Archive for the ‘Memories Family And Friends’ Category
Μια βραδιά για το Δημήτρη Μαμαλούκα
Ένα κοχύλι
26 Αυγούστου, ώρα δύο το απόγευμα, παραλία Νέας Επιδαύρου. Λίγος κόσμος. Δυο πιτσιρίκια, 7-8 χρονών, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, σηκώνονται από τη σκιά της ομπρέλας και κατευθύνονται προς την παρακείμενη καντίνα.
Καθώς περνούν από μπροστά μου, η μικρή διαμαρτύρεται για την καυτή άμμο που της καίει τις πατούσες και ο μικρός –ιππότης- της προτείνει να πατά πάνω στη σκιά του!
Γυρνώντας από την καντίνα, με τα χέρια γεμάτα παγωτά για τους ίδιους και τους γονείς, σταματούν δίπλα μου.
«Κοίτα, ένα κοχύλι!», λέει ο μικρός. «Πάρτο».
«Δεν μπορώ», απαντά η πιτσιρίκα. «Έχω τα παγωτά, κρατάω και τα λεφτά από τα ρέστα. ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ».
«Το παίρνω εγώ και θα στο δώσω», λέει ο μικρός μαζεύοντάς το.
***
Ένοιωσα μια θλίψη για τα λόγια της μικρής. Γύρισα να δω τα δυο ζευγάρια των γονιών κάτω από τις ομπρέλες. Δεν δυσκολεύτηκα να μαντέψω ποιοι ήταν οι δικοί της.
***
Αισθάνομαι τυχερή που, ανέκαθεν, ερωτευόμουν άντρες χωρίς λεφτά, αλλά πάντα με ένα κοχύλι στην τσέπη για μένα.
***
Στον αστερισμό των Διδύμων, τα πάρτυ είναι καλύτερα!
Και σήμερα στη μπλογκόσφαιρα έχουμε τέτοια πάρτυ!
Γενέθλια έχει ο Sotiris K. Nα είναι υγιής, πνευματικά διαυγής, ευτυχισμένος!
Σήμερα κλείνει τα 22 το παλικάρι του Aeipote. Να είναι γερό και τυχερό και να τον καμαρώνει ο αγαπημένος του μπαμπάς!
Σήμερα, όμως, κλείνουν τα 24 και τα δικά μου τα μωρά, η μόνη σημαντική περιουσία μου, ο πιο βασικός λόγος να υπερηφανεύομαι: η Μαράτα μου και η Αλίνα μου. Θα τους δώσω την ευχή που τους δίνω πάντα τέτοια μέρα.
Να ζήσετε, αγάπες μου, γερές, δυνατές και αξιοπρεπείς. Και να μη χάσετε ποτέ την αισιοδοξία, το χιούμορ σας και την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους.
MvsR
Μεγάλη Παρασκευή
Στο Νησί από χθες το απόγευμα, αρκετά νωρίς για κάνουμε μια γρήγορη καθαριότητα και τον απαραίτητο πασχαλιάτικο στολισμό. Μη φανταστείτε τίποτα σπουδαίο, κεριά κυρίως, σε διάφορα χρώματα κι αρώματα και καλή διάθεση, απαραίτητη για να περάσεις καλά.
Αν και είναι ο τρίτος χρόνος που έχω το σπίτι στο Νησί, είναι μόλις το δεύτερο Πάσχα που θα περάσω εδώ. Πέρυσι ήμουν αλλού…
Η φύση εδώ είναι πανέμορφη και ανυπομονώ για τον αποψινό εκκλησιασμό. Πάντα πηγαίνω στην εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή, όχι για το θρησκευτικό μέρος της τελετουργίας, αλλά για το καθαρά λαογραφικό, καθώς και για την υπέροχη ατμόσφαιρα. Μ’ αρέσει να είμαι σε κάποια εκκλησία, σε μέρος εξοχικό, και να παρακολουθώ τη λειτουργία πάντα από το προαύλιο της εκκλησίας, ακόμα κι αν το κρύο είναι τσουχτερό. Εκεί, με το φως από το κερί να τρεμοπαίζει μπροστά στο πρόσωπό μου, απολαμβάνω τον Επιτάφιο Θρήνο με μάτια κλειστά, ρουθούνια ολάνοιχτα στις μυρωδιές της άνοιξης που κατακλύζουν τη νύχτα, και την καρδιά και το μυαλό στραμμένα στους ανθρώπους που αγαπώ.
