρίγκλισα. Σε δευτερόλεπτα, Τασία και κυρά-Θάλεια ήταν στο πόδι, κι όλα τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Πριν προλάβει η Τασία να με μαλώσει, άρχισα να λέω για το χριτς-τριτς και γι αυτό το κάτι που πέρασε απ’ τα μαλλιά μου και χοροπήδησε πάνω μου μέχρι τα πόδια μου. Ενώ η Τασία είχε πάρει εκείνο το «δε-σε-πιστεύω-που-να-σκάσεις» ύφος, η κυρά-Θάλεια έβαλε τα γέλια.
«Όι, όι όι! Φαίνεται πως η πριγκιπέσσα μας έκανε τη γνωριμία του Κόμη Μάρκου!»
Συνεχίζεται
Περσεφόνη 027

Κυριακή στο σπίτι της Γιαγιάς της Άλλης.
Εγώ δεν έχω μόνο τη γιαγιά τη Φόνη. Έχω και τη γιαγιά την Άλλη. Το όνομά της, δηλαδή, είναι Πουλχερία, αλλά η γιαγιά η Φόνη (που δεν τη χωνεύει ιδιαίτερα…) τη λέει «η Άλλη σου γιαγιά». Η γιαγιά η Πουλχερία ζει στον Πειραιά, μαζί με τον παππού τον Πελοπίδα. Η γιαγιά η Πουλχερία, που τη φωνάζουν Ρίτσα, και ο παππούς ο Πελοπίδας είναι η μαμά και ο μπαμπάς του Μπαμπά μου. Ο Μπαμπάς έχει και μία αδελφή, τη θεία Δώρα και έναν αδελφό, το θείο Νίκο.
Πρέπει να σας πω ορισμένα πράγματα για την οικογένεια του Μπαμπά, για να καταλάβετε τι γίνεται τις Κυριακές στο σπίτι της γιαγιάς της Άλλης. Η θεία η Δώρα είναι παντρεμένη με το θείο το Γιάννη, αλλά όχι πολύν καιρό, γιατί δεν έχουν ακόμα παιδάκια. Ο θείος ο Νίκος είναι παντρεμένος με τη θεία την Κική και έχουν την ξαδέλφη μου τη Λένα, που είναι δυο χρόνια πιο μικρή από μένα και τρώει τοίχους.
Η θεία Δώρα και ο θείος Γιάννης μένουν κι αυτοί στην Αθήνα, όπως εμείς, ενώ ο θείος Νίκος και η οικογένειά του μένουν στον Πειραιά, κοντά στο σπίτι των παππούδων. Κάθε Κυριακή, εκτός από τις Κυριακές που πάμε εκδρομή, τρώμε στο σπίτι της Γιαγιάς της Άλλης, όλοι μαζί.
Μ’ αρέσουν πολύ οι Κυριακές στο σπίτι της Γιαγιάς της Άλλης. Το σπίτι είναι γεμάτο κόσμο, ακούγεται πάντα μουσική, οι μεγάλοι έχουν καλή διάθεση και γελάνε κι εμάς, τη Λένα κι εμένα, μας αφήνουν να κάνουμε ό,τι θέλουμε, χωρίς πολλά «μη» και μαλώματα.
Φτάνουμε εκεί το πρωί, γύρω στις 10. Μέχρι τις 11 έχουμε μαζευτεί όλοι. Όταν ο καιρός είναι καλός, οι άντρες του σπιτιού παίρνουν τη Λένα κι εμένα και μας πάνε βόλτα, πότε στο Πασαλιμάνι και πότε στην Πλατεία Αλεξάνδρας. Ο Μπαμπάς, οι Θείοι και ο Παππούς κάθονται και πίνουν ένα «ουζάκι για την όρεξη» κι εγώ με τη Λένα παίζουμε με τα άλλα παιδάκια. Όταν βρέχει ή κάνει πολύ κρύο, μένουμε στο σπίτι. Οι άντρες ανακατεύονται στα πόδια των γυναικών που μαγειρεύουν και τις νευριάζουν αλλά, αυτές, αντί να θυμώνουν γελάνε. Εγώ βαριέμαι και μαλλιοτραβιέμαι με τη Λένα για να περάσει η ώρα.
Όσο εμείς κάνουμε αυτά, η Γιαγιά η Άλλη, η Μαμά και οι Θείες μαγειρεύουν το φαΐ που θα φάμε το μεσημέρι. Όταν όλα είναι έτοιμα, στρώνουν το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας και μας φωνάζουν. Μας πλένουνε, της Λένας κι εμένα, χέρια και μούρες και καθόμαστε στο τραπέζι. Στην καρέκλα της Λένας και τη δική μου, η Γιαγιά η Άλλη βάζει κι ένα μαξιλαράκι, για να φτάνουμε στο τραπέζι.
Στο τραπέζι περνάμε πολύ όμορφα. Όλοι μιλάνε και γελάνε και μ΄ αρέσει πολύ, γιατί στο σπίτι η γιαγιά η Φόνη δεν επιτρέπει «ομιλίες στο τραπέζι». Αλλά καθόλου πλάκα δεν έχει να τρως στα μουγκά και πολύ διασκεδάζω στα κυριακάτικα τραπέζια της Γιαγιάς της Άλλης.
