Shine on, you crazy diamond!

Αυτός κι Αυτή

Δημοσιεύθηκε στο Books, Faces, Lovers by Nina C στο Απρίλιος 24th, 2008

Αυτός: Τι καταπληκτική που είναι η κορδιλιέρα των Άνδεων! Βρέθηκα από πάνω της, στα 6.500 μέτρα, την ώρα μιας χιονοθύελλας. Οι κορυφές της εκτόξευαν το χιόνι σαν ηφαίστεια.

Αυτή: Καταγόμουν από άλλη φαμίλια, από άλλη γη, από άλλη φυλή, μιλούσα μια γλώσσα διαφορετική. Από τους Σουνσίν, κυλούσε στις φλέβες μου άφθονο αίμα των Ινδιάνων Μάγια (κάτι που ήταν της μόδας στο Παρίσι), μαζί με θρύλους για ηφαίστεια.

Αυτός: Το γράμμα αυτό είναι η θύελλα της καρδιάς μου, η θύελλα της ζωής μου που έρχεται προς τα εσάς από πολύ μακριά.

Αυτή: Για πολλές μέρες θα ζήσεις μακριά μου. Ποιος θα σε περιμένει κάθε πρωί; Ποιος θα σε σφίγγει στην αγκαλιά του; Ο άνεμος, το φεγγάρι, η νύχτα δε θα σου δώσουν χάδια τόσο γλυκά όσο είναι τα χάδια της γυναίκας σου. Θα τα φυλάω όλες αυτές τις μέρες για να σου τα δώσω μέσα σε μια μόνο νύχτα. Γύρνα γρήγορα κοντά μου. Σε λατρεύω.

Αυτός: Θα έρθω να σας βρω για να σας παντρευτώ σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Σας ζητώ να με παντρευτείτε. Αγαπώ τα χέρια σας και θέλω να τα έχω μόνο δικά μου.

Αυτή: Τα χέρια σου, δυο υπέροχα, πανέμορφα χέρια, νευρώδη, λεπτά και δυνατά μαζί. Χέρια σαν του Ραφαήλ. Αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα σου. Φοβάμαι, κι όμως σου εμπιστεύομαι τη ζωή μου.

Αυτός: Αγαπημένο μου χρυσό πούπουλο, φυσάει δυνατός αέρας και σηκώνει την άμμο. Όλη η έρημος σαν να προχωράει και δεν έχει καμιά μορφή. Κοιμάσαι δυο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μου, σε μιαν ήσυχη βίλα, ενώ εγώ ακούω μέσα από τις σανίδες της παράγκας μας, τα παλιά παράπονα που αναδεύει κάθε αμμοθύελλα.

Αυτή: Ύστερα από μερόνυχτα πτήσης, είσαι φρέσκος και γελαστός. Μπορείς να πιεις ένα βαρέλι υγρά ή να μείνεις μέρες ολόκληρες χωρίς ούτε σταγόνα νερό. Δεν έχεις άλλα ωράρια από αυτά των καταιγίδων στον ουρανό ή της θύελλας μέσα στην καρδιά σου.

Αυτός: Χρυσό πούπουλο, σας αγαπάμε τόσο, που ψάχνουμε στο μυαλό και στην καρδιά μας τι μπορούμε να σας δώσουμε, και δε βρίσκουμε τίποτα σπουδαίο εκτός απ’ την αγάπη μας.

Αυτή: Έλεγες ότι ήσουν σίγουρος πως θα με ξανάβρισκες στη γη για να με δρέψεις με μια ταχύτητα ιλιγγιώδη, ότι θα ήμουνα ο κήπος σου, ότι εσύ θα μου έδινες φως κι εγώ τη σταθερή γη, τη γη των ανθρώπων, τη γη ενός σπιτικού, ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ φτιαγμένο ειδικά για σένα, πλάι σ’ ένα μπουκέτο με λουλούδια που θα σε περίμενε πάντα.

Αυτός: Η γυναίκα μου πρέπει να είναι υπομονετική και να ξεχνά τα ελαττώματά μου. Η γυναίκα μου πρέπει να είναι καλή και να ξεχνά τη σφοδρότητά μου. Η γυναίκα μου πρέπει να μου θυμίζει ότι είμαι απόλυτα ερωτευμένος.

