Ο ζωγράφος, το μοντέλο του και το Νησί της Ευτυχίας
O Marc Chagall γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1887 σε μια μικρή πόλη της δυτικής Ρωσικής Αυτοκρατορίας, το Vitebsk, όχι μακριά από τα πολωνικά σύνορα. Η οικογένειά του, η οποία αριθμούσε άλλα οκτώ παιδιά εκτός από αυτόν, ήταν αφοσιωμένοι εβραίοι, όπως η πλειονότητα των 20.000 εβραίων του Vitebsk. Ταπεινής καταγωγής, αλλά όχι φτωχοί, οι γονείς του Chagall εργάζονταν και οι δύο: ο πατέρας του σε μιαν αποθήκη ρέγκας και η μητέρα του διατηρούσε ένα παντοπωλείο.
Ο μικρός Marc φοίτησε στο εβραϊκό δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια γράφτηκε στο τοπικό δημόσιο, όπου η διδασκαλία των μαθημάτων γινόταν στα ρωσικά. Αφού έμαθε τα στοιχειώδη της ζωγραφικής στο σχολείο, μαθήτευσε δίπλα στον Jehuda Pen, έναν τοπικό εβραίο καλλιτέχνη και, το 1907, πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου σπούδασε, με διαλείμματα, για τρία χρόνια υπό την καθοδήγηση του Léon Bakst, ο οποίος την εποχή εκείνη ξεκινούσε μια λαμπρή σταδιοδρομία ως σκηνογράφος.
Η Bella Rosenfeld γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1895, επίσης στο Vitebsk, σε μιαν εύπορη οικογένεια. O πατέρας της είχε τρία κοσμηματοπωλεία στην πόλη. Η Bella ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στο τοπικό γυμνάσιο, βραβευόμενη κάθε χρόνο με επαίνους για την εξαιρετική της απόδοση. Συνέχισε τις σπουδές της σε ένα από τα πιο φημισμένα κολέγια θηλέων της Μόσχας, όπου σπούδασε ιστορία, φιλοσοφία και λογοτεχνία. Αργότερα διδάχτηκε την τέχνη της υποκριτικής, στο περίφημο Studio του Stanislavsky.
Ο Marc και η Bella γνωρίστηκαν στο τέλος του καλοκαιριού του 1909. Εκείνη την
εποχή η Bella είχε μόλις επιστρέψει από ένα ταξείδι στο Βερολίνο και τη Βιέννη και επισκέφθηκε τη φίλη της Teja Brachman, για να μοιραστεί μαζί της τις εντυπώσεις της. Οι γονείς τους ήταν επίσης φίλοι και τα κορίτσια επισκέπτονταν συχνά το ένα το άλλο. Οι γονείς της Teja ήταν επίσης ευκατάστατοι και είχαν ένα ανοιχτό σπίτι, από το οποίο ξεχύνονταν συχνά τα γέλια των προσκεκλημένων τους και μουσική από πιάνο και βιολί, ενώ δίνονταν και θεατρικές παραστάσεις στο μεγάλο κήπο τους. Ο καλλιτέχνης Viktor Mekler, φίλος του Chagall, τον είχε συστήσει στην Teja, όταν εκείνη σπούδαζε στην Αγία Πετρούπολη. Καθώς ο Marc δεν είχε αρκετά χρήματα για να προσλαμβάνει μοντέλα, οι φίλοι του, ανάμεσα στους οποίους και η Teja, πόζαραν για εκείνον. Ο Marc και η Bella πρωτοσυναντήθηκαν στο σπίτι της Teja.
Αργότερα η Bella θα έγραφε στα απομνημονεύματά της:
«…Εντυπωσιάστηκα από τα μάτια του, ήταν τόσο γαλάζια όσο ο ουρανός. Είχε ασυνήθιστα μάτια, δεν έμοιαζαν με κανενός άλλου. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια μάτια παρά μόνο σε εικονογραφήσεις παραμυθιών με θηρία. Το στόμα του ήταν πάντα μισάνοιχτο, σαν να ήθελε να πει κάτι ή σαν να ετοιμαζόταν να δαγκώσει με τα μυτερά, λευκά του δόντια. Όλες του οι κινήσεις θύμιζαν αρπακτικό… Τι να σκέπτεται άραγε; Βλέπω αυτή τη βαθειά, κάθετη ρυτίδα στη μέση του μετώπου του. Με πλησιάζει, χαμηλώνω το βλέμμα, δεν μιλά κανείς μας, ακούμε μόνο τον δυνατό χτύπο της καρδιάς μας… Το πρόσωπό του ζει μέσα μου, σαν δεύτερο εγώ μου, η φωνή του αντηχεί στ’ αυτιά μου. Συνάντησα καλλιτέχνες και στο παρελθόν, αλλά κανείς τους δεν έμοιαζε με αυτόν…»