Όταν τελειώσουμε το φαγητό και οι μεγάλοι έχουν ακόμα κρασάκι στα ποτήρια τους, ο παππούς ο Πελοπίδας πιάνει το τραγούδι. Έχει πολύ ωραία φωνή ο παππούς και τραγουδά κάτι τραγούδια, λίγο παλιά, που τα έλεγε ένας Κορώνης και ένας Φίλανδρος. Θέλω κι εγώ να τραγουδήσω και λέω αυτό που μ΄αρέσει, το «άσπρες κορδέλες τα κορίτσια φοράνε». Εγώ δεν θέλω να μου φοράνε κορδέλα, αλλά το τραγουδάκι αυτό μ΄αρέσει. Η Λένα δεν λέει κανένα τραγουδάκι. Δε μιλάει πολύ, μόνο τοίχους τρώει και στριγκλίζει όταν τη μαλλιοτραβάω.
Μετά το φαγητό μαζεύουν το τραπέζι και τα πιάτα. Οι άντρες πάνε στα δωμάτια να πάρουν έναν υπνάκο και η Γιαγιά η Άλλη, με τη Μαμά και τις Θείες, μαζεύονται στην κουζίνα για να πλύνουν τα πιάτα και να μιλήσουν. Η Λένα κι εγώ δεν θέλουμε να ξαπλώσουμε κι έτσι μας αφήνουν στο σαλόνι να χαζέψουμε περιοδικά με κυρίες. Διαλέγουμε ποιες είμαστε και φτιάχνουμε ιστορίες. Εγώ, δηλαδή, γιατί η Λένα δεν πολυμιλάει. Διαλέγω πάντα τις πιο όμορφες και αυτές που φοράνε τα πιο ωραία ρούχα και όταν η Λένα διαμαρτυρηθεί τη μαλλιοτραβάω και σταματάει.
Το απόγευμα υπάρχει πάντα γλυκό για τον καφέ, που έχει φτιάξει η Γιαγιά η Άλλη. Η Λένα κι εγώ δεν πίνουμε, βέβαια, καφέ, αλλά η Θεία Δώρα μας στίβει πορτοκάλια και τα βάζει σε δυο μεγάλα πλαστικά ποτήρια που έχει η Γιαγιά για τη Λένα κι εμένα. Το δικό μου είναι μπλε με άσπρες βούλες και της Λένας κόκκινο με άσπρες βούλες. Είναι καλά ποτήρια αυτά, γιατί όταν σου πέσουν κάτω δε σπάνε, οπότε δεν χρειάζεται να μαζεύεις τα γυαλάκια. Σφουγγαρίζεις την πορτοκαλάδα που χύθηκε μόνο και είσαι εντάξει.
Μετά καθόμαστε όλοι στη σάλα. Οι μεγάλοι συζητάνε κι εγώ με τη Λένα παίζουμε στο χαλί. Όταν τη μαλλιοτραβάω οι μεγάλοι σταματάνε τη συζήτηση για να μας χωρίσουν. Αργά το απόγευμα, έρχεται η ώρα να φύγουμε. Αποχαιρετιόμαστε μέχρι την άλλη Κυριακή που θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί.
Όταν φτάνουμε σπίτι η γιαγιά η Φόνη με ρωτάει πώς πέρασα στο σπίτι της γιαγιάς της Άλλης. Για να μην τη στεναχωρήσω, δεν της λέω πως ήταν πολύ, πολύ, ΠΟΛΥ ωραία, μόνο της λέω πως βαρέθηκα χωρίς τα παιχνίδια μου. Τότε η γιαγιά η Φόνη με φιλάει στα μαλλιά και με λέει «θησαυρό της».
Περσεφόνη 026

Το ποδηλατάκι
Έχω ένα ποδηλατάκι. Έχει τέσσερις ρόδες, δυο μεγάλες και δυο μικρές, που τις λένε «βοθητικές» . Έχει και κουδουνάκι που κάνει ντριν-ντριν. Και δυο χρωματιστές φουντίτσες που κρέμονται από το τιμόνι του. Κι ένα φανάρι μπροστά που το ανάβω και φέγγει και βλέπω στα σκοτάδια. Όχι ότι με αφήνουν να κάνω ποδήλατο στα σκοτάδια, αλλά αν με άφηναν θα το άναβα και θα έβλεπα, ναι; Είναι κόκκινο και ροζ το ποδηλατάκι μου και μου αρέσει πολύ.
Μου το αγόρασε, πριν καιρό, η γιαγιά η Φόνη. Εγώ ήθελα ένα αυτοκινητάκι, σαν αυτό που έχει ο Κωνσταντίνος, αλλά η γιαγιά είπε πως στα κοριτσάκια δεν παίρνουν αυτοκινητάκια. Και τότε η Μαμά γιατί έχει? Η γιαγιά η Φόνη, όμως, μου πήρε ποδηλατάκι. Στην αρχή γκρίνιαξα και έκανα μούτρα, όταν όμως το καβάλησα και έκανα μια βόλτα στον κήπο, πολύ μου άρεσε! Ήθελα να βγω και στο δρόμο, αλλά δεν με άφησαν και είπαν πως στο δρόμο δεν πρέπει να βγω ποτέ, ποτέ, ΠΟΤΕ μόνη μου αλλά πάντα με κάποιον μεγάλο. Τίποτα δεν με αφήνουν να κάνω και μου χαλάνε όλη τη διασκέδαση.