Αυτή: Η καρδιά μου κοκκινίζει από ζήλια. Το σπανιόλικο αίμα μου βράζει. Γυρνάς στο σπίτι με μαντίλια γεμάτα κραγιόν. Δεν θέλω να ζηλεύω, με πιάνει όμως θλίψη.

Αυτός: Δεν ξέρω ακόμα να είμαι άντρας σας. Σας ζητώ συγγνώμη.

Αυτή: Δεν μ’ αγαπάς πια. Να τι έχω γίνει, μια γυναίκα που δεν την αγαπούν πια.

Αυτός: Γυναικούλα μου, δεν είμαστε πλασμένοι γι’ αυτή τη ζωή. Θα σε πάω σε όμορφα μέρη, όπου υπάρχει ακόμα κάποιο μυστήριο και όπου το βράδυ είναι δροσερό σαν κρεβάτι και ξεκουράζει τους μυς του κορμιού, κι όπου μπορείς να αιχμαλωτίσεις τα άστρα.

Αυτή: Η σχέση μας είχε χτιστεί στις άμμους της Αφρικής και δεν μπορούσε να σταθεί πάνω στην ολισθηρή άσφαλτο του Παρισιού. Όλα εκεί ήταν επίπεδα, γκρίζα, λεία. Για να ομορφύνουμε και να διανθίσουμε τη μελαγχολία μας, χρειαζόμασταν δάκρυα, σαμπάνια, ψέματα και απιστίες.

Αυτός: Η καρδιά μου είναι παγωμένη. Έχω ανάγκη ν’ ακούσω το γέλιο σου, κοριτσάκι μου, αγάπη μου, πόσες φρικτά μελαγχολικές μέρες πέρασα μακριά σου.

Αυτή: Ήθελα να κατοικώ μέσα στην καρδιά του άντρα μου. Ήσουν το αστέρι μου, ήσουν η μοίρα μου, η πίστη μου, ο προορισμός μου.

Αυτός: Κάνει φοβερή παγωνιά, κι εγώ δεν καταλαβαίνω πια τη ζωή. Δεν ξέρω πού να ταχθώ για να είμαι σε ειρήνη με τον εαυτό μου.

Αυτή: Μη με χάσεις! Μη χαθείς!

Αυτός είναι ο Antoine de Saint Exupéry.

Αυτή είναι η Consuelo Suncin de Saint Exupéry.

Ο Μικρός Πρίγκηπας και το Ρόδο του.

Κι αυτά ήταν τα λόγια του ενός προς τον άλλο, όπως τα διάλεξα και τα ταίριαξα εγώ, παρμένα από το βιβλίο «Antoine et Consuelo de Saint Exupéry, un amour de légende», των Alain Vircondelet και José Martinez Fructuoso, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Joan Miró: η λάμψη του χρώματος

Δημοσιεύθηκε στο Art, Faces by Nina C στο Απρίλιος 20th, 2008

Ο ισπανός ζωγράφος Joan Miró, γεννήθηκε στη Barcelona, στον αρ. 4 του Passatge del Crèdit, στις 20 Απριλίου του 1893. Ο πατέρας του, Miquel Miró i Adzerias, γιος ενός σιδερά από την Cornudella, ήταν ρολογάς και αργυροχόος. Η μητέρα του, Dolors Ferrà i Oromí, ήταν κόρη ενός φημισμένου επιπλοποιού, από την Palma de Majorca.

Ο Miró άφησε πίσω του μια σημαντική κληρονομιά, η οποία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο πρωτότυπες του 20ου αιώνα. Η δουλειά του, σε γενικές γραμμές, είναι σημαδεμένη από μια καθαρή σουρεαλιστική τάση, όπου πρωταρχικό ρόλο έχουν το βασίλειο της μνήμης και η επινοητική φαντασία.

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών «La Lonja» της Βαρκελώνης και το 1918 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στις Dalmau Galleries της ίδιας πόλης. Τα έργα του πριν το 1920 (χρονιά του πρώτου ταξειδιού του στο Παρίσι), αντανακλούν την επιρροή του από διάφορες τεχνοτροπίες, όπως τα καθαρά και λαμπερά χρώματα που χρησιμοποιούνται στο φωβισμό, σχήματα παρμένα από τον κυβισμό, επιρροές από την καταλάνικη λαϊκή τέχνη και τις ρωμαϊκές τοιχογραφίες των εκκλησιών.

