Ιδιόγραφον
Με τη σειρά μου θέλω να δω τα ιδιόγραφα των:
Νick Athenian (με χαρά θα το φιλοξενήσω)
Όλα αυτά έγιναν και θα γίνουν προς χάριν του:
Red suede shoes…
…φορούσα, όταν είδα την πρόσκληση της AnLu για το μπλογκοπαίχνιδο των ημερών και, επειδή συμβαίνει ν’ ανήκουν στα αγαπημένα μου, βουαλά!
Παρακαλώ να σημειώσετε ότι το κόκκινο, καστόρινο παπουτσάκι συνδυάζεται αψόγως με καλτσούλα πράσινη με κίτρινες βούλες και μπεζ τζην.
Αν μη τι άλλο, είμεθα άτομα εξαιρετικού γούστου και καλαισθησίας, που ντυνόμαστε σύμφωνα με την ηλικία μας και το κοινωνικοπολιτικομορφωτικό μας επίπεδο.
Τς…
Μπορώ να διαλέξω χρώμα στο καζάνι μου, παρακαλώ;*

Απληστία
Αλαζονεία
Λαγνεία
Λαιμαργία
Οργή
Φθόνος
Ακηδία
Μόλις συνειδητοποίησα ότι, σε κάποια φάση της ζωής μου και για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα, έχω υποπέσει και στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Κάποια τα επαναλαμβάνω αμετανόητα και ασύστολα. Η θέση μου στην Κόλαση είναι εξασφαλισμένη.
Τι να φορέσω, άραγε?
*Στο καινούργιο παιχνίδι που ταλανίζει την βλογόσφαιρα με έβαλε η Krot, ΕΔΩ. Εγώ, τώρα, επειδή ήξερα πόσο προβλέψιμη είναι η συγκεκριμένη, είχα παίξει δυο χρόνια πριν, οπότε ένα copy-paste με έβγαλε από τη δύσκολη θέση. Εγώ, τώρα, (επίσης) επειδή ξέρω πόσο αμαρτωλοί είστε όλοι σας και πως έχετε εξασφαλισμένο το καζάνι σας, δεν έχω καμία περιέργεια να μάθω σε ποια από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα έχετε υποπέσει: είμαι σίγουρη πως τα έχετε κάνει όλα, καθώς και μερικά που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα! Οπότε ας παίξει όποιος θέλει να το αφήσει και γραμμένο για τις επερχόμενες γενιές!
Σελ. 123
Ο Ανέστης την καληνύχτισε.
«Φεύγετε; Είστε πολύ καλός που ξανάρθατε… Δεν μπορώ να κάνω και πολλά για το καημένο μου το αγόρι…»
Μιλούσε ψιθυριστά, εξαντλημένη κι αυτή απ’ τις μάχες με την περηφάνια της. Σε λίγο θα τελείωναν όλα, θα έχανε τα πάντα και θα έπρεπε να ξαναεφεύρει για πάρτη της μια ιδιωτική, δροσερή κόλαση.
Του φιδιού το γάλα*
Γιάννης Ξανθούλης
Νοέμβρης 2007
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Στο παιχνίδι με κάλεσε η Renata. Στο blog της και συγκεκριμένα ΕΔΩ υπάρχουν οι απλές οδηγίες. Ας παίξουμε όλοι!
*Το πρώτο που έπιασα ήταν το «Grandes énigmes criminelles – Innocent ou coupable?», Tome 1, των Martin Sebire και Bernard Boudin. Λόγω της γλώσσας το άφησα στην άκρη και έπιασα το επόμενο. Κανένα από τα δύο δεν έχω, ακόμη, διαβάσει. Είναι ανάμεσα σε καμιά 150ριά βιβλία (τα αδιάβαστά μου), που υπάρχουν στην κρεβατοκάμαρα. Στη βιβλιοθήκη, στο διπλανό δωμάτιο, πηγαίνουν όταν διαβαστούν. Στο κομοδίνο μου υπάρχουν πάντα δυο βιβλία: αυτό που διαβάζω τη συγκεκριμένη περίοδο και «Ο μικρός πρίγκηπας» του Antoine de Saint Exupéry. To δεύτερο είναι πάντα εκεί, τα τελευταία σαράντα -σχεδόν- χρόνια.
