Shine on, you crazy diamond!

Και άρχοντας και νομοθέτης είναι ο έρωτας

Δημοσιεύθηκε στο Hotel Memory by Nina C στο Ιούνιος 13th, 2007

 

Οι ένοικοι του Hotel Memory γιορτάζουν με τον τρόπο τους το έτος Νίκου Εγγονόπουλου. Εμπνέονται από τους στίχους του και γράφουν καλοκαιρινά. Η Daphne dArabal γράφει μιαν ιστορία για τις φωτιές του Άη-Γιάννη.

cover.jpg

 

Το σούρουπο είχε πέσει και τα παλικάρια με τις κοπελιές άρχισαν να μαζεύονται στην πλατεία του χωριού. Στοίβαξαν τις κληματόβεργες και άναψαν τις φωτιές. Τα κορίτσια έριξαν από πάνω τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια που λαμπάδιασαν αμέσως και έκαναν εκείνη τη βραδιά του Θεριστή ακόμα πιο ζεστή.

Έφτασε από τους πρώτους και την περίμενε. Απόψε ήταν η νύχτα που ποθούσαν τόσο καιρό, η νύχτα που θα έφευγαν μαζί, μακριά απ΄ όλους. Της το είχε υποσχεθεί και θα κρατούσε την υπόσχεσή του ό,τι και να γινόταν. Κοίταξε τις φωτιές για να διαλέξει την καλύτερη.

Την είδε να έρχεται από το στενό, πλακόστρωτο δρομάκι. Του κόπηκε η ανάσα στη θωριά της, όπως πάντα. Αυτή η υπέροχη γυναίκα θα γινόταν μόνο δικιά του. Ναι, απόψε ήταν η νύχτα, η πρώτη της καινούριας τους ζωής.

«Σ’ αγαπώ», της είπαν τα μάτια του. «Εγώ πιο πολύ», του απάντησαν τα δικά της.

Χωρίς να μιλήσουν, πλησίασαν τις φωτιές και στάθηκαν μπροστά στην πιο λαμπερή.

«Πότε?», ρώτησαν τα μάτια της. «Όχι ακόμα», απάντησαν τα δικά του.

«Που?», ξαναρώτησε το βλέμμα της. «Εκεί όπου θα σ’ αγαπώ για πάντα», αποκρίθηκε το δικό του.

«Μία!», φώναξαν οι παριστάμενοι.

«Φοβάμαι», ψιθύρισε η ματιά της. «Κοντά μου τίποτα», της είπε η δική του.

«Δύο!», ούρλιαξαν χαρούμενοι οι άλλοι.

«Τώρα?», ρώτησε με μάτια υγρά από τον καπνό. «Τώρα, δωσ’ μου το χέρι σου», της απάντησε με τα μισόκλειστα δικά του εκείνος.

«Τρείς!», ενθουσιάστηκε το κοινό.

Στο τρίτο πήδημα της φωτιάς χάθηκαν από τα μάτια όλων. Τους είδαν να εξαφανίζονται μέσα στους καπνούς, πιασμένοι σφιχτά από το χέρι, πανέμορφοι με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, στεφανωμένοι από τη νεότητα και τον έρωτα.

Χρόνοι εκατό και δέκα έχουν περάσει από τότε και κάθε 24 Ιούνη, στις φωτιές του Άη-Γιάννη, το χωριό θυμάται την ιστορία του παλικαριού και της κοπελιάς που ταξίδεψαν μέσα στη φωτιά, για εκείνο τον τόπο, τον άγνωστο και μαγικό, εκεί που όλα μένουν δροσερά και νέα και το καλοκαίρι ποτέ δεν τελειώνει.

Και άρχοντας και νομοθέτης είναι ο έρωτας.

 

Μια ιδέα που ξεπήδησε από το «Ένα ταξίδι στο Ελμπασάν» του Νίκου Εγγονόπουλου. Απ τη συλλογ «Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1994.