Το ταξείδι του στο Παρίσι υπήρξε καθοριστικό για την εισαγωγή του στη σουρεαλιστική τέχνη και την εμμονή του σε αυτή. Το 1921 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση στο Παρίσι, στη γκαλερί «La Lincorne». Το 1928 εκθέτει, μαζί με μια ομάδα σουρεαλιστών ζωγράφων, στη γκαλερί «Pierre», πάλι στο Παρίσι. Παρόλο που ο Miró σεβόταν ανέκαθεν τις ομάδες και τις ιδεολογίες, κρατούσε συνήθως τον εαυτό του έξω από αυτές, αναπτύσσοντας τις δικές του δεξιότητες και απόψεις περί τέχνης.

Το 1929 παντρεύεται την Pilar Juncosa στην Palma de Majorca. Εγκαθίστανται στο Παρίσι, στον αρ. 3 της Rue François Mouton. Το 1930 γεννιέται στη Βαρκελώνη η κόρη του Maria Dolors.

Από το 1929 μέχρι το 1930, ο Miró αρχίζει να ενδιαφέρεται για αυτό καθαυτό το αντικείμενο, και δουλεύει τα collages. Η πρακτική αυτή τον οδήγησε στο να κατασκευάσει τα σουρεαλιστικά του γλυπτά. Τα βασανισμένα του τέρατα έκαναν την εμφάνισή τους αυτή τη δεκαετία.

Επιπλέον πειραματίζεται με διάφορες, άλλες, καλλιτεχνικές φόρμες, όπως χαρακτική, λιθογραφία, υδατογραφία, παστέλ, ακόμα και ζωγραφική πάνω σε χαλκό. Την περίοδο αυτή ξεχωρίζουν ιδιαίτερα, δυο κεραμικές τοιχογραφίες που έκανε για το κτήριο της UNESCO στο Παρίσι, «ο τοίχος της Σελήνης» και «ο τοίχος του Ήλιου».

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 που ξεκίνησε η τελευταία, καλλιτεχνική του, περίοδος και η οποία θα διαρκούσε μέχρι το θάνατό του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ασχολήθηκε κυρίως με έργα για διακόσμηση μνημείων και δημόσιων χώρων. Τα έργα του αυτά είχαν την πλαστικότητα και τη φρεσκάδα των έργων του στον καμβά, ταυτόχρονα με την πολύ προσεκτική επιλογή του υλικού από το οποίο κατασκευάζονταν. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνονταν στον συμβολισμό, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην απεικόνιση του θέματος, παρά –κυρίως- στον συμβολισμό που ξεπηδούσε από το έργο.

Το 1976 το Ίδρυμα Σύγχρονης Τέχνης Joan Miró, άνοιξε επίσημα στη Βαρκελώνη και το 1979, τέσσερα χρόνια πριν το θάνατό του, του απενεμήθη ο τίτλος του επίτιμου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης.

Στις 25 Δεκεμβρίου του 1983, ο Joan Miró πεθαίνει στην Palma de Majorca και στις 29 Δεκεμβρίου η σωρός του μεταφέρεται και ενταφιάζεται στο κοιμητήριο του Montjuïc, στη Βαρκελώνη.

Έρωτας γένους απολύτως θηλυκού

Δημοσιεύθηκε στο Books, Faces, Lovers by Nina C στο Απρίλιος 18th, 2008

Η Gertrude Stein (1874 – 1946) και η Alice B. Toklas (1877 – 1967) προέρχονται από εύπορες αμερικανικές οικογένειες. Η Gertrude, γεννημένη στην Pensylvania, ταξειδεύει για πρώτη φορά το 1903 στο Παρίσι, όπου και εγκαθίσταται με το μεγαλύτερο αδελφό της. Η Alice έχει γεννηθεί και ζει στο San Francisco.

Ο σεισμός του 1906 στο San Francisco, άλλαξε οριστικά τη ζωή της Alice. Ένας γνωστός της από το Παρίσι επισκέπτεται την κατεστραμμένη πόλη για να βοηθήσει τους φίλους του. Το όνομά του είναι Leo Stein. Οι ιστορίες που διηγείται για την Ευρώπη είναι τόσο συναρπαστικές, που η Alice ταξειδεύει στη Γηραιά Ήπειρο τον επόμενο κιόλας χρόνο. Στο Παρίσι γνωρίζει τη μικρή αδελφή του Leo, συγγραφέα Gertrude Stein.