Ευτυχία είναι…

Για μένα Ευτυχία είναι:
Το ότι γεννήθηκα
Να ερωτεύομαι
Ένα βιβλίο
Η βροχή
Ο καφές
Μια ταινία
Μια αγκαλιά
Ο χορός
Ένα βλέμμα
Το τσιγάρο
Οι φίλοι μου
Η λιακάδα
Αυγά με πατάτες
Ένα φιλί
Να ταξιδεύω
Να με ερωτεύονται
Ένα χάδι
Το ότι είχα τις αισθήσεις μου όταν γέννησα τις κόρες μου
Η πρώτη μας φορά
Το γουργούρισμα του γάτη μας
Η μουσική
Η θάλασσα
Τα παιχνίδια μου
Τα καπέλα μου
Τα παραμύθια
Ένα ποτήρι κρασί
Οι ατέλειωτες συζητήσεις
Τα χρώματα του δειλινού
Μια βόλτα στην πόλη
Μια παγωμένη coca cola
Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος
Ένα καινούργιο ρούχο
Να τραγουδάω
Να με βρίσκει όμορφη
Να βλέπω τους πίνακες του Vermeer
Το βουνό
Να ψιθυρίζει τ’ όνομά μου στον ύπνο του
Να γνωρίζω ανθρώπους
Μια όμορφη μυρωδιά
Να ξυπνάω κάθε πρωΐ
Ένα μεγάλο κρεβάτι με μικρά σεντόνια
Η φωνή του
Ο αέρας στα μαλλιά μου
Ο αέρας στα μυαλά μου
Να οδηγώ
Να γελάω
Η ελευθερία μου
Για μένα Ευτυχία είναι:
ΣΤΙΓΜΕΣ….
47….
Όσες και τα χρόνια μου
Το πολυαγαπημένο Alef έστειλε την πρόσκληση ΕΔΩ. Την έλαβα και ανταποκρίθηκα. Το κείμενο γράφτηκε δυο χρόνια πριν. Συμπληρώθηκαν δυο ακόμα στιγμές ευτυχίας για να ταιριάζει με τη σημερινή μου ηλικία.
Ο Δρόμος

Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ’ έναν φράχτη αλαλάζει.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει.
Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προλετάριοι διαβαίνουν, όλοι υπακούοντες σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στην Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ’ στην βοή διαβαίνοντες και την αντάρα, με Σιτροέν, με Kαντιλλάκ, με Bέσπες και με κάρρα.
O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα περνά - Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρρα Mάντρε Oριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μέσ’ από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ’ από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.
Όμως ο δρόμος, αν και από παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμεριμνησίας ή της συνήθους συλλογής. Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ’ ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές - εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: “Στον τόπο !” που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ’ στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη - έτσι, καθώς απ’ το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ’ απ’ την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Kάνυον, Mακροτάνταλον, Aκροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού, τόσο, που πάντοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πεζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχημάτων, μέσ’ από πόλεις και χωριά, βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως που ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς, μη ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξιδιώται, μια πινακίς με γράμματα χονδρά και απλά που γράφει: “Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων”.
Tην ίδια στιγμή, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά μ’ ένα Kανάλε Γκράντε - όραμα πάντα θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός στερνός - μια τελευταία Bενετιά στις αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφόρες) και ένας περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φορά καλεί: “Περάστε, κύριοι, απ’ εδώ. Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε.” Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων, στις ύστατες στιγμές του βίου των, μπροστά στις κάννες των αποσπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακουσθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφαδάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.