Όταν πηγαίνουμε στον Κήπο του Βασιλιά, θέλω να παίρνω μαζί και το ποδηλατάκι μου. Η Τασία γκρινιάζει γιατί φοβάται να με αφήνει να κάνω στο πεζοδρόμιο, μέχρι να φτάσουμε, κι έτσι το κουβαλάει εκείνη. Δεν φταίω εγώ γι αυτό, σωστά? Μόνο όταν μπούμε μέσα στον κήπο μου το δίνει κι εγώ το καβαλάω και φεύγω. Όλο μου φωνάζει «μην τρέχεις, θα πέσεις» και «μην απομακρύνεσαι και σε χάσω» αλλά εγώ βαριέμαι να κάνω μόνο μπρος-πίσω από το παγκάκι που κάθεται και κεντάει.
Θέλω να πηγαίνω με το ποδηλατάκι μου παντού, σε όλες τις γωνιές του κήπου. Γι αυτό, υπάρχουν τα ποδηλατάκια, για να σε πηγαίνουν σε όμορφες, σκοτεινές και δροσερές γωνιές, μέσα σε κήπους. Και για να κυνηγάς τις πάπιες. Αυτές μπροστά με ανοιχτά φτερά, κάνοντας πα πα πα, εσύ από πίσω με το κόκκινο-ροζ ποδηλατάκι, κάνοντας πα πα πα δυνατότερα κι η Τασία πιο πίσω φωνάζοντας αλλά χωρίς να κάνει πα πα πα. Μόνο «στάσου, που κακό να μη σ΄εύρει» λέει!
Στον κήπο έρχεται και ο Κωνσταντίνος με τη δικιά του την Τασία που τη λένε Μερόπη και το αυτοκινητάκι του. Η Τασία και η Μερόπη κάθονται στα παγκάκια και μιλάνε για το στρατό ή τους φαντάρους που πάνε στο στρατό και άλλα τέτοια κι εμείς, ο Κωνσταντίνος κι εγώ, παίζουμε εκεί κοντά. Ταΐζουμε τις πάπιες, όταν δεν τις κυνηγάμε, και κάνουμε αυτός αυτοκινητάκι κι εγώ ποδηλατάκι. Ο Κωνσταντίνος λέει πως τα αυτοκίνητα είναι πιο γρήγορα από τα ποδήλατα και πως εκείνος θα ταξιδεύει πιο γρήγορα από εμένα. Ο Κωνσταντίνος, όμως, λέει αηδίες γιατί, όταν κάνουμε αγώνες, πάντα εγώ με το ποδηλατάκι μου κερδίζω γιατί κάνω γρήγορες πεταλιές και στρίβω και πολύ γρήγορα στα δρομάκια του κήπου, ενώ ο Κωνσταντίνος με το αυτοκινητάκι δυσκολεύεται. Επίσης ο Κωνσταντίνος επιμένει πως όταν έχεις αυτοκινητάκι είναι πιο καλά, γιατί μπορείς να πάρεις και τους φίλους σου μαζί και να μη «σε τρώει η μοναξιά» στα ταξείδια, όπως με το ποδήλατο. Όμως εγώ βλέπω πως το αυτοκινητάκι του Κωνσταντίνου έχει μόνο μια θέση, που ίσα-ίσα χωράει αυτόν και κανέναν άλλο, οπότε είμαι σίγουρη πως η μοναξιά θα φάει κι αυτόν, θέλει δε θέλει!
Εγώ θέλω να πηγαίνω παντού με το ποδηλατάκι μου αλλά ο μπαμπάς λέει πως «αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, Περσεφόνη». Εγώ αυτό το «εφικτό» δεν ξέρω τι είναι, αλλά σίγουρα δεν είναι καλό, γιατί όταν το λέει μετά δεν παίρνουμε το ποδηλατάκι μαζί. Όπως πριν δυο Κυριακές που πήγαμε στην γιαγιά την άλλη, στον Πειραιά, κι εγώ ήθελα να πάρω το ποδηλατάκι μαζί αλλά το εφικτό δεν άφησε. Και όταν πήγαμε βόλτα στην Πλατεία Αλεξάνδρας (που είναι μια μεγάααλη πλατεία στον Πειραιά, με πολύ χώρο για ποδηλατάκια κόκκινα και ροζ αλλά και άλλα χρώματα), εγώ δεν είχα και έβλεπα τα άλλα παιδάκια και ήθελα κι εγώ και έκανα μούτρα και γκρίνιαζα και ο μπαμπάς είπε μετά ότι του έκανα «το βίο αβίωτο» που ούτε αυτό ξέρω τι είναι, αλλά μάλλον είναι καλό γιατί την επόμενη Κυριακή πήραμε και το ποδηλατάκι στον Πειραιά.
Όταν μεγαλώσω θα κάνω πάντα «το βίο αβίωτο» στους άλλους για να είναι συνέχεια χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι και ποτέ, ποτέ, ΠΟΤΕ δεν θα θέλω πράγματα «εφικτά».