Η Alice εντυπωσιάζεται από την εμφάνιση της, μαυρισμένης από τον ήλιο της Τοσκάνης, Gertrude «με τα υπέροχα, ζεστά καστανά μαλλιά, που λάμπουν σαν χρυσός». Αυτή η πρώτη συνάντηση εξελίσσεται σύντομα σε μια στενή φιλική σχέση. Οι δυο γυναίκες ανακαλύπτουν γρήγορα ένα κοινό σημείο: και οι δύο αισθάνονται κατεστραμμένες από τους πατεράδες τους.

Οι μεγαλοαστικές οικογένειες της εποχής, από τις οποίες προέρχονταν και οι δύο, είναι κατά βάση απόλυτα πατριαρχικές. Η Gertrude, έχοντας χάσει τη μητέρα της, νοιώθει από πολύ νωρίς στους ώμους της την εξουσιαστική δύναμη του πατέρα. Ακόμα και ο μεγαλύτερος αδελφός της, που εκτελεί για λογαριασμό της χρέη γραμματέα, συμπεριφέρεται μέσα στο σπίτι όπως ο πατέρας τους, κάνοντας τη Gertrude να αισθάνεται ακόμα πιο πληγωμένη.

Η Alice είναι αυτή που αντικαθιστά, σταδιακά, το Leo. Καθαρογράφει τα δυσανάγνωστα χειρόγραφα της Gertrude και τη συμβουλεύει για τα ερωτήματα που απασχολούν τη σύγχρονη λογοτεχνία.

Η Alice και η Gertrude διαπιστώνουν σύντομα ότι οι άντρες δεν είναι πραγματικά αναγκαίοι σε κανέναν τομέα της ζωής.

Όσο προκλητικά είναι τα κείμενα της Gertrude Stein, τόσο λιτή και απλή είναι η οικογενειακή ζωή της με την Alice. Ο καταμερισμός των ρόλων μεταξύ τους δεν διαφέρει από εκείνον των παντρεμένων ετερόφυλων ζευγαριών. Τους αρέσει να περνούν ήσυχα βράδια στο σπίτι, παρέα με φίλους. Ανάμεσα στους τακτικούς επισκέπτες τους είναι ο Pablo Picasso (που ζωγραφίζει και ένα πορτραίτο της Stein) και ο Ernest Hemmingway, που επηρεάζεται βαθιά από τα διηγήματά της.

Ενώ οι άντρες κουβεντιάζουν με τη Gertrude, η Alice κρατά συντροφιά στις γυναίκες τους.

Η Alice και η Gertrude σπίτι τους, φωτογραφημένες από τον Man Ray

Το 1932 κυκλοφορεί ένα από τα πιο επιτυχημένα έργα της Gertrude Stein, το «Η Αυτοβιογραφία της Alice B. Toklas». Η Gertrude γράφει τα απομνημονεύματα της συντρόφου της, σε πρώτο πρόσωπο. Το βιβλίο, και χάρη στην πρωτοτυπία του αυτή, γίνεται μεγάλη επιτυχία.

Το ζευγάρι περιοδεύει σε όλη την Αμερική για να το παρουσιάσει. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο John Malcolm Brinnin, βιογράφος της Stein, «ήταν τόσο διάσημες στην Αμερική, όσο οι γκάνγκστερς, οι παίκτες του baseball και οι αστέρες του κινηματογράφου».

Το ασυνήθιστο, για την εποχή του, ζευγάρι μένει αχώριστο για δεκαετίες, μέχρι το θάνατο της Gertrude, σε ηλικία 72 ετών.

Η παλέτα του έρωτα

Δημοσιεύθηκε στο Art, Faces, Lovers by Nina C στο Απρίλιος 11th, 2008

01301_wassily_kandinsky.jpg

Η φήμη του Μονάχου ως καλλιτεχνούπολης προσελκύει το μοσχοβίτη ζωγράφο Wassily Kandinsky (1866 – 1944), όπως και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Ο Kandinsky αρχίζει το 1896 τις σπουδές του στη βαυαρική μητρόπολη. Το 1901 ιδρύει την καλλιτεχνική ομάδα «Φάλαγγα», ενώ παράλληλα διδάσκει σε μια σχολή ζωγραφικής. Εκεί σπουδάζει και η 25χρονη ζωγράφος Gabriele Munter (1977 – 1962).