(Του Ανδρέα Εμπειρίκου από την Oκτάνα, Ίκαρος 1980)
*****
Αντιστέκομαι ξανά με ποίηση, αυτή τη φορά προσκαλεσμένη από τον αγαπητό μου Κυρ Μανουήλ. Διαφωνούμε σε πολλά, μα ελπίζω να του αρέσει ο Εμπειρίκος!!
Κυρ Μανουήλ, σου εύχομαι όταν έρθει η ώρα να περάσεις τον Αχέροντα, πολλά, μα πολλά μπαγκάζια να έχεις μαζί σου, τόσα που ο “περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα” να μην μπορεί να τα σηκώσει.
Και επειδή, Κυρ Μανουήλ μου, είπες πως “περιμένεις πολλά από μένα”, σου αντιγράφω κι άλλα που αγαπώ. Ελπίζω να είναι αρκετά!
Ποιητική ( Μανόλης Αναγνωστάκης, από το Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, Eρμής 2000)
― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
Tην χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
Eν πλήρει γνώσει της ζημίας που προκαλείτε
Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
― Tο τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
N’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Έ ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.
***
Πιθανές Προσθήκες στο Ποίημα Περίπου Bιογραφία (Τάκης Σινόπουλος, από τη Συλλογή, II, Eρμής 1980)
Στις όχτες του ποταμιού που εφύσαγε κι οι πέτρες
ήτανε δίχως χαρά, μ’ ένα κρύο, αδέκαστο φως.
Kυρίες φιλοθεάμονες τον τριγύριζαν, στρογγύλες, α-
βυσσόκολπες, με μυζητήρες και άλλα σύνεργα, προ-
σφέροντάς του υγρασίες, δήθεν μυστήρια, άλλες ερη-
μώσεις, εξαιτίας το καλοφτιαγμένο κορμί, το απερί-
γραπτο πρόσωπο με τα πολλά καρφιά.
Στο βάθος στα μάτια του είχε ακόμα ένα μάτι, που
κοίταγε προς τα μέσα, εκεί καρφωμένο, ποτέ νυσταγ-
μένο.
Aκούγοντας ένα απομεσήμερο κάτι φωνές απόξω, του
ήρθανε μια σειρά φρικιαστικές αναμνήσεις, περίπατοι
από τα παγερά παιδικά του χρόνια, θερισμένα, φαρ-
μάκι όπως ήταν.
Mια μέρα είδε το μούτρο του εντοιχισμένο ανάμεσα
στις πέτρες του σπιτιού. Έχω πεθάνει, θα πεθάνω,
συλλογίστηκε.
Mα τι θα πει κεκυρωμένος;
έτσι κι εγώ τώρα χειριζόμενος λέξεις
ευαισθησία και αισθητής το ευαίσθητον
ευαισθησιακός ευαισθησιάζομαι ευαισθησιασμός
ευ και αισθητικός και αισθησιακός
αισθαντικός ίσως
αισθ-ίσως αισθαν-ίσως
αισθ-αδελφέ μου και Eσθήρ απ’ τη Bίβλοαρχίζει με χειροκροτήματα το ποίημα.
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.
Τα ποιήματα στο δρόμο

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.
Νίκος Χουλιαράς
(από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 199
Η Ρενάτα με προσκάλεσε “να αντισταθώ δια της ποιήσεως”. Θεώρησα, λοιπόν, ως πιο κατάλληλο δείγμα για τη συμμετοχή μου, το πιο πάνω του Νίκου Χουλιαρά. Εξάλλου, ποιός μπορεί να αντισταθεί καλύτερα δια της ποιήσεως, παρά ένα ποίημα;
Καλώ στο παιχνίδι όσους από τους Αγαπημένους μου (εδώ δίπλα, στη λίστα) δεν έχουν κληθεί και θέλουν να παίξουν, καθώς και τους Σχολιαστές Ελευθέρας Βοσκής.

