Περσεφόνη 025
Σήμερα το πρωί που ξύπνησα, η Μαμά ήταν στο σπίτι. Στην αρχή μου φάνηκε περίεργο, γιατί χτες ήταν Κυριακή και σήμερα Δευτέρα και η Μαμά έπρεπε να είναι στο γραφείο της.
Μετά θυμήθηκα: σήμερα θα πήγαινα για πρώτη φορά στο σχολείο. Η Νονά μου είχε φέρει, πριν λίγες μέρες, μιαν ωραία σάκα. Ήταν καφέ δερμάτινη και έκλεινε με λουριά. Μου έφερε και μιαν όμορφη κόκκινη θήκη, που τη λένε «κασετίνα». Και κάτι χρωματιστά μπαστουνάκια, που μοιάζουν με το ζυμάρι που πλάθει η Τασία όταν φτιάχνει πίτες. Μόνο που αυτό το ζυμάρι που μου έφερε η Νονά, είναι κόκκινο και μπλε και κίτρινο και το λένε «πλαστελίνη». Μου έφερε και ένα πράγμα που το λένε «ξύστρα» και ξύνεις τα μολύβια κα τις μπογιές για να μπορείς να γράφεις και να ζωγραφίζεις. Και ένα άλλο που το λένε «γόμα» και όταν γράφεις γράμματα και μετά δεν τα θέλεις πια, παίρνεις αυτό το πράγμα και τα γομάς. Χαίρομαι πολύ που σήμερα θα πάω σχολείο να γομήσω!!!
Αφού έφαγα το γάλα με την παπάρα μου, ξεκινήσαμε για το σχολείο. Η Μαμά δεν με έντυσε με τα κανονικά μου ρούχα, αλλά μου φόρεσε ένα μπλε φορεματάκι που το έλεγε «ποδιά» και που πρέπει να το φοράω όταν πηγαίνω σχολείο. Έχει και ένα άσπρο γιακαδάκι που το φοράς από πάνω και κουμπώνει με ένα μικρό κουμπί. Πήρα τη σάκα μου, αλλά η Μαμά είπε πως σήμερα δεν θα μου χρειαζόταν, γιατί θα κάναμε «αγιασμό», που δεν ξέρω τι είναι, αλλά σίγουρα δεν έχει γράμματα. Αν είχε θα με άφηναν να πάρω τη σάκα μου για να τα βάλω μέσα.
Το σχολείο είναι κοντά στο σπίτι, έτσι πήγαμε με τα πόδια. Είχα περάσει πολλές φορές απ’ έξω, όταν πηγαίναμε με την Τασία στον κήπο. Καμιά φορά, ακούγαμε και τα παιδάκια να φωνάζουν, και τότε η Τασία μου έλεγε πως «κάνουν διάλειμμα». Μια φορά τα είχα ακούσει και να τραγουδάνε. Ωραίο μέρος μου φαινόταν το σχολείο!
Μετά από λίγο φτάσαμε. Για πρώτη φορά είδα τη μεγάλη σιδερένια πόρτα ανοιχτή. Φαινόταν μια αυλή γεμάτη παιδάκια και μαμάδες. Είχε και μερικούς μπαμπάδες, αλλά πολύ λίγους. Έσφιξα το χέρι της Μαμάς. «Μη φοβάσαι, Περσεφόνη», μου είπε. «Θα δεις, θα περνάς καλά εδώ».
Περάσαμε στην αυλή. Το σχολείο έμοιαζε με το σπίτι που είχαμε μείνει στις Σπέτσες, το περασμένο καλοκαίρι. Είχε κεραμίδια και πολλά δωμάτια που τα λένε «αίθουσες». Μέχρι ν’ αρχίσει ο αγιασμός, η Μαμά με πήγε να τα δω. Ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα που έτριζε. Οι αίθουσες είχαν διπλές, ξύλινες πόρτες. Πάνω σε κάθε πόρτα, στο κομμάτι που δεν άνοιγε, υπήρχε μια σιδερένια ταμπελίτσα. Η Μαμά με πήγε σε μια αίθουσα και μου είπε ότι εκεί ήταν που θα μάθαινα τα γράμματα. Μου είπε ακόμα ότι η ταμπελίτσα στην πόρτα έγραφε «Α Τάξις», δηλαδή Πρώτη Τάξη, δηλαδή η τάξη μου. Έσκυψα και έβαλα μέσα το κεφάλι μου να δω. Είχε τρεις σειρές καθίσματα, που τα λένε «θρανία». Εκεί κάθονται τα παιδάκια. Είχε και ένα γραφείο που ήταν πάνω σε ένα βάθρο, πιο ψηλά από τα θρανία. Αυτή ήταν η «έδρα». Εκεί κάθεται η Δασκάλα. Αυτά δεν μου τα είπε η Μαμά, τα ήξερα από το βιβλίο μου «Η Λιλίκα πάει σχολείο», που έχει ζωγραφιές και μου τις έχει εξηγήσει η Τασία.