Έτσι κι απόψε, θα πάμε με τους φίλους να κοινωνήσουμε της μαγείας της Μεγάλης Παρασκευής και να ακούσουμε το «Αι γενεαί πάσαι» από την υπέροχη γυναικεία χορωδία της εκκλησίας του Άη Νικόλα, εδώ στο Νησί.
«Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον τους δούλους».
Και μετά στου Λευτέρη, στο «Ακρογιάλι», για το τελευταίο δείπνο με νηστίσιμα, θαλασσινά δηλαδή.
Κι αύριο θ΄ αναστήσουμε.
Οι κούκλες της Γιασεμίνας
Μπήκε στο καφέ του ΙΑΝΟΥ λίγα λεπτά πριν την ώρα του ραντεβού μας και κοίταξε ένα γύρω. Με εντόπισε στη συνηθισμένη μου θέση, στο μεγάλο τραπέζι, και προχώρησε προς το μέρος μου με ένα πλατύ χαμόγελο. Στο χέρι της κρατούσε διπλωμένο το φύλλο της εφημερίδας. «Την πήρα μαζί μου για να σε αναγνωρίσω» είπε ενώ μου έσφιγγε το χέρι σε χειραψία εγκάρδια. Η κυρία Γιασεμίνα.
Την κυρία Γιασεμίνα δεν την γνώριζα. Μου είχε τηλεφωνήσει στο κινητό το προηγούμενο Σάββατο και είχε συστηθεί. Μου είχε πει πως είχε διαβάσει στην εφημερίδα για τη συλλογή με τις κούκλες και πως –αν ενδιαφερόμουν- είχε μερικές παιδικές δικές της που ήθελε να δώσει. Δήλωσα πως θα ήθελα να της δω και –ενδεχομένως- να τις αγοράσω. Δώσαμε ραντεβού.
Είχε τις κούκλες σε μια μεγάλη, χάρτινη σακούλα, τέσσερις όλες κι όλες. «Είναι δικές μου, από τα μικράτα μου», είπε. «Θα τις δεις, είναι σε καλή κατάσταση, διασώθηκαν από ένα σωρό καταστάσεις, διασώθηκαν από μια ζωή». Παραγγείλαμε καφέδες. Ήπιε μια γουλιά από τον δικό της και άρχισε να μιλάει.
«Είναι πολλά χρόνια που είμαι συνταξιούχος, κι εγώ κι ο άντρας μου. Έχουμε μια καλή ζωή, οικονομική άνεση, περνάμε καλά, δόξα τω Θεώ. Έξι μήνες το χρόνο ζούμε εδώ και έξι στο νησί. Να, την άλλη βδομάδα θα φύγουμε και θα επιστρέψουμε τον Οκτώβρη. Είναι όμορφα στο νησί. Έχεις έρθει ποτέ; Ναι; Σου άρεσε; Ναι, είναι όμορφα, αν και την εποχή που ήρθες ο κόσμος είναι πολύς. Να έρθεις Ιούνιο ή Σεπτέμβρη, να το ευχαριστηθείς. Και τον Οκτώβρη καλά είναι, καλοκαίρι ακόμα. Να έρθεις. Και να μείνεις σ’ εμάς.