munter.jpg

Σύντομα η Gabriele και ο Wassily γίνονται ζευγάρι, παρά το γάμο του με μια ξαδέλφη του στη Μόσχα. Από το 1904 μέχρι το 1907 το ζευγάρι ταξειδεύει στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική, συλλέγοντας υλικό για την τέχνη τους.

kadmuntfirst.jpg

Χωρίς να έχουν παντρευτεί ζουν μαζί και κυκλοφορούν δημόσια σαν ζευγάρι. Η κοινή καλλιτεχνική τους ενασχόληση κάνει την σχέση τους ακόμα πιο ζωντανή. Συχνά ποζάρουν ο ένας για τον άλλο, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα έργα όπως αυτό του Kandisky

kandinsky-gabriele.jpg

ή ετούτο της Munter.

munter-kandinsky.jpg

Την άνοιξη του 1909 η Gabrielle αγοράζει ένα σπίτι στη βαυαρική πόλη Murnau. Οι συμπατριώτες και συνάδελφοι του Kandisky, Alexei Jawlensky και Marianne von Werefkin ανήκουν στους τακτικούς επισκέπτες του σπιτιού, που οι ντόπιοι αποκαλούν πλέον «Ρωσικό Οίκο», μαζί με τον επίσης συμπατριώτη τους χορογράφο Alexander Sakharoff και τη βαυαρή σύζυγό του χορεύτρια Clotilde von der Planitz.

jawlensky-derp-werefkin-sacharoff.jpg

Η γοητευτική φύση μαγεύει σύντομα τους πάντες. Σ’ αυτή την ειδυλλιακή περιοχή συμβιώνουν η Gabriele και ο Wassily, ενθουσιασμένοι από την αγροτική τέχνη. Ο Wassily διακοσμεί το σπίτι με έπιπλα αυτού του στυλ. Η Gabriele ανακαλύπτει τη ζωγραφική σε γυαλί (Hinterglasmalerei). Εμφανίζονται συχνά σαν κλασικό βαυαρικό ζευγάρι και υποδέχονται τους καλεσμένους τους φορώντας τις παραδοσιακές τοπικές ενδυμασίες.

was.jpg

gab.jpg

Το 1910 ο Kandinsky δημιουργεί στη βαυαρική πρωτεύουσα την πρώτη του αφηρημένη ακουαρέλα. Εδώ τον βλέπουμε στο γραφείο του διαμερίσματός τους στην Εμίλενστράσε, στο Μόναχο, φωτογραφημένο από την Gabriele.

vassili.jpg

Το 1912 η Gabriele ζωγραφίζει τον Wassily και την κοινή τους φίλη Erma Bossi, την ώρα που πίνουν καφέ στον «Ρωσικό Οίκο».

munter4.jpg

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αναγκάζει τον Wassily να γυρίζει στη Ρωσία, αφήνοντας όλα τα μέχρι τότε έργα του στο Μόναχο. Όταν η Gabriele μαθαίνει από τρίτους ότι εκείνος ξαναπαντρεύτηκε και δε θέλει να έχει καμία επαφή μαζί της, καταρρέει, ψυχικά και σωματικά, και δεν μπορεί να δουλέψει για χρόνια. Η έμπνευση που της έδινε το σπίτι στο Murnau, γίνεται πόνος αβάσταχτος και βαθιά πικραμένη από την προδοσία του Wassily δεν μπορεί πλέον να μείνει στο «Ρωσικό Οίκο». Δεν θα επιστρέψει εκεί παρά σχεδόν μια εικοσαετία αργότερα, το 1931, με τον νέο της σύντροφο, Johannes Eichner.

dsc00354.jpg

Στο μεταξύ ο Wassily, μη συμφωνώντας με τις επίσημες θεωρίες περί τέχνης στη Μόσχα, επιστρέφει στη Γερμανία το 1921, όπου διδάσκει στο Bauhaus από το 1922 μέχρι το κλείσιμό του από τους Ναζί το 1933. Δε θα συναντηθεί ούτε μια φορά με τη Gabriele. Θα φύγει για τη Γαλλία, όπου θα ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του, έχοντας αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα το 1939.