[…Ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ προσμένη κανείς, γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, τὴ γιορτὴ τ' Ἅι-Γιαννιού, τὸ καλοκαίρι. Μόνο τότες, σὰ βραδιάξη, ὁ νοσταλγὸς τῶν μακρινῶν τόπων μπορεῖ, πηδώντας τὶς φωτιές, νὰ βρεθῆ σ' ὅποια πόλη ἔχει ποτὲς του ἐπιθυμήσει…]


Αλίμονο στον άνθρωπο που δεν συγκινείται

Δημοσιεύθηκε στο Hotel Memory by Nina C στο Απρίλιος 26th, 2007

Το Hotel Memory γεμίζει με φωνές και πρόσωπα. Κάθε ένας από τους ενοίκους παρουσιάζει έναν αγνοημένο και αποσιωπημένο δημιουργό και μας κάνει κοινωνούς της προσωπικότητας και του έργου του. Η Daphne d’Arabal ανακαλύπτει στα προσωπικά έγγραφα του πατέρα της τον Νίκη Καλαμάρη ή Nicholas Calas.

ncalas.jpg

 

«Δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών».

Η Δάφνη απόθεσε τη χειρόγραφη σελίδα πάνω στις άλλες και όλες μαζί στον καφέ δερμάτινο χαρτοφύλακα. Απολάμβανε, τ’ απομεσήμερα της Κυριακής, να ξεφυλλίζει τα «χαρτιά» του πατέρα της, τη μόνη, πια, κληρονομιά απ’ αυτόν που της είχε απομείνει. Αυτά που μόλις είχε τακτοποιήσει αναφέρονταν σ’ έναν στενό του φίλο, το Νίκη Καλαμάρη, φυσιογνωμία μαγευτική, τεράστια, κάτοχο του μυστικού, μέλος της λέσχης των εκλεκτών.

Ξάπλωσε αναπαυτικά στη σαιζ-λονγκ στη βεράντα του δωματίου της στο Hotel Memory και άφησε το βλέμμα της να ξεκουραστεί στην ανθισμένη κουτσουπιά του κήπου από κάτω. Σκεφτόταν αυτά που μόλις είχε διαβάσει, τις σημειώσεις του πατέρα της για τον Μπρετόν, τον Εμπειρίκο και, κυρίως, το Νίκη Καλαμάρη, ή Νίκολας Κάλας ή Μ. Σπιέρρο ή Νικήτα Ράντο. Τέσσερα ονόματα, ο ίδιος άντρας. Μα θα μπορούσε να είναι και τέσσερις άντρες. Ο υπερρεαλιστής ποιητής, ο οξυδερκής κριτικός τέχνης, ο ορθόδοξος Μαρξιστής που, ωστόσο, ως παιδί, μεγάλωνε με γκουβερνάντες και έπαιζε με πριγκιπόπουλα. Μα πάνω απ’ όλα ο μεγάλος αναχωρητής, ο διαρκής επαναστάτης, ο πραγματικά ελεύθερος, ο διανοητής, ο πρωτοπόρος, ο καινοτόμος, ο τολμηρός. Αυτός που τόση αίσθηση έκανε στην εποχή του, ο πολυγραφότατος και πανταχού παρών, ο συνοδοιπόρος του Εμπειρίκου κι ένας από τους «Αίγαγρους» της Οκτάνας, που δεν συμβιβάστηκαν κι έφυγαν από τα πεδινά για τα βουνά, για να πατήσουν «στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!», ο προσωπικός φίλος και μαθητής του Μπρετόν, ο συνομιλητής, με επιστολές, του Θεοτοκά, ο πρώτος που αναγνώρισε τη σημασία του Κάλβου και του Καβάφη. Κι ωστόσο, ο περίεργα αγνοημένος και αποσιωπημένος σήμερα από τους ελληνικούς κύκλους των «γραμμάτων και των τεχνών».