Τότε ακούσαμε ένα κουδούνι να χτυπάει. «Πάμε κάτω», είπε η Μαμά, «θ’ αρχίσει ο αγιασμός». Κατεβήκαμε γρήγορα τη σκάλα και βγήκαμε πάλι στην αυλή. Τα παιδιά σχημάτιζαν σειρές, δυο-δυο, το ένα ζευγαράκι πίσω από το άλλο, μπροστά τα κορίτσια και πίσω τ’ αγόρια. Όλα, εκτός από εμάς, τα πιο μικρά, που ακόμα κρατάγαμε τις μαμάδες μας από το χέρι. Ένας κύριος με κοστούμι και γραβάτα είπε: «Οι μαθητές της πρώτης τάξης να σχηματίσουν δυάδες μπροστά από τη δασκάλα τους». Και μας έδειξε μια κυρία με γυαλιά και φουσκωτά μαλλιά, που φορούσε ένα σκούρο πράσινο φουστάνι. Εγώ δεν κατάλαβα πολύ καλά τι έπρεπε να κάνω, εκείνο το «σχηματίσουν δυάδες» δεν ήξερα τι είναι. Όμως η δασκάλα μας χαμογελούσε. Μου φάνηκε καλή, έτσι άφησα το χέρι της Μαμάς και έτρεξα κοντά της. «Τι όμορφες μπουκλίτσες είναι αυτές!», μου είπε. «Πως σε λένε, γλυκειά μου?» «Περσεφόνη», απάντησα. «Κάτσε, Περσεφόνη, να σου βρούμε άλλη μια κατσαρομάλλα για παρέα», είπε, και έπιασε ένα άλλο κοριτσάκι με μπουκλίτσες, πιο κοντές από τις δικές μου, και το έφερε δίπλα μου. «Γνωριστείτε», είπε, «θα είστε η μία το ζευγαράκι της άλλης». Κοίταξα το κοριτσάκι δίπλα μου και με κοίταξε κι αυτό. Μετά βάλαμε τα γέλια. «Πως σε λένε?» με ρώτησε. «Περσεφόνη, εσένα?» «Κατερίνα» «Θέλεις να γίνουμε φίλες?»
Μετά, ένας παπάς, ο παπα-Γιώργης, που τον ήξερα γιατί τον φώναζε και η γιαγιά η Φόνη στο σπίτι μας καμιά φορά, έκανε αγιασμό. Δηλαδή, κράταγε ένα ματσάκι χόρτα και το βούταγε σε μια λεκανίτσα με νερό και μετά μας κατάβρεχε. Είχε πολλή πλάκα! Η Κατερίνα κι εγώ που είμαστε μπροστά-μπροστά στη γραμμή, φάγαμε τις πιο πολλές πιτσίλες. Εγώ σκούπιζα τα μούτρα μου με τα μανίκια της ποδιάς μου κι εκείνος ο δάσκαλος με το κοστούμι και τη γραβάτα μου είπε πως τον αγιασμό δεν τον σκουπίζουμε, μόνο κάνουμε το σταυρό μας. Ευτυχώς που η γιαγιά η Φόνη με είχε μάθει να κάνω το σταυρό μου. Ο Μπαμπάς φώναζε και της έλεγε «να παρατήσει το παιδί ήσυχο» -εμένα δηλαδή- αλλά η γιαγιά έλεγε πως «όταν πάει σχολείο και δουν πως δεν ξέρει να κάνει το σταυρό της θα μας περάσουν για αντίχριστους!». Και όταν έκανε την προσευχή της στα εικονίσματα που είχε στο δωμάτιό της, με έπαιρνε μαζί για να βλέπω και να μαθαίνω. Έκανα, λοιπόν, το σταυρό μου, αφού δεν ήμουν «αντίχριστη» αλλά, κρυφά, σκούπισα και τις πιτσιλιές από τη μούρη μου.
Όταν τελείωσε ο αγιασμός, τρέξαμε πάλι στις μαμάδες μας. Η Μαμά γνώρισε τη μαμά της Κατερίνας και χάρηκαν πολύ. Μετά πήγαμε να γνωρίσουμε τη Δασκάλα μου.
Η δασκάλα της πρώτης τάξης ήταν αυτή η καλή κυρία με τα γυαλιά, τα φουσκωτά μαλλιά και το πράσινο φόρεμα. Η Μαμά της συστήθηκε και της ευχήθηκε «Καλή χρονιά» και «Καλή δύναμη». Εγώ δεν κατάλαβα τι τη χρειάζονται τη δύναμη οι δασκάλες, αφού δε χρειάζεται να σηκώνουν βαριά πράγματα, όπως είχα δει να κάνουν εκείνοι οι άντρες στο λιμάνι, που ο Μπαμπάς μου είπε πως λέγονται «αχθοφόροι». Μόνο βιβλία και τετράδια κουβαλάνε οι δάσκαλοι, κι αυτά δεν είναι καθόλου βαριά!
Περσεφόνη 024
Συνεχίζω να αδειάζω τις αναμνήσεις από το μυαλό μου (θυμάστε? Για να κάνω χώρο για τα καινούργια πράγματα που θα μάθω στο σχολείο). Σήμερα θα βγάλω έξω το χιόνι. Είναι άσπρο, παγωμένο και πολύ. Αλλά είναι και όμορφο. Ίσως κρατήσω λίγο, σε μια ακρούλα του μυαλού μου για να το θυμάμαι πάντα.