2634952.jpg

Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το 1933, τα έργα της Munter καθώς και αυτά των ζωγράφων φίλων της, χαρακτηρίζονται «εκφυλισμένα» και κατάσχονται. Οι πίνακές της, όπως και αυτοί του Kandinsky, κρύβονται στο υπόγειο του σπιτιού μέχρι το τέλος της φασιστικής περιόδου. Όλο αυτό το διάστημα η Gabriele αναγκάζεται να ζωγραφίζει πίνακες με λουλούδια, τους οποίους ανταλλάσσει με τρόφιμα.

gabrielle2-full.jpg

Συνεχίζει να ζωγραφίζει και αναδεικνύεται σε μια από τις μεγαλύτερες γερμανίδες εξπρεσιονίστριες. Θα πεθάνει στον «Ρωσικό Οίκο», το σπίτι που επί σειρά ετών στέγασε το μεγάλο της έρωτα με τον Wassily Kandinsky.

rushianhouse.jpg

Happy Birthday Joseph Levitch!

Δημοσιεύθηκε στο Cinema, Faces by Nina C στο Μάρτιος 16th, 2008
172007.jpg
iphone-ad-05.jpg
319_jerry_lewis_jmcarisse_photo_-web.jpg
8-jerry-lewis.jpg
11801227.jpg
jerry_lewis.jpg
jer2.jpg
nuttyprofessor_2.jpg
sjff_02_img0748.jpg
jerry_lewis_1.jpg
story.jpg
039_63434dean-martin-jerry-lewis-posters.jpg

Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο

Δημοσιεύθηκε στο Cinema, Faces, Music by Nina C στο Φεβρουάριος 25th, 2008

«…θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
… βεργούλες και με δείρανε…
…Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.
Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες».

Κατερίνα Γώγου

 

koemtzis.jpg

Στις 25 Φεβρουαρίου του 1973, ο Νίκος Κοεμτζής, από το Αιγίνιο της Πιερίας, κοντά στην Κατερίνη, μικροκακοποιός και γιος κομμουνιστή, με μικρή πολιτική δράση και ο ίδιος, σκοτώνει τρεις ανθρώπους και τραυματίζει άλλους έξι σε νυχτερινό κέντρο και λίγο αργότερα καταδικάζεται σε θάνατο. Η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια δεσμά και τελικά αποφυλακίζεται -πλήρως μεταμελημένος- με βούλευμα 23 χρόνια αργότερα.

Πέντε χρόνια μετά το πολλαπλό φονικό, το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα κάνει την ιστορία του Κοεμτζή τραγούδι στο δίσκο του «Ρεζέρβα». Κατά τη γνώμη μου, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο» αποτελεί ένα από τα κορυφαία τραγούδια του Νιόνιου που, όμως, η θεματολογία και η μεγάλη του διάρκεια δεν του επέτρεψαν να ακουστεί πολύ και να γίνει επιτυχία. Το τραγούδι διαρκεί 15 λεπτά περίπου και γραμμένο καταλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 90 στίχους –χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένας ως ρεφραίν. Πιστεύω πως δεν θα μπορούσε –και δεν θα έπρεπε- να είναι πιο σύντομο.

Θεωρώ πως καμία βιογραφία του Κοεμτζή δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα, από αυτό το ελεγειακό τραγούδι-ποταμό του Σαββόπουλου, την προσωπική και οικογενειακή ιστορία του Κοεμτζή, την ψυχική του κατάσταση την ώρα του μακελειού αλλά και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της εποχής, που οδήγησε σε αυτό.

Όταν ο Κοεμτζής «έβγαλε τη φαλτσέτα και θέρισε» ήμουν 13 χρονών και θυμάμαι πολύ καλά το περιστατικό, καθώς και το τραγούδι για το οποίο υποτίθεται πως έγινε. Δεν ήταν άλλο από τις «Βεργούλες» ή «Τα δυο σου χέρια πήρανε» του Μάρκου Βαμβακάρη. Από τον τύπο της εποχής το έγκλημα παρουσιάστηκε αποκλειστικά ως ποινικό, χωρίς να αναφερθούν οι πολιτικές του διαστάσεις. Ακόμα και ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αριστεράς, το μεγαλύτερο ενδεχομένως, αρνήθηκε να δει το πολιτικό μέρος του θέματος και περιορίστηκε να χαρακτηρίσει την ενέργεια του Κοεμτζή ως «τυπική αντίδραση ενός λούμπεν στοιχείου». Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια, να ακούσουμε το τραγούδι του Σαββόπουλου, να δούμε και την «Παραγγελιά», του 1980, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Παύλου Τάσιου, για να αντιληφθούμε την ιστορία του Κοεμτζή στις πραγματικές της διαστάσεις. Τον Νίκο Κοεμτζή υποδύθηκε ο Αντώνης Αντωνίου και τον μικρότερο αδελφό του Δημοσθένη ο Αντώνης Καφετζόπουλος.