Ίσως, όμως, να μην είναι και τόσο περίεργο αυτό, για εκείνον που έγραψε «… Προτιμώ τα γκαρσόνια που μιλούν δέκα γλώσσες, παρά λογοτέχνες που γράφουν σε μια, όταν δεν έχουν τίποτες να πουν… οι μοντέρνοι γράφουν χωρίς να ξέρουν τι ζητάνε… όλα αισθητική. Κι η τέχνη έτσι, φιλτραρισμένη από κάθε άλλη αντίληψη, από κάθε περιεχόμενο, γίνεται καθαρή, τόσο καθαρή που εμείς συγχέουμε τη διαφάνειά της με ανυπαρξία…πρέπει τον ατέλειωτο ψυχολογικό ψίθυρο να πνίξουμε με το θόρυβο των κοινωνικών μας συνθημάτων…τη …”Μοντέρνα Τέχνη” πρέπει να πολεμήσουμε με την “Προλεταριακή Τέχνη”». Η Δάφνη θυμήθηκε και κάτι που είχε γράψει σχετικά ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος: « Πράγματι, αρχικά ένας επαναστατικός μαρξιστής και ταυτόχρονα ένας γνήσιος καθόλα υπερρεαλιστής και κατόπιν ένας εν μέρει τροτσκιστής μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘40 περίπου (σε ηλικία 25 ετών πιστεύει στην αυτονομία των καλλιτεχνικών φαινομένων), είναι λογικό να μείνει ανέντακτος και τελικά να αγνοηθεί. Άλλωστε ήταν και ο μόνος Έλληνας που συμμετείχε στο υπερρεαλιστικό κίνημα ενεργά με το θεωρητικό έργο του και την προσωπική επαφή με τον Breton. Ο ίδιος ο Breton τον θεωρούσε ως έναν από τους πρωτεργάτες του υπερρεαλιστικού κινήματος. Άλλος ένας λόγος για να αγνοηθεί, ειδικά από τη στιγμή που εγκατέλειψε την Ελλάδα για πάντα, μέσω Παρισίων και Λισσαβόνας, και εγκαταστάθηκε στη Νόβα Γιόρκη στα 1940»

 

[…]Θάθελα να φτιάξω έναν ουρανό

να’χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω

θα το’καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα

θα του’βαζα αντίς από’να δυο φεγγάρια ανόμοια

το’να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο[…]

 

Η Δάφνη έκλεισε τα μάτια στο απογευματινό φως.

 

 

 

Σημειώσεις:

 

1. Ο τίτλος ανήκει στον Νίκολας Κάλας

2. Η φωτογραφία είναι από το Φωτογραφικό Αρχείο του Ε.Λ.Ι.Α.

 

 

Το φιλί που τη συντρόφεψε

Δημοσιεύθηκε στο Hotel Memory by Nina C στο Μάρτιος 19th, 2007

gas.jpgΗ Daphne d’Arabal, επιστρέφει από το Παρίσι στη γενέτειρά της και καταλύει στο Hotel Memory. Γνωρίζεται με τους υπόλοιπους ενοίκους και κάνει μια βόλτα στην παλιά γειτονιά των παππούδων της.

 

Περιμένοντας ταξί έξω από τον ηλεκτρικό του Φαλήρου, παρακολούθησε αδιάφορα έναν καυγά ανάμεσα σε έναν ελεγκτή και μια νεαρή γυναίκα που ταξίδευε χωρίς εισιτήριο. Μπήκε στο πρώτο που σταμάτησε μπροστά της. «Κολωνό», είπε στον οδηγό.

Στον Κολωνό. Να περπατήσει στους δρόμους που μεγάλωσε η μάνα της, ν’ ακολουθήσει τα χνάρια της στο χώμα, να δει –αν μπορέσει- τη γειτονιά την πιο παλιά της Αθήνας με τα μάτια της. Το μητρικό σπίτι, εκεί στη συμβολή των οδών Λένορμαν και Δράμας, δεν υπάρχει πια. Στη θέση του μια BP τροφοδοτεί με καύσιμα τη γειτονιά.

Θυμόταν το σπίτι, όταν ερχόταν στους παππούδες τα καλοκαίρια. Μεγάλο, δίπατο, με κήπο και αυλή. Κι απέναντι απ’ το σπίτι οι δίδυμοι κινηματογράφοι ΑΡΜΟΝΙΑ και ΑΣΤΟΡΙΑ, πρώτης προβολής με δύο έργα έκαστος την εβδομάδα. Και πιο κάτω το ΑΚΡΟΝ, θερινός αυτός, με πάνινες πολυθρόνες και χαλίκι και αγιόκλημα. Να μπαίνει το χαλίκι στα πεδιλάκια και η μυρωδιά απ’ το αγιόκλημα στην ψυχή.