Χιόνι δεν είχα δει ποτέ μέχρι τότε. Ή, και να είχα δει δεν το θυμόμουν. Το είχα δει σε ζωγραφιές στα βιβλία μου και ο Μπαμπάς μου είχε πει τι ήταν, αλλά δεν μπορούσα να το καταλάβω πολύ καλά. Μέχρι που το είδα, το έπιασα και το έφαγα.
Ήταν πριν δυο χρόνια, σχεδόν, όταν ήμουν περίπου τεσσάρων χρονών. Θυμάμαι πως ήταν χειμώνας και έκανε πολύ κρύο, γιατί είχαμε τρεις μέρες να πάμε στον Βασιλικό Κήπο με την Τασία. Όταν δεν πηγαίναμε βόλτα το πρωί βαριόμουν πολύ. Όταν τελείωνε η εκπομπή της θείας Λένας δεν είχα τίποτα να κάνω. Ή, το χειρότερο, ερχόταν η Λήδα να παίξουμε. Και η Λήδα είναι κακιά και γκρινιάρα. Δεν γελάει ποτέ και μου χαλάει τα παιχνίδια. Άσε που θέλει να παίζουμε όλο με τις κούκλες και να κάνουμε τις μαμάδες και τις συμπεθέρες κι εγώ βαριέμαι. Όταν της λέω να παίξουμε τους εξερευνητές που ανακαλύπτουν καινούργιες χώρες και μπαίνουν σε ζούγκλες με άγρια θηρία δεν θέλει, γιατί λέει πως δεν ξέρει πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι και πως στο σπίτι δεν έχουμε ζούγκλα. Αλλά είναι χαζή, γιατί το μεγάλο σαλόνι έχει πολλές κρυψώνες και μπορούμε να φανταστούμε πως είναι ζούγκλα, ή πειρατικό καράβι, ή μαγεμένο παλάτι ή ό,τι άλλο θέλουμε. Αλλά η Λήδα δεν μπορεί να φανταστεί πράγματα και όταν της λέω πως ο μεγάλος μπουφές είναι η βάρκα του πειρατικού με κοιτάει σαν ηλίθια. Μάλλον οι κακοί και γκρινιάρηδες άνθρωποι τους μπουφέδες τους βλέπουν μόνο μπουφέδες.
Αλλά ξεκίνησα να σας λέω για το χιόνι. Ήταν χειμώνας, λοιπόν, και έκανε πολύ κρύο. Ξύπνησα και ήπια το γάλα μου με τη φέτα το βούτυρο και τη μαρμελάδα, η Γιαγιά γκρίνιαζε στην Τασία, η Τασία έκανε μούτρα κι εμένα δεν μου δίνανε σημασία. Άκουσα τη θεία Λένα και πήγα στο δωμάτιό μου. Διάβασα τις ζωγραφιές από ένα καινούργιο βιβλίο που μου είχε αγοράσει η Μαμά την προηγούμενη μέρα και έφτιαξα μια ιστορία στο μυαλό μου. Μετά, όταν η Μαμά θα μου διάβαζε το βιβλίο θα έβλεπα αν είχα φτιάξει την ίδια ιστορία. Όταν ζήτησα να πάμε στον Βασιλικό Κήπο, η Γιαγιά είπε να το ξεχάσω γιατί «έξω έκανε χιονιά και δεν είχε καμιά όρεξη για αρρώστιες» που πάει να πει πως έκανε πολύ κρύο. Εγώ γκρίνιαξα αρκετά αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Και όλη η μέρα ήταν πολύ βαρετή και μουρτζούφλικη.
Είχε ήδη σκοτεινιάσει και είμαστε όλοι σπίτι, στο μικρό σαλόνι. Ο Μπαμπάς και η Μαμά διάβαζαν τα βιβλία τους, ο θείος Περικλής την εφημερίδα του, η Γιαγιά άκουγε ραδιόφωνο με κλειστά μάτια, η Τασία κεντούσε κι εγώ βαριόμουν και νύσταζα και λίγο. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε η Μαμά, ήταν ο φίλος τους ο κύριος Βασίλης και η Μαμά μίλησε λίγο μαζί του και μετά είπε «ωραία, ντυνόμαστε και σας περιμένουμε» και μετά έκλεισε. Ύστερα είπε στους άλλους στο σαλόνι: «Καλέ, χαμπάρι δεν πήραμε, έξω το έχει στρώσει» και έτρεξε στην πόρτα. Εγώ δεν κατάλαβα αλλά όλοι έκαναν «Αααα» και «Ναι?» και «Μα πότε κιόλας?» και πήγαν πίσω από τη Μαμά. Εμένα μου έφυγε αμέσως η νύστα και έτρεξα ξοπίσω τους να δω ποιος είχε στρώσει τι έξω.
Και τότε το είδα. Ήταν άσπρο, φαινόταν σχεδόν γαλάζιο στο σκοτάδι. Και ήταν παντού. Όλος ο κήπος ήταν κάτω από αυτό το άσπρο πράγμα! Σαν σαπουνάδα έμοιαζε, σαν αυτή που μου κάνει η Μαμά στη μπανιέρα και μπαίνω μέσα καθιστή και παίζω με το παπάκι μου. Είχε σκεπάσει τα παρτέρια μας με τα λουλούδια, τα δυο δεντράκια μας, τις τριανταφυλλιές της Γιαγιάς, τη βεράντα, όλα!! «Βάλτε παλτό στο παιδί, θα κρυώσει, Περσεφόνη έλα να βάλεις παλτό, μη βγαίνεις έτσι έξω» είπε κάποιος. Αλλά εγώ είχα ήδη κατέβει στον κήπο και έπιανα την πρώτη μου χούφτα από αυτή τη σαπουνάδα. Ήταν κρύο και έκανε κριτς κριτς όταν το ζούλαγες στο χέρι σου. Ήταν το χιόνι!!!
Μετά, θυμάμαι, ήρθαν οι φίλοι του Μπαμπά και της Μαμάς για να πάνε, λέει, στην Κηφισιά, όπου το χιόνι ήταν πολύ. Η Μαμά είπε «να πάρουμε και την Περσεφόνη, δεν έχει ξαναδεί και θα της αρέσει» κι εγώ είπα «ναι, ναι» και χοροπήδαγα από τη χαρά μου. Η Γιαγιά είπε ότι ήταν ώρα να κοιμηθώ, εγώ πάτησα τις τσιρίδες και η Μαμά με πήρε στο δωμάτιό μου να με ντύσει. Μου φόρεσε παντελονάκι και χοντρό πουλόβερ και τα μποτάκια μου και παλτό και κασκόλ και σκουφί και γαντάκια και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Στο δρόμο κοιμήθηκα.
Κάποια στιγμή με ξύπνησαν. Βγήκα από το αυτοκίνητο και βρέθηκα στη χώρα του χιονιού και του άσπρου χρώματος!!! Είμαστε στην εξοχή, και όλα ήταν άσπρα! Το χώμα, τα δέντρα, όλα! Περπατούσα και το πόδι μου έμπαινε στο χιόνι μέχρι τον αστράγαλο. Ο φίλος του Μπαμπά μου πέταξε στη μούρη μια μικρή μπαλίτσα από χιόνι και όλοι γέλασαν. Εγώ άρχισα να κλαίω.
Όταν γυρίσαμε σπίτι και μας ρώτησαν οι άλλοι πως περάσαμε, η Μαμά είπε: «η Περσεφόνη φοβήθηκε το χιόνι και έβαλε τα κλάματα». Αλλά δεν είναι αλήθεια, δεν φοβήθηκα το χιόνι. Τη Βασίλισσα του Χιονιού φοβήθηκα, μην βγει πίσω από κανένα δέντρο και μου καρφώσει έναν κρύσταλλο στην καρδιά και μου την παγώσει. Όπως έκανε στον καημένο τον Κέι σ’ εκείνο το παραμύθι του κυρίου Άντερσεν που μου διάβασε η Μαμά.
Αν η Βασίλισσα του Χιονιού σου καρφώσει έναν από τους παγωμένους της κρυστάλλους της στην καρδούλα σου, δεν μπορείς πια να αγαπήσεις. Κι αυτό είναι τρομερό.
Δεν είναι?
Περσεφόνη 023

Το ταλέντο της Τασίας
(συνέχεια)
Μόλις τελείωσα με χειροκρότησαν όλοι και η θεία Λένα μου έδωσε ένα φιλάκι στο μαγουλάκι κι εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη. Και η θεία Λένα ήταν χαρούμενη, και ο κύριος με τα πράγματα στ’ αυτιά ήταν χαρούμενος, και όλοι ήταν χαρούμενοι, εκτός από την Τασία, που πλησίασε τη θεία Λένα και κάτι της έλεγε που δεν άκουσα, και η θεία Λένα της είπε «μην ανησυχείτε, δεν θα μεταδοθεί έτσι κι αλλιώς. Tο τραγουδάκι που μας είπε δεν είναι παιδικό και δεν μπορεί να ακουστεί από την εκπομπή».
Μετά η Τασία με πήρε και βγήκαμε από το δωμάτιο 2. Μου είπε πως είχε έρθει η ώρα να δείξει το ταλέντο της. Μπήκαμε στο δωμάτιο με το νούμερο 1. Μέσα είχε πάρα πολύ κόσμο, όσο σε όλα τα άλλα δωμάτια μαζί. Δυο κυρίες με χαρτιά στα χέρια έβαζαν τον κόσμο σε σειρά και όλο κάτι σημείωναν στα χαρτιά με τα μολύβια τους. Μια από αυτές, πλησίασε την Τασία και κάτι είπανε. Μετά καθίσαμε. Σε λίγο μια κόκκινη λάμπα άναψε πάνω από την πόρτα και μας είπαν να κάνουμε ησυχία γιατί «γράφαμε». Εγώ δεν είδα κανέναν να γράφει, ούτε τις κυρίες με τα μολύβια, κι αυτές είχαν σταματήσει. Πήγα να ρωτήσω την Τασία, αλλά μου έκλεισε το στόμα με το χέρι της και κατάλαβα πως δεν έπρεπε να κάνω κιχ.