Η δεύτερη συνάντηση των δύο νέων έγινε στη γέφυρα της πόλης. Ο Marc και η Teja με το σκυλάκι της έκαναν τη βόλτα τους, όταν συνάντησαν τη Bella.
«…Μου μιλάει με τόση οικειότητα, σαν να συναντιόμαστε κάθε μέρα. Δεν με φοβίζει, έχει μιαν ήρεμη, αυτοελεγχόμενη φωνή. Τα σγουρά του μαλλιά προβάλλουν κάτω από το καπέλο του. Περπατάμε παρέα, δεν είναι τόσο τρομακτικός όσο φαντάστηκα στην αρχή, αλλά δείχνει τόσο δυνατός και στιβαρός, σαν να αντλεί τη δύναμή του από ένα ατσαλένιο ποτάμι..»
Οι συναντήσεις του ζευγαριού πύκνωναν και πολύ συχνά περπατούσαν μαζί στις όχθες του ποταμού Dvina.
«…Ήταν τόσο ήρεμα όλα πριν. Έζησα στην ασφάλεια και τη γαλήνη του σπιτιού μας, διάβαζα βιβλία, απέφευγα τους ανθρώπους σαν να ήταν κακά πνεύματα. Και έφτασε η εμφάνιση αυτού του άντρα για να τελειώσει οριστικά η ηρεμία μου…».
Η Bella συμφωνεί να ποζάρει γυμνή για το νεαρό ζωγράφο και είναι το μοναδικό μοντέλο, στη μακριά ζωή του Chagall, με το οποίο ο ίδιος είχε στενότερες σχέσεις.
Η 25η Ιουλίου του 1915, μπορεί να είναι μια βροχερή μέρα για το Vitebsk, για το Marc και τη Bella, όμως, είναι η αρχή μιας ολόκληρης ζωής. Η τελετή έγινε σύμφωνα με το χασιμίτικο τυπικό κι ενώ ο αρχιραβίνος της πόλης τους ένωνε με τα δεσμά του γάμου, το ζευγάρι ήδη ονειρευόταν να φύγει για να μείνει, επιτέλους, μόνο του.
Ο μήνας του μέλιτος, όμως, διακόπτεται βίαια: ο γαμπρός πρέπει να φύγει για το μέτωπο. Για καλή του τύχη, ο Marc δε φεύγει για την πρώτη γραμμή, αλλά αναλαμβάνει βοηθός στο γραφείο του κουνιάδου του, Jacob Rosenfeld. Παρ’ όλα αυτά, ο ζωγράφος βρίσκεται τόσο πολύ στο δικό του κόσμο, που δεν καταφέρνει ούτε τα βιβλία να κρατήσει και εξακολουθεί να ζει για την τέχνη του.
Η Bella είναι η μόνη που έχει πρόσβαση στον γεμάτο χρώματα και σχήματα κόσμο του Marc. Είναι στην κυριολεξία ένα ονειρεμένο ζευγάρι. Το φανταστικό νησί της ευτυχίας τους παραμένει άθικτο παρ’ όλους τους… βομβαρδισμούς: Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, έντονος αντισημιτισμός στη ρωσική πατρίδα, Οκτωβριανή Επανάσταση, εξορία στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ήδη, πριν το γάμο του, ο Marc έχει πάει στο Παρίσι και έχει προλάβει να γνωρίσει και να συνδεθεί με τους avant-garde ποιητές Blaise Cendrars, Max Jacob και Guillaume Apollinaire, καθώς και με αρκετούς νεαρούς καλλιτέχνες που έμελλε να γίνουν διάσημοι: τον εξπρεσσιονιστή Chaim Soutine, τον αφηρημένο Robert Delaunay και τους κυβιστές Albert Gleizes, Jean Metzinger, Fernand Léger και André Lhote. Σε μια τέτοια συντροφιά οποιαδήποτε ζωγραφική τολμηρότητα χαιρετιζόταν με ενθουσιασμό. Ήταν εκεί και τότε που ο Chagall ξεδίπλωσε και ανέπτυξε το ταλέντο του που είχε ήδη φανεί από τη Ρωσία.