Οι κούκλες, που λες… κατάφερα να τις φυλάξω τόσα χρόνια. Δεν έκανα και κόρη να τις παίξει, ένα γιο έχουμε. Και τώρα, που έχω μεγαλώσει αρκετά και είναι πολύ πιθανό να φύγω ξαφνικά, μη διαμαρτύρεσαι, ξέρω τι λέω, θέλω να τις δω να πηγαίνουν κάπου καλά, να μη μείνουν μοναχές τους και πεταχτούν από το γιο και τη νύφη μου όταν θα αδειάσουν το σπίτι. Γιατί θα πεταχτούν, μαζί με όλα τα πράγματα με τα οποία έζησα, όλα τα αντικείμενα που αντανακλούν το προσωπικό μου γούστο. Ξέρεις, πάντα μου άρεσε να έχω όμορφα πράγματα γύρω μου, και έχω πολλά. Μόνο, να… ο γιος, όπως κάνουν συνήθως τα αγόρια, δεν ενδιαφέρεται γι αυτά και η νύφη μου τα θεωρεί «παλιατζούρες». Επίπλωσαν ολόκληρο σπίτι με 1.400 ευρώ από το ΙΚΕΑ, και αρνήθηκαν να πάρουν ωραιότατα έπιπλα, πραγματικές αντίκες, που ήμουν διατεθειμένη να τους δώσω. Τι να πεις… Ναι, καταλαβαίνω τι λες, καταλαβαίνω πως ήθελαν να φτιάξουν τον προσωπικό τους χώρο με το δικό τους γούστο, αλλά θα μπορούσαν να κρατήσουν μερικά κομμάτια και από τα δικά μας. Στο κάτω-κάτω είναι η ιστορία της οικογένειάς μας.
Έτσι κι εγώ, είδα κι απόειδα, και άρχισα να τα μοιράζω, να εξασφαλίσω πως κάποια δικά μου πράγματα, που σημαίνουν πολλά για μένα, δεν θα καταλήξουν στα σκουπίδια. Έτσι και με τις κούκλες. Τις είχα δώσει στο Μουσείο Μπενάκη, για μιαν έκθεση, και ήμουν διατεθειμένη να τους τις αφήσω, αλλά μου είπαν πως θα κατέληγαν σε κάποιο υπόγειο, μετά, δεν είχαν κατάλληλο χώρο φύλαξης. Εσύ πού κρατάς τις δικές σου; Σε βιτρίνες; Ναι, οι παλιές κούκλες είναι ευαίσθητες, όπως και οι παλιοί άνθρωποι, δίκηο έχεις.
Κάτσε να στις δείξω, όμως… Ξέρεις, ο μπαμπάς μου ήταν έμπορος, ταξείδευε πολύ και μου έφερνε παιχνίδια απ’ όπου και να πήγαινε. Ζούσαμε στο νησί και, τις εποχές εκείνες, τα παιχνίδια των παιδιών ήταν –συνήθως- αυτοσχέδια. Καταλαβαίνεις πως οι κούκλες μου ήταν αντικείμενο θαυμασμού. Είχα πολλές, αλλά οι περισσότερες χάθηκαν τότε, στα παιδικάτα μου, σαραβαλιασμένες από τα παιχνίδια με τις φιλενάδες. Μόνο αυτές τις τέσσερις περιέσωσα και νάτες. Αυτή μου την είχε φέρει ο νονός μου από το εξωτερικό, μάλλον, δεν πρέπει να είναι ελληνική. Τι είπες; Έχει σφραγίδα που δείχνει πως είναι από τη Γερμανία; Να, βλέπεις; Εγώ δεν τα ξέρω αυτά, δεν γνωρίζω αν έχουν κάποια αξία πέρα από τη συναισθηματική. Έχουν λες, ε; Να, αυτή τη μαυρούκα μου την είχε φέρει ο νονός μου, ούτε θυμάμαι από πού. Της κρέμονται τα χεράκια και τα ποδαράκια, όμως… Ξέρεις να τα φτιάχνεις; Ωραία, θα τη διορθώσεις, λοιπόν, έκτακτα. Να, αυτή εδώ έχασε το παπουτσάκι της και τη μία της κάλτσα. Ποιος ξέρει σε ποιο χωματόδρομο του ’40 τα παράτησε… Ναι; Αλήθεια; Μα έχεις και σκέτα ρούχα; Οπότε θα την παπουτσώσεις, πολύ χαίρομαι!!! Να, αυτή είναι η αγαπημένη μου, δεν ξέρεις πόσο πολύ έχω παίξει με αυτή!!! Σ’ αρέσουν, τις θέλεις;
Όχι, ούτε να το συζητάς! Δεν τις πουλάω, τις χαρίζω, σου τις χαρίζω. Είμαι σίγουρη πως θα βρουν καλή συντροφιά στο σπίτι σου και θα είναι χαρούμενες. Μόνο, αν μπορείς, να τις βάλεις όλες μαζί, στην ίδια βιτρίνα, έχουν συνηθίσει η μία την άλλη όλα αυτά τα χρόνια.
Θα φύγω, τώρα, λείπω ώρα από το σπίτι και κουράστηκα λιγάκι. Να τις προσέχεις και να τις αγαπάς. Μπορεί να κλάψουν μια σταλίτσα, έτσι που θα με δουν να τις αφήνω και να φεύγω, αλλά γρήγορα θα ξεχαστούν. Έχεις όμορφα και καλά μάτια, είδα μέσα τους εγώ. Στις εμπιστεύομαι με χαρά.»
Έβαλε, ξανά, τις κούκλες στη σακούλα τους, χαιρετηθήκαμε κι έφυγε. Καθώς την παρατηρούσα ν’ απομακρύνεται, σαν να άκουσα φωνίτσες μέσα από τη σακούλα. Την άνοιξα και έβγαλα, πάλι, τις κούκλες. Τις κάθισα στο τραπέζι, μπροστά μου. Η κοπελιά που έφερε τον δεύτερο καφέ μου, παρατήρησε πως ήταν πολύ όμορφες. «Είναι λίγο λυπημένες», της εξήγησα, «επειδή έφυγε η μαμά τους. Αλλά, τώρα, τις υιοθέτησα εγώ».
Ο μαύρος μας ο γάτος, νάτος, νάτος!

Για πρώτη φορά ανέβηκε στο σπίτι με τα χιόνια. Μέχρι τότε, από τη στιγμή που γεννήθηκε, μεγάλωνε στον κήπο. Εκεί τον ταΐζαμε, εκεί τον ποτίζαμε, εκεί τον χαϊδεύαμε. Μαζί και το αδελφάκι του. Τις μέρες που χιόνισε τα ανεβάσαμε σπίτι για να μην παγώσουν και τα είχαμε περιορίσει στην κουζίνα. Εννοείται πως ο Τούλης, ως το μόνο μέχρι τότε σερνικό του σπιτιού μας και αδιαφιλονίκητος άρχοντας των καρδιών μας, έπαθε κρίση. Ξημεροβραδιαζόταν έξω από την κλειστή πόρτα της κουζίνας και έδειξε πραγματικά άγριες διαθέσεις σε μια κατά μέτωπο συνάντηση.
Τα χιόνια τελείωσαν και με την καλοκαιρία τα γατιά κατέβηκαν ξανά στον κήπο. Μέχρι που ένα αυτοκίνητο σκότωσε το αδελφάκι του, που βγήκε περίεργο από τον κήπο για να εξερευνήσει τη γειτονιά. Τότε το γατί, με ομόφωνη απόφαση, ανέβηκε πάλι στο σπίτι. Αυτή τη φορά ήρθε για να μείνει.
Πήγε στο γιατρό, εμβολιάστηκε, έβγαλε βιβλιάριο, απέκτησε όνομα (Συλβέστερ, που θα γίνει Ρούλης μετά τη στείρωση…), απέκτησε τα δικά του πιατάκια, παιχνιδάκια, σκαφάκι με άμμο και όλα τα σέα και τα μέα του και εγκαταστάθηκε στην κουζίνα, όπου απομονωνόταν όταν λείπαμε για λόγους ασφαλείας. Ο Τούλης παρέμενε σταθερά ξαπλωμένος και νιαουρίζων έξω από την κλειστή πόρτα.
Όταν είμαστε εκεί τους φέρναμε σε επαφή. Ο μεγάλος ήταν περίεργος και διερευνητικός, ο μικρός τσαμπουκαλεμένος και αποφασισμένος να διεκδικήσει ό,τι του ανήκε. Πέσανε κάτι σφαλιάρες εκατέρωθεν, βγήκαν νύχια μια-δυο φορές, εμείς μοιράζαμε εξίσου χάδια και μαλώματα και τα πράγματα ισορρόπησαν. Τώρα ανέχονται ο ένας τον άλλον (οφείλω να ομολογήσω πως αυτό έγινε πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενα) και δεν μαλώνουν ακόμα και όταν εμείς δεν βλέπουμε!
Κυρίες και κύριοι, ιδού το νέο μας γατί! Οι φωτό είναι από τις πρώτες προσεγγίσεις Τούλη και Ρούλη.





