Ένας κύριος με γυαλιά μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε στο μικρόφωνο, έκανε ένα σήμα στον κύριο με τα πράγματα στ’ αυτιά, και άρχισε να μιλάει:
«Φίλοι μου αγαπημένοι, γειά σας και χαρά σας! Είμαστε και σήμερα κοντά σας με ταλέντα, ταλεντάκια και ταλεντάρες. Παρακαλώ ένα ζεστό χειροκρότημα για να τους δώσουμε κουράγιο!». Ο κόσμος χειροκρότησε –κι εγώ πολύ δυνατά- και τότε ένας κύριος ήρθε δίπλα στον κύριο με τα γυαλιά, είπε ότι τον λένε Γιάννη και είπε ένα τραγούδι που το λέγανε «Ιτιά-Ιτιά». Τραγούδαγε αστεία και μερικοί γέλασαν. Μετά βγήκαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι εγώ κουράστηκα και βαρέθηκα και είπα στην Τασία να πάμε σπίτι, αλλά εκείνη δεν ήθελε γιατί –λέει- δεν είχε δείξει ακόμα το ταλέντο της.
Και τότε ο κύριος με τα γυαλιά φώναξε μια δεσποινίδα Μαίρη να πάει κοντά του. Η Τασία σηκώθηκε και τον πλησίασε. «Καλώς τη Μαιρούλα», είπε ο κύριος με τα γυαλιά. «Δεν τη λένε Μαιρούλα, Τασία τη λένε» φώναξα εγώ που έτρεξα πίσω της και πιάστηκα απ’ το φόρεμά της. «Πάρτε κάποιος το παιδάκι» είπε ο κύριος με τα γυαλιά. «Αμέσως, κ. Οικονομίδη» είπε μια ψηλή ξανθιά και άπλωσε τα χέρια της να με πιάσει. Της έκοψα τη φόρα με μια κλωτσιά και κρύφτηκα πίσω από την Τασία που είχε μια μούρη μπλε. «Δεσποινίς Μαίρη, τακτοποιήστε το παιδάκι και ελάτε να μας τραγουδήσετε» είπε ο κύριος με τα γυαλιά. «ΔΕΝ ΤΗ ΛΕΝΕ ΜΑΙΡΗ, ΤΑΣΙΑ ΤΗ ΛΕΝΕ!» είπα πολύ δυνατά γιατί μάλλον ο κύριος ήταν κουφός και δεν με άκουγε. Ο κύριος με τα πράγματα στ’ αυτιά τότε θύμωσε και είπε πως δεν μπορεί να κάνει δουλειά έτσι, ο κύριος με τα γυαλιά είπε στην Τασία «ευχαριστούμε, καλή μου, μια άλλη φορά ξανάρχεσαι, χωρίς το κοριτσάκι», η ψηλή ξανθιά φώναζε στην Τασία πως είμαι κακομαθημένο, η μούρη της Τασίας ήταν πάντα μπλε, και οι άνθρωποι γελούσαν.
Μας έβγαλαν έξω. Εγώ χάρηκα πολύ γιατί είχα κουραστεί και –επιτέλους- θα γυρίζαμε σπίτι. Η Τασία στο δρόμο έκλαιγε και έλεγε πως της χάλασα την ευκαιρία να δείξει το ταλέντο της στην εκπομπή του κ. Οικονομίδη κι εγώ στεναχωρέθηκα που η Τασία δεν τα κατάφερε. Της έκανα μιαν αγγαλίτσα και της είπα να μου το δείξει εμένα το ταλέντο της γιατί πολύ ήθελα να το δω.
Η Τασία άρχισε να τραγουδάει:
«Πέταξε ένα πουλί κι ήρθε και φώλιασε στην καρδιά
κι έφερε ένα φιλί απ’ τη στεριά την αντικρινή
Πέταξαν δυο πουλιά κι ήρθαν και χτίσανε μια αγκαλιά
και μες στο δειλινό τραγούδι σκόρπισαν σιγανό
Κι άνοιξε η αγκαλιά, κι άνοιξ’ η θάλασσα η γαλανή
κι έσμιξ’ η ακρογιαλιά με τη στεριά την αντικρινή
Ρόδισε η ανατολή, ξύπνησ’ η μέρα μες στην καρδιά
κι έφυγε το πουλί να φέρει μήνυμα και φιλί
Πέταξε το πουλί, πάει στη στεριά την αντικρινή»
Τελείωσε και με κοίταξε. «Ωραίο», της είπα. «Δείξε μου και το ταλέντο σου, τώρα, να πάμε σπίτι». Φτάσαμε σπίτι με την Τασία να με σέρνει ξωπίσω της.
Το βράδυ, που η Μαμά με έβαλε στο κρεβατάκι μου, με ρώτησε πως πέρασα το πρωί. Κι εγώ της είπα πως ήπια πορτοκαλάδα με καλαμάκι, είδα έναν κύριο να κοπανάει μια ψεύτικη πόρτα, άκουσα τον κ. Βογιατζή να τραγουδάει, τραγούδησα κι εγώ στη θεία Λένα που είναι πολύ καλή και μ’ αγαπάει, κλώτσησα μια ξανθιά και η Τασία δείχνει το ταλέντο της σε όλους εκτός από μένα. Η Μαμά αναστέναξε και με φίλησε λέγοντάς μου «καληνύχτα, μωρό μου».
Έξω από την πόρτα του δωματίου μου την άκουσα να λέει στον Μπαμπά: «Τι θα κάνουμε με αυτή τη φαντασία της? Είναι εντελώς ανεξέλεγκτη…».


