Η Επανάσταση του Οχτώβρη του 1917, τον βρίσκει θερμό υποστηρικτή. Αναλαμβάνει κομισάριος τέχνης στην περιοχή του Vitebsk και ξεκινά να θέσει σε εφαρμογή τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για τη δημιουργία μιας τοπικής ακαδημίας και μουσείου. Όμως, ύστερα από δυόμισι χρόνια έντονης δραστηριότητας, που σημαδεύτηκε από διαρκώς αυξανόμενη πικρή αισθητική και πολιτικές διαφωνίες, εγκαταλείπει τη θέση του και μετακομίζει στη Μόσχα, όπου δραστηριοποιείται για λίγο στο χώρο του θεάτρου, σχεδιάζοντας σκηνικά και κοστούμια για τα έργα του εβραίου συγγραφέα Sholem Aleichem. Επίσης ζωγραφίζει τις τοιχογραφίες στο θέατρο Kamerny. Το 1922, ο Marc και η Bella εγκαταλείπουν τη Ρωσία για πάντα. Περνούν ένα χρόνο στο Βερολίνο (όπου έμαθε και την τεχνική της χαρακτικής), για να εγκατασταθούν στη συνέχεια στο Παρίσι, μαζί με τη μικρή τους κόρη Ida.
Οι δεκαετίες του ‘20 και του ‘30 είναι οι πιο παραγωγικές του Chagall, κατά τη διάρκεια των οποίων δημιουργεί πολλά από τα αριστουργήματά του, αρκετά εμπνευσμένα από την αγαπημένη του Bella, η οποία είναι και το μοντέλο για πολλά από αυτά (A Walk, Over the Town, The Wedding, Green Lovers, Blue Lovers, Bella with Black Gloves, Bella with a Violoncello, Bella with a Shawl). Από τις πρώτες ημέρες του γάμου τους, ο Marc δίνει μεγάλη σημασία στη γνώμη της γυναίκας του για τα έργα του. Γράφει ο ίδιος: «Δεν τελείωσα ποτέ πίνακα ή χαρακτικό, χωρίς το ΝΑΙ ή το Όχι της Bella».
Με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μετακομίζουν στην περιοχή του Λίγηρα, στη Γαλλία, και στη συνέχεια, καθώς η ναζιστική λαίλαπα εξαπλώνεται και η απειλή της γίνεται εξαιρετικά αισθητή για όλους τους εβραίους της Ευρώπης, πάνε όλο και πιο νότια. Τελικά, το 1941, ο Marc και η οικογένειά του βρίσκουν καταφύγιο στις ΗΠΑ. Περνούν τα περισσότερα από τα χρόνια που ακολουθούν στη Νέα Υόρκη και τα περίχωρά της.
Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944, κατά τη διάρκεια διακοπών, η Bella αρρωσταίνει με ίωση. Παρότι φτάνει εγκαίρως στο νοσοκομείο, για ανεξήγητους λόγους δεν γίνεται δεκτή και η κατάστασή της επιδεινώνεται. Πεθαίνει τελείως αναπάντεχα, έχοντας ζήσει 30 χρόνια στο πλευρό του Chagall.
Ο θάνατος της αγαπημένης του μούσας, βυθίζει τον Marc στην απελπισία. Η απώλειά της βάζει φωτιά στις αναμνήσεις του και τα μοτίβα της ζωγραφικής της εποχής του Vitebsk ξανακάνουν την εμφάνισή τους. Η Bella επανέρχεται στους πίνακες σαν νύφη-φάντασμα (Around Her, The Wedding Candles, Nocturne κ.α.).
Το 1948 εγκαθίσταται εκ νέου στη Γαλλία, αρχικά στο Παρίσι και κατόπιν στη Γαλλική Ριβιέρα, κοντά στο Saint-Paul. Το 1952 παντρεύεται τη Vana Brodsky και μπορούμε να πούμε πως αρχίζει, σε ηλικία 65 ετών, μια δεύτερη καριέρα. Μεταξύ των ετών 1953 και 1956, χωρίς να λησμονά τις επιρροές του Vitebsk, δημιουργεί μια σειρά έργων, στα οποία φαίνεται έντονα η στοργή του για το Παρίσι.
Τα χρόνια που ακολουθούν, και παρά την προχωρημένη του ηλικία, ο Chagall θα καταπιαστεί με πολλά: ζωγραφική, χαρακτική, τοιχογραφίες, σκηνικά, κοστούμια, εκθέσεις, διδασκαλία. Θα φύγει για να συναντήσει τη Bella στις 28 Μαρτίου του 1985, σχεδόν εκατοχρονίτης.
Αυτός κι Αυτή
Αυτός: Τι καταπληκτική που είναι η κορδιλιέρα των Άνδεων! Βρέθηκα από πάνω της, στα 6.500 μέτρα, την ώρα μιας χιονοθύελλας. Οι κορυφές της εκτόξευαν το χιόνι σαν ηφαίστεια.
Αυτή: Καταγόμουν από άλλη φαμίλια, από άλλη γη, από άλλη φυλή, μιλούσα μια γλώσσα διαφορετική. Από τους Σουνσίν, κυλούσε στις φλέβες μου άφθονο αίμα των Ινδιάνων Μάγια (κάτι που ήταν της μόδας στο Παρίσι), μαζί με θρύλους για ηφαίστεια.
Αυτός: Το γράμμα αυτό είναι η θύελλα της καρδιάς μου, η θύελλα της ζωής μου που έρχεται προς τα εσάς από πολύ μακριά.
Αυτή: Για πολλές μέρες θα ζήσεις μακριά μου. Ποιος θα σε περιμένει κάθε πρωί; Ποιος θα σε σφίγγει στην αγκαλιά του; Ο άνεμος, το φεγγάρι, η νύχτα δε θα σου δώσουν χάδια τόσο γλυκά όσο είναι τα χάδια της γυναίκας σου. Θα τα φυλάω όλες αυτές τις μέρες για να σου τα δώσω μέσα σε μια μόνο νύχτα. Γύρνα γρήγορα κοντά μου. Σε λατρεύω.
Αυτός: Θα έρθω να σας βρω για να σας παντρευτώ σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Σας ζητώ να με παντρευτείτε. Αγαπώ τα χέρια σας και θέλω να τα έχω μόνο δικά μου.
Αυτή: Τα χέρια σου, δυο υπέροχα, πανέμορφα χέρια, νευρώδη, λεπτά και δυνατά μαζί. Χέρια σαν του Ραφαήλ. Αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα σου. Φοβάμαι, κι όμως σου εμπιστεύομαι τη ζωή μου.
Αυτός: Αγαπημένο μου χρυσό πούπουλο, φυσάει δυνατός αέρας και σηκώνει την άμμο. Όλη η έρημος σαν να προχωράει και δεν έχει καμιά μορφή. Κοιμάσαι δυο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μου, σε μιαν ήσυχη βίλα, ενώ εγώ ακούω μέσα από τις σανίδες της παράγκας μας, τα παλιά παράπονα που αναδεύει κάθε αμμοθύελλα.
Αυτή: Ύστερα από μερόνυχτα πτήσης, είσαι φρέσκος και γελαστός. Μπορείς να πιεις ένα βαρέλι υγρά ή να μείνεις μέρες ολόκληρες χωρίς ούτε σταγόνα νερό. Δεν έχεις άλλα ωράρια από αυτά των καταιγίδων στον ουρανό ή της θύελλας μέσα στην καρδιά σου.
Αυτός: Χρυσό πούπουλο, σας αγαπάμε τόσο, που ψάχνουμε στο μυαλό και στην καρδιά μας τι μπορούμε να σας δώσουμε, και δε βρίσκουμε τίποτα σπουδαίο εκτός απ’ την αγάπη μας.
Αυτή: Έλεγες ότι ήσουν σίγουρος πως θα με ξανάβρισκες στη γη για να με δρέψεις με μια ταχύτητα ιλιγγιώδη, ότι θα ήμουνα ο κήπος σου, ότι εσύ θα μου έδινες φως κι εγώ τη σταθερή γη, τη γη των ανθρώπων, τη γη ενός σπιτικού, ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ φτιαγμένο ειδικά για σένα, πλάι σ’ ένα μπουκέτο με λουλούδια που θα σε περίμενε πάντα.
Αυτός: Η γυναίκα μου πρέπει να είναι υπομονετική και να ξεχνά τα ελαττώματά μου. Η γυναίκα μου πρέπει να είναι καλή και να ξεχνά τη σφοδρότητά μου. Η γυναίκα μου πρέπει να μου θυμίζει ότι είμαι απόλυτα ερωτευμένος.
Αυτή: Η καρδιά μου κοκκινίζει από ζήλια. Το σπανιόλικο αίμα μου βράζει. Γυρνάς στο σπίτι με μαντίλια γεμάτα κραγιόν. Δεν θέλω να ζηλεύω, με πιάνει όμως θλίψη.
Αυτός: Δεν ξέρω ακόμα να είμαι άντρας σας. Σας ζητώ συγγνώμη.
Αυτή: Δεν μ’ αγαπάς πια. Να τι έχω γίνει, μια γυναίκα που δεν την αγαπούν πια.

Αυτός: Γυναικούλα μου, δεν είμαστε πλασμένοι γι’ αυτή τη ζωή. Θα σε πάω σε όμορφα μέρη, όπου υπάρχει ακόμα κάποιο μυστήριο και όπου το βράδυ είναι δροσερό σαν κρεβάτι και ξεκουράζει τους μυς του κορμιού, κι όπου μπορείς να αιχμαλωτίσεις τα άστρα.
Αυτή: Η σχέση μας είχε χτιστεί στις άμμους της Αφρικής και δεν μπορούσε να σταθεί πάνω στην ολισθηρή άσφαλτο του Παρισιού. Όλα εκεί ήταν επίπεδα, γκρίζα, λεία. Για να ομορφύνουμε και να διανθίσουμε τη μελαγχολία μας, χρειαζόμασταν δάκρυα, σαμπάνια, ψέματα και απιστίες.
Αυτός: Η καρδιά μου είναι παγωμένη. Έχω ανάγκη ν’ ακούσω το γέλιο σου, κοριτσάκι μου, αγάπη μου, πόσες φρικτά μελαγχολικές μέρες πέρασα μακριά σου.
Αυτή: Ήθελα να κατοικώ μέσα στην καρδιά του άντρα μου. Ήσουν το αστέρι μου, ήσουν η μοίρα μου, η πίστη μου, ο προορισμός μου.
Αυτός: Κάνει φοβερή παγωνιά, κι εγώ δεν καταλαβαίνω πια τη ζωή. Δεν ξέρω πού να ταχθώ για να είμαι σε ειρήνη με τον εαυτό μου.
Αυτή: Μη με χάσεις! Μη χαθείς!
Αυτός είναι ο Antoine de Saint Exupéry.
Αυτή είναι η Consuelo Suncin de Saint Exupéry.
Ο Μικρός Πρίγκηπας και το Ρόδο του.
Κι αυτά ήταν τα λόγια του ενός προς τον άλλο, όπως τα διάλεξα και τα ταίριαξα εγώ, παρμένα από το βιβλίο «Antoine et Consuelo de Saint Exupéry, un amour de légende», των Alain Vircondelet και José Martinez Fructuoso, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.
Έρωτας γένους απολύτως θηλυκού
Η Gertrude Stein (1874 – 1946) και η Alice B. Toklas (1877 – 1967) προέρχονται από εύπορες αμερικανικές οικογένειες. Η Gertrude, γεννημένη στην Pensylvania, ταξειδεύει για πρώτη φορά το 1903 στο Παρίσι, όπου και εγκαθίσταται με το μεγαλύτερο αδελφό της. Η Alice έχει γεννηθεί και ζει στο San Francisco.
Ο σεισμός του 1906 στο San Francisco, άλλαξε οριστικά τη ζωή της Alice. Ένας γνωστός της από το Παρίσι επισκέπτεται την κατεστραμμένη πόλη για να βοηθήσει τους φίλους του. Το όνομά του είναι Leo Stein. Οι ιστορίες που διηγείται για την Ευρώπη είναι τόσο συναρπαστικές, που η Alice ταξειδεύει στη Γηραιά Ήπειρο τον επόμενο κιόλας χρόνο. Στο Παρίσι γνωρίζει τη μικρή αδελφή του Leo, συγγραφέα Gertrude Stein.
Η Alice εντυπωσιάζεται από την εμφάνιση της, μαυρισμένης από τον ήλιο της Τοσκάνης, Gertrude «με τα υπέροχα, ζεστά καστανά μαλλιά, που λάμπουν σαν χρυσός». Αυτή η πρώτη συνάντηση εξελίσσεται σύντομα σε μια στενή φιλική σχέση. Οι δυο γυναίκες ανακαλύπτουν γρήγορα ένα κοινό σημείο: και οι δύο αισθάνονται κατεστραμμένες από τους πατεράδες τους.
Οι μεγαλοαστικές οικογένειες της εποχής, από τις οποίες προέρχονταν και οι δύο, είναι κατά βάση απόλυτα πατριαρχικές. Η Gertrude, έχοντας χάσει τη μητέρα της, νοιώθει από πολύ νωρίς στους ώμους της την εξουσιαστική δύναμη του πατέρα. Ακόμα και ο μεγαλύτερος αδελφός της, που εκτελεί για λογαριασμό της χρέη γραμματέα, συμπεριφέρεται μέσα στο σπίτι όπως ο πατέρας τους, κάνοντας τη Gertrude να αισθάνεται ακόμα πιο πληγωμένη.
Η Alice είναι αυτή που αντικαθιστά, σταδιακά, το Leo. Καθαρογράφει τα δυσανάγνωστα χειρόγραφα της Gertrude και τη συμβουλεύει για τα ερωτήματα που απασχολούν τη σύγχρονη λογοτεχνία.
Η Alice και η Gertrude διαπιστώνουν σύντομα ότι οι άντρες δεν είναι πραγματικά αναγκαίοι σε κανέναν τομέα της ζωής.
Όσο προκλητικά είναι τα κείμενα της Gertrude Stein, τόσο λιτή και απλή είναι η οικογενειακή ζωή της με την Alice. Ο καταμερισμός των ρόλων μεταξύ τους δεν διαφέρει από εκείνον των παντρεμένων ετερόφυλων ζευγαριών. Τους αρέσει να περνούν ήσυχα βράδια στο σπίτι, παρέα με φίλους. Ανάμεσα στους τακτικούς επισκέπτες τους είναι ο Pablo Picasso (που ζωγραφίζει και ένα πορτραίτο της Stein) και ο Ernest Hemmingway, που επηρεάζεται βαθιά από τα διηγήματά της.
Ενώ οι άντρες κουβεντιάζουν με τη Gertrude, η Alice κρατά συντροφιά στις γυναίκες τους.
Η Alice και η Gertrude σπίτι τους, φωτογραφημένες από τον Man Ray
Το 1932 κυκλοφορεί ένα από τα πιο επιτυχημένα έργα της Gertrude Stein, το «Η Αυτοβιογραφία της Alice B. Toklas». Η Gertrude γράφει τα απομνημονεύματα της συντρόφου της, σε πρώτο πρόσωπο. Το βιβλίο, και χάρη στην πρωτοτυπία του αυτή, γίνεται μεγάλη επιτυχία.
Το ζευγάρι περιοδεύει σε όλη την Αμερική για να το παρουσιάσει. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο John Malcolm Brinnin, βιογράφος της Stein, «ήταν τόσο διάσημες στην Αμερική, όσο οι γκάνγκστερς, οι παίκτες του baseball και οι αστέρες του κινηματογράφου».
Το ασυνήθιστο, για την εποχή του, ζευγάρι μένει αχώριστο για δεκαετίες, μέχρι το θάνατο της Gertrude, σε ηλικία 72 ετών.
Η παλέτα του έρωτα

Η φήμη του Μονάχου ως καλλιτεχνούπολης προσελκύει το μοσχοβίτη ζωγράφο Wassily Kandinsky (1866 – 1944), όπως και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Ο Kandinsky αρχίζει το 1896 τις σπουδές του στη βαυαρική μητρόπολη. Το 1901 ιδρύει την καλλιτεχνική ομάδα «Φάλαγγα», ενώ παράλληλα διδάσκει σε μια σχολή ζωγραφικής. Εκεί σπουδάζει και η 25χρονη ζωγράφος Gabriele Munter (1977 – 1962).

Σύντομα η Gabriele και ο Wassily γίνονται ζευγάρι, παρά το γάμο του με μια ξαδέλφη του στη Μόσχα. Από το 1904 μέχρι το 1907 το ζευγάρι ταξειδεύει στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική, συλλέγοντας υλικό για την τέχνη τους.

Χωρίς να έχουν παντρευτεί ζουν μαζί και κυκλοφορούν δημόσια σαν ζευγάρι. Η κοινή καλλιτεχνική τους ενασχόληση κάνει την σχέση τους ακόμα πιο ζωντανή. Συχνά ποζάρουν ο ένας για τον άλλο, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα έργα όπως αυτό του Kandisky

ή ετούτο της Munter.

Την άνοιξη του 1909 η Gabrielle αγοράζει ένα σπίτι στη βαυαρική πόλη Murnau. Οι συμπατριώτες και συνάδελφοι του Kandisky, Alexei Jawlensky και Marianne von Werefkin ανήκουν στους τακτικούς επισκέπτες του σπιτιού, που οι ντόπιοι αποκαλούν πλέον «Ρωσικό Οίκο», μαζί με τον επίσης συμπατριώτη τους χορογράφο Alexander Sakharoff και τη βαυαρή σύζυγό του χορεύτρια Clotilde von der Planitz.

Η γοητευτική φύση μαγεύει σύντομα τους πάντες. Σ’ αυτή την ειδυλλιακή περιοχή συμβιώνουν η Gabriele και ο Wassily, ενθουσιασμένοι από την αγροτική τέχνη. Ο Wassily διακοσμεί το σπίτι με έπιπλα αυτού του στυλ. Η Gabriele ανακαλύπτει τη ζωγραφική σε γυαλί (Hinterglasmalerei). Εμφανίζονται συχνά σαν κλασικό βαυαρικό ζευγάρι και υποδέχονται τους καλεσμένους τους φορώντας τις παραδοσιακές τοπικές ενδυμασίες.


Το 1910 ο Kandinsky δημιουργεί στη βαυαρική πρωτεύουσα την πρώτη του αφηρημένη ακουαρέλα. Εδώ τον βλέπουμε στο γραφείο του διαμερίσματός τους στην Εμίλενστράσε, στο Μόναχο, φωτογραφημένο από την Gabriele.

Το 1912 η Gabriele ζωγραφίζει τον Wassily και την κοινή τους φίλη Erma Bossi, την ώρα που πίνουν καφέ στον «Ρωσικό Οίκο».

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αναγκάζει τον Wassily να γυρίζει στη Ρωσία, αφήνοντας όλα τα μέχρι τότε έργα του στο Μόναχο. Όταν η Gabriele μαθαίνει από τρίτους ότι εκείνος ξαναπαντρεύτηκε και δε θέλει να έχει καμία επαφή μαζί της, καταρρέει, ψυχικά και σωματικά, και δεν μπορεί να δουλέψει για χρόνια. Η έμπνευση που της έδινε το σπίτι στο Murnau, γίνεται πόνος αβάσταχτος και βαθιά πικραμένη από την προδοσία του Wassily δεν μπορεί πλέον να μείνει στο «Ρωσικό Οίκο». Δεν θα επιστρέψει εκεί παρά σχεδόν μια εικοσαετία αργότερα, το 1931, με τον νέο της σύντροφο, Johannes Eichner.

Στο μεταξύ ο Wassily, μη συμφωνώντας με τις επίσημες θεωρίες περί τέχνης στη Μόσχα, επιστρέφει στη Γερμανία το 1921, όπου διδάσκει στο Bauhaus από το 1922 μέχρι το κλείσιμό του από τους Ναζί το 1933. Δε θα συναντηθεί ούτε μια φορά με τη Gabriele. Θα φύγει για τη Γαλλία, όπου θα ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του, έχοντας αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα το 1939.

Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το 1933, τα έργα της Munter καθώς και αυτά των ζωγράφων φίλων της, χαρακτηρίζονται «εκφυλισμένα» και κατάσχονται. Οι πίνακές της, όπως και αυτοί του Kandinsky, κρύβονται στο υπόγειο του σπιτιού μέχρι το τέλος της φασιστικής περιόδου. Όλο αυτό το διάστημα η Gabriele αναγκάζεται να ζωγραφίζει πίνακες με λουλούδια, τους οποίους ανταλλάσσει με τρόφιμα.

Συνεχίζει να ζωγραφίζει και αναδεικνύεται σε μια από τις μεγαλύτερες γερμανίδες εξπρεσιονίστριες. Θα πεθάνει στον «Ρωσικό Οίκο», το σπίτι που επί σειρά ετών στέγασε το μεγάλο της έρωτα με τον Wassily Kandinsky.































