Σταμάτησε το ταξί στο Λόφο του Κολωνού. Θα συνέχιζε με τα πόδια. Ανέβηκε στο Λόφο για ένα γρήγορο «προσκύνημα». Το καφενείο που καθόταν ο παππούς, όταν την πήγαινε να παίξει, εκείνο με τα σιδερένια τραπεζάκια και τις ξύλινες άβολες καρέκλες, είχε γίνει, πια, καφετέρια πολυτελείας. Ολόκληρος ο Λόφος είχε αναμορφωθεί. Τέλος η άναρχη βλάστηση, τώρα υπήρχαν παρτέρια σχεδιασμένα από αρχιτέκτονα κήπων. Και, ω, τι έκπληξη! Ένα μικρό, ανοιχτό θέατρο, ανάμεσα στα δέντρα.

Κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια της ανατολικής πλευράς, το ίδιο γλιστερά και απότομα όπως τα θυμόταν. Πέρασε πίσω από το ιερό της μικρής εκκλησιάς της Αγ. Ελεούσας, εκεί που ο γιος του γιατρού την είχε πρωτοφιλήσει με το φιλί που τη συντρόφεψε το βαρύ και μοναχικό χειμώνα που ακολούθησε, στο Παρίσι.

Έφτασε σπίτι. Πήρε ένα μεταλλικό νερό από τον αυτόματο πωλητή του βενζινάδικου. Οι γόβες της σε μια λιμνούλα λαδιού μηχανής. «Στην υγειά σας», είπε στους παππούδες.

Nέα ένοικος στο Hotel Memory

Δημοσιεύθηκε στο Blogging, Exercises, Hotel Memory by Nina C στο Ιανουάριος 27th, 2007

Η γυναίκα, απροσδιορίστου ηλικίας κάτω από το πυκνό βέλο του καπέλου της, πλησίασε την υποδοχή του Hotel Memory. Πίσω της ακολουθούσε ένας γκρουμ με τρία τεράστια μπαούλα-γκαρνταρόμπες, τα steamer trunks όπως τα έλεγαν, απ’ αυτά που μόνο σε μουσεία έβλεπες πια. Η αλήθεια είναι πως ο νεότατος γκρουμ, στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του, δεν είχε ξαναδεί παρόμοια.

Απάντησε με ένα χαμόγελο, που όμως το μάντευες παρά το έβλεπες, στο καλωσόρισμα του υπαλλήλου υποδοχής.
«Madame Daphne D’ Arabal», είπε με ελαφριά βραχνάδα στη φωνή.
«Σας περιμέναμε, Κυρία. Όλα είναι έτοιμα», αποκρίθηκε ο υποχρεωτικός υπάλληλος.
«Και το δωμάτιο?»
«Το 21306, η σουίτα Vernal Equinox, αυτή που ζητήσατε. Θα μείνετε καιρό μαζί μας?».
«Ελπίζω ναι», απάντησε η γυναίκα υπογράφοντας στο βιβλίο με μια κομψή υπογραφή.

Στον ανελκυστήρα συναντήθηκε με έναν άντρα. «Γρηγόρης Ζερβός, καλώς μας ήλθατε» της συστήθηκε. Του χαμογέλασε αδιόρατα, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι.

Ο γκρουμ άνοιξε την δίφυλλη πόρτα της σουίτας και βγήκε για να μεταφέρει τα μπαούλα στο δωμάτιο. «Μα τι κουβαλάει, η γυναίκα, εδώ μέσα?», σκέφτηκε κοπιάζοντας. Τραβώντας την καρφίτσα που συγκρατούσε το καπέλο στα μαλλιά της, η Daphne D’Arabal το έβγαλε και κοίταξε το νεαρό αγόρι. «Τη ζωή μου, και στα συρτάρια τους τις αναμνήσεις μου» του είπε, «γι αυτό να είσαι πολύ προσεκτικός».

Έβγαλε τις γόβες της και πλησίασε στο παράθυρο. Φαινόταν η θάλασσα, όπως της είχαν υποσχεθεί. «Το Hotel Memory θα είναι, πλέον, το σπίτι σου Δάφνη. Κοίτα να το αγαπήσεις για να σε αγαπήσει και αυτό», είπε στον εαυτό της.

Άρχισε να αδειάζει τα μπαούλα της.
(Από τον Φεβρουάριο, η Composition Doll θα φορά κάποια βράδυα τα ρούχα της Daphne D’ Arabal και θα διανυκτερεύει στο Hotel Memory, που βρίσκεται στο κτήμα του κ. Μισέλ Φάις)