Πιο κάτω παραθέτω ολόκληρο το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» του Διονύση Σαββόπουλου. Οι φράσεις με τα κόκκινα γράμματα δεν ακούγονται στο τραγούδι, αφού η λογοκρισία της εποχής ζήτησε την αφαίρεσή τους. Στη θέση τους στο τραγούδι υπάρχουν κάποιοι ήχοι, σαν κι αυτούς που ακούγονται όταν βάζουμε να παίξει πολύ γρήγορα ένα ηχητικό απόσπασμα. Αν κάποιος γυρίσει ανάποδα το βινύλιο ή έστω παίξει με κάποιο πρόγραμμα ανάποδα το σημείο αυτό στον Η/Υ, θα ακούσει τις φράσεις που κόπηκαν, καθώς και αποσπάσματα από κάτι που μοιάζει με παιδικό παραμύθι με φράσεις όπως «Βρισκόμαστε στη Φαρμακοχώρα κι εγώ είμαι η Ασπιρίνη, ίσως να με έχετε ακουστά», και επίσης φράσεις από τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά προγράμματα και διαφημίσεις. Ευφυώς ο Σαββόπουλος επέλεξε να ντύσει μουσικά την αφήγησή του με ένα ζεϊμπέκικο (αφού για ένα ζεϊμπέκικο έγινε το φονικό), πειραγμένο και πολύπλοκο όμως σε αρκετά σημεία, με μια ιδιαίτερη ενορχήστρωση, αφήνοντας παράλληλα το Θανάση Πολυκανδριώτη να κεντά με το μπουζούκι του αυτά που δε μπορεί να πει η γλώσσα για αυτόν τον μυστήριο χορό.

Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο
Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης

Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-

Γεννήθηκε σ’ ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη…
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.

Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ’ το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ’ τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ’ τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.

Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ’ την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν’ η παρανομία.

Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας

Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ’ την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού ‘παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!

Κι απ’ την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι οι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.

Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ’ ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν’ ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ’ αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»

Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο

«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.

Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.

Έξω απ’ την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το ‘χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.

Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»

Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο

Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν’ ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.

Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα ‘δινε σ’ αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού ‘ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του ‘δωσε μια με ένα καδρόνι…

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν, μιαν άλλη απειλή.

Το ‘παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ’ αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.

Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ’ έχουν κυκλωμένο;

Ο ίδιος ξέγραψε απ’ αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του σε κουφούς, θαρρούσα δεν θ’ αντέξω.
Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ’ έξω.

Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ’ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.

Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.

Νίκο, ποτέ δεν θα ‘ναι έτσι.
Νίκο, είν’ η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ’ το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.

Πηγές

1. Δ. Καράμπελα, Διονύσης Σαββόπουλος (Εκδόσεις Μεταίχμιο)

2. Δ. Σαββόπουλου, Η Σούμα (Εκδόσεις Ιανός)

3. Κ. Γώγου, Τρία κλικ αριστερά (Εκδόσεις Καστανιώτη)

4. www.musicheaven.gr

Όμορφα παιδιά και λουλουδένια ξωτικά

Δημοσιεύθηκε στο Art, Books, Faces by Nina C στο Φεβρουάριος 15th, 2008

Ο κόσμος της Cicely Mary Barker

barker1.jpg

Τα βιβλία της Cicely Mary Barker είναι ιδιαίτερα δημοφιλή τόσο ανάμεσα στους ενήλικες, όσο και τα παιδιά. Οι νοσταλγικές ζωγραφιές της που απεικονίζουν παιδιά και λουλουδένια ξωτικά, είναι γοητευτικά μέσα στην τέλεια λεπτομέρειά τους και αντανακλούν την κατανόηση της φύσης.

08401091.jpg

Παιδική ηλικία

Η Barker γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου του 1895, στο Croyder του Surrey της Αγγλίας, από τους Walter Barker και Mary Eleanor Oswