Archive for the ‘Only When I Laugh’ Category
Banking crisis
Το ποδήλατο (υπό Γκολέμη του Παμμεγίστου)
“Όλοι οι φίλοι μου,
πήραν ποδήλατο,
κι εγώ ζηλεύω,
πολύ.
Αχ τι δεν θά’δινα,
για ένα ποδήλατο,
βόλτες να πάμε,
μαζί.
Μα η μαμά με βαράει,
σαν της μιλήσω γι αυτό,
και ο μπαμπάς με χτυπάει,
με του παππού τον λοστό.
Ο παππούς ήταν αγρότης
και αυτοκτόνησε μ’έναν λοστό,
που πήρε ο πατέρας μου,
και τον εκράτησε,
για να με δέρνει μ’αυτόν.
Μα δεν αντέχω άλλο ξύλο,
από μικρό με βαρούν,
ουίσκια και βότκες θα πίνω,
και θα γυρνώ στα σαλούν.
Θα θελα σαν μεγαλώσω,
να φτιάξω κι εγώ,
το δικό μου σαλούν.
Να ‘ρχονται οι φίλοι μου,
με τα ποδήλατα,
κι οι μπράβοι να τους χτυπούν.
Αχ πως ποθώ να πεθάνουν,
στη κόλαση θε να καούν,
ποδήλατο πια να μην κάνουν,
τα χέρια τους να κοπούν.”
(Η εκπομπή ήταν μια κοινωνική προσφορά της Pseftra. Pseftra: τα έχει όλα και συμφέρει!)
wtf?
Το καλύτερο σύνθημα…
Τι έκανες στην κατάληψη, μαμά;
Το είχα δει, εγώ, το όνειρο. Και η γιαγιά η Παναγούλα επέμενε πως τα όνειρα πρέπει να τα πιστεύουμε. Είδα, λέει, πως είχα μαγειρέψει μελιτζάνες ιμάμ. Ξέρετε, απ΄ αυτές που έφαγε και ο ιμάμης και μπαΐλντισε. Ωραίες τις είχα φτιάξει (όχι να το παινευτώ, αλλά μαγειρεύω εξαιρετικά, η αφιλότιμη!), με τη σαλτσούλα να κρατάει, να κάνουν βούτες ο σύζυγος και το παιδί να το φχαριστηθούν. Οι μελιτζάνες ιμάμ, λοιπόν, να τις τρως είναι απόλαυση, να τις ονειρεύεσαι είναι λαχτάρα.
Είδα, που λέτε, πως έφτιαξα ένα μεγάλο ταψί, το στόλισα και με ένα κινέζικο φαναράκι (απ’ αυτά τα κόκκινα με τις φούντες) και το πήγα πεσκέσι στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Πρόεδρο του ΟΛΠ. Τώρα θα μου πείτε «μελιτζάνες και μάλιστα με φούντες κινέζικες, είναι θανατερός συνδυασμός», αλλά δεν φταίω εγώ, το όνειρο ήταν τέτοιο.
Έφαγαν, λοιπόν, τις ωραίες μελιτζάνες οι τον ΟΛΠ διοικούντες, έκαναν και παπάρα στη σαλτσίτσα και μπαΐλντισαν, ως ήταν αναμενόμενο. «Άνοιξε κανένα παράθυρο, σκάσαμε εδώ μέσα», λέει ο Πρόεδρος στον Διευθύνοντα. Ανοίγει, που λέτε, ο Διευθύνων το παράθυρο και χλαπ! κάνει ένα ακροβατικό, που θα το ζήλευε και κινέζος ακροβάτης, και πηδάει έξω! «Πάει ο άνθρωπος», σκέφτηκα, «σάλταρε!» και ξύπνησα έντρομη και κάθιδρη. Δευτερόλεπτα μετά χτύπησε και το ξυπνητήρι για να πάω δουλειά.
Σηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα, στολίστηκα και νάμαι έτοιμη για το γραφείο. Στο δρόμο με μούντζωσε ένας και μούντζωσα πέντε. «Δεν ξεκινάει καλά η μέρα», μονολόγησα. Και βγήκα αληθινή, το κληρονομικό μου χάρισμα μέσα!
Εκεί, λίγο μετά τις 12, βγήκε φιρμάνι: «Σχολάτε, εντολή της Διοίκησης». Πολλοί ασυνείδητοι σκέφτηκαν πως ήταν εκ του πονηρού, για να κάνουν τη συνεδρίαση του Δ.Σ. κεκλεισμένων των θυρών (όπως γίνονται οι δίκες των κατά συρροή δολοφόνων και των κατά συρροή πολιτικών, ντε!), αλλά εγώ πολύ χάρηκα που θα σχόλαγα νωρίτερα, θα προλάβαινα να βάψω και το μαλλί, που έχει βγει η ρίζα και είναι μια αηδία και μισή. Άσε που θα είχαμε και «δεδικασμένο» και θα μπορούσαμε να σχολάμε ό,τι ώρα θέλαμε γενικώς. Αλλά πού να καταλάβουν οι συνάδελφοι, τους έχουν παραπλανήσει εντελώς οι συνδικαλιστές μας.
Για να μη σας τα πολυλογώ, δεν φύγαμε. Μέσα εμείς (εργαζόμενοι, συνδικαλιστές, Διευθύνων Σύμβουλος και Πρόεδρος), έξω άλλοι συνάδελφοι και τα ΜΑΤ. Σαν τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου, ένα πράμα. Μια ομορφιά, σας λέω. Οι ώρες περνούσαν και άρχισα να πεινάω. Θυμήθηκα πως στο Μεσολόγγι είχαν αναγκαστεί να φάνε μέχρι ποντίκια και αναγκάστηκα να καταστήσω σαφές στους συναδέλφους πως εγώ ποντίκια αποκλείεται να φάω. «Καλά, θα σου παραγγείλουμε πίτσα», μου είπε κάποιος. Νάχα το ταψί μου με τις μελιτζάνες, μέχρι τη φούντα την κινέζικη θα έτρωγα…
Καθόμαστε, που λέτε, και περιμέναμε να περάσει η ώρα, να κάνει πως αρχίζει το ΔΣ και να το ματαιώσουμε και ξαφνικά σκάει η μπόμπα: «ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Πρόεδρος πήδηξαν από το παράθυρο!». Σκοτοδίνη μου ήρθε. Μιράκολο, μιράκολο, το όνειρο έβγαινε αληθινό! Ιδού το παράθυρο, ιδού και το πήδημα, οι μελιτζάνες και η κινέζικη φούντα έλειπαν μόνο! Στην αρχή δεν το πιστέψαμε, αποκλείεται, είπαμε, μεγάλοι άνθρωποι να πηδάνε από τα μπαλκόνια. Πω, πω πωωωωωωω! Τώρα το σκέφτηκα, κι άλλη προφητεία βγήκε αληθινή! Εκείνο, το σύνθημά μας: «ΛΙΜΑΝΙΑ ΠΟΥΛΑΤΕ, ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΘΑ ΠΗΔΑΤΕ»! Καλά, έχω μείνει άναυδη, μιλάμε! Τελικά όλοι οι εργαζόμενοι στον ΟΛΠ έχουμε κληρονομικό χάρισμα, καταπληκτικό!
Κι όμως, κυρίες και κύριοι και αγαπητά μου παιδιά, έτσι έγιναν τα πράγματα. Φοβούμενοι ποιος ξέρει τι (τη δίκαιη οργή των εργαζομένων; την επαπειλούμενη επέμβαση των ΜΑΤ; την αντανάκλαση της εικόνας τους στον καθρέφτη;), άνοιξαν το παράθυρο, πήδηξαν στο μπαλκόνι και κατέβηκαν τη σκάλα κινδύνου για να διαφύγουν. Σκέτοι Ρόμποκοπ, λέμε. [Διευκρίνιση για τους μη κατέχοντες ξένες γλώσσες: Ρόμποκοπ = λέξη σύνθετη, το πρώτο συνθετικό είναι ρόμπα].
Και επειδή αντιλαμβάνομαι πως δύσκολα μπορείτε να πιστέψετε κάτι τέτοιο, ιδού και η ζωγραφιά που δημιούργησε αυτόπτης μάρτυς, νεαρότατης ηλικίας. Γιατί από μικρό κι από τρελό, μαθαίνεις την αλήθεια!
Μόλις συνήλθαμε από το σοκ, αναρωτηθήκαμε πού να έχουν πάει τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα! Ψάχναμε εμείς, ψάχνανε οι συνδικαλιστές, έψαχναν και οι βουλευτές, έψαχνε ο Δήμαρχος, έψαχνε και ο Νομάρχης, πουθενά! Άφαντοι! Αφού ψάξαμε καλά μέσα, είπαμε να κατέβουμε και κάτω, στον Επιβατικό Σταθμό, στην Κρουαζιέρα ντε! Κατέβηκαν οι συνδικαλιστές, οι βουλευτές, ο Δήμαρχος, ο Νομάρχης (α, ρε, αθάνατε Λογοθετίδη…), και τους αναζητούσαν. Συνάντησαν έναν διάσημο σουβλατζή του Πειραιώς (φημισμένα τα σουβλάκια του Καράμπαμπα στη Δραπετσώνα) και τον ρώτησαν αν ήξερε κάτι τις. Ιδέα δεν είχε ο μαγαζάτορας. Ξαφνικά, είδαν φως στο καφενείο και είπαν να μπουν. Και τι νομίζετε πως είδαν, με τα μεγάλα και ωραία μάτια τους; Το διορισμένα μέλη του ΔΣ του ΟΛΠ, καθισμένα σε καφάσια γάλακτος ΑΓΝΟ (άδεια, μάλλον το γάλα το ήπιαν στο τσακίρ κέφι), να συνεδριάζουν γύρω από δυο τραπεζάκια καφενείου. Πώς λέμε «μικροί-μεγάλοι στο καφενείο»; Αυτό ακριβώς!
«Αυτοί! Αυτοί!», φώναξε έντρομος διοπτροφόρος δικολάβος, ο οποίος λίγο πριν είχε μιαν άτυχη συνάντηση με τους εργαζομένους στον πάνω όροφο. «Αυτοί! Αυτοί!» σιγοντάρισαν και τα υπόλοιπα αγόρια της χορωδίας και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Και μόλις πάτησαν σε έδαφος σώο και ασφαλές, έστειλαν και μήνυμα πως –τάχα μου- την υπέγραψαν την παραχώρηση του λιμανιού στους Κινέζους.
Επειδή, όμως, κυρίες και κύριοι και αγαπητά μου παιδιά, αυτά δεν γίνονται ούτε στο Πεκίνο, κι επειδή οι εργαζόμενοι στον ΟΛΠ δεν προτίθενται να κάνουν τον Κινέζο, ο μόνος τρόπος να απαλλαγούν από εμάς (λέμε τώρα…) και να μπορέσουν να συνεδριάσουν ανενόχλητοι, είναι να μας δώσουν κανένα μήνα άδεια με αποδοχές και bonus, να πάμε καμιά ομαδική εκδρομή, να βάψω κι εγώ –επιτέλους- τη ρίζα.
Γιατί αλλιώς, ό,τι και να κάνουν, μπροστά τους θα μας βρίσκουν. Ούτε δίπλα τους, ούτε πίσω τους. ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥΣ.
O tempora, o mores!
Θες ν’αγιάσεις και δε σ’αφήνουν. Είπες, κι εσύ, να παρατήσεις το βλόγιν και ν’ασχοληθείς σοβαρά με την έρευνα, αλλά να που κάτι συμβαίνει και ξανασέρνεσαι στην αρένα. Όχι αυτή την ωραία, του Φωτόπουλου, στη Μήδεια, αλλά την άλλη, του βλόγιν. Για την αρένα της Μήδειας –και για τη Μήδεια την ίδια- θα είχα πολλά να σας πω, (αν είστε περίεργοι να δείτε τι θα σας έλεγα, διαβάστε ΑΥΤΟ από την Αλεπού, μαζί την είδαμε…) αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Το θέμα μου είναι άλλο.
Πριν, που λέτε, συνεχίσω το κομμάτι που γράφω για το «΄Έγκλημα», μπαίνω στο Facebook να ταΐσω τα ζωντανά μου, να μάθω τα κουτσομπολιά και να δω αν μας ανακάλυψε κανένα καλό μωρό και θέλει να μας κάνει φίλους (προς το παρόν μόνο κάτι σιτεμένοι βλόγερς με κάνουν add.) :P
Κι εκεί που ρουφάω τη δεύτερη γουλιά από τον καφέ και χαζεύω την ωραία φωτογραφία στο προφίλ μου (κούκλα είμαι, η ρουφιάνα), τι βλέπουν να μεγάλα και ωραία μάτια μου;;;; Μια διαφήμιση! Ναι, αλλά ΤΙ διαφήμιση;
Δεν ήταν εκείνου του τύπου, του ντετέκτιβ ντε! Ούτε του «κάντο μόνος σου απ’ το σπίτι». Ούτε καν η «πωλούνται μεζονέτες στα γραφικά λιμανάκια της Κερατέας». Ήταν μια διαφήμιση του φετινού ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΝΕ – ΟΔΗΓΗΤΗ! Ναι, καλέ, έτσι όπως σας τα λέω! Να μη χαρώ την ομορφιά μου και να με παρατήσει ο καλός μου για μιαν 25άρα, αν σας λέω ψέμματα!
Έφριξε η Κνίτισσα με το ταγάρι και την ινδική φούστα που κοιμάται μέσα μου από το βρώμικο ’89! Με το κληρονομικό χάρισμα που διαθέτω, ένοιωσα τον Λένιν να κάνει τούμπες στο μαυσωλείο του και τον Στάλιν να δαγκώνει τον Μπρέζνιεφ στο σβέρκο, εκεί κάτω, στην κόλαση.
Διαφήμιση στο Facebook, σύντροφοι; Διαφήμιση, γενικώς; Πού πήγαν οι παλιές, καλές, ένδοξες εποχές της ενημέρωσης πόρτα-πόρτα και του «πάρτε, καλέ κυρία, εισιτήρια του Φεστιβάλ, έχω κι ένα πλάνο να πιάσω ο Κνίτης!»; Τόσο πολύ έχουν αλλάξει τα πράγματα, πια;
Και άντε και άλλαξαν. Αλλά να σας πω κάτι, ρε σύντροφοι; Αν θέλουμε να οδηγήσουμε SLK, πρέπει να προσαρμόσουμε και το ντύσιμό μας: δε λέει να χρησιμοποιούμε τέτοιο αυτοκίνητο και να φοράμε ρούχα από τα καλάθια της Αιόλου. Και για να μην γίνει παρανόηση, εξηγώ πάραυτα τι εννοώ. Αν θες να είσαι μέσα στα πράγματα, σε όλα τα πράγματα, πρέπει να μάθεις να μιλάς και τη γλώσσα τους, πρέπει να βγάλεις μπροστά ανθρώπους με όραμα και με κέφι. Που να κατέχουν και το άθλημα. Όχι την Αλέκα, που ακόμα κάνει την επανάσταση από το βουνό! Τώρα, βέβαια, θα μου πεις –και με το δίκιο σου- «ο Γιωργάκης του ΠΑΣΟΚ το κατέχει το άθλημα, αλλά είναι για μπροστά;».
Και θα με αποστομώσεις. Γιατί δεν είναι. Και απάντηση δεν έχω να σου δώσω. Και κάτι, βαθιά μέσα μου, λέει πως «πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικιά μας θάναι». Η Δεξιά.
Την αντιπολίτευσή μου μέσα!






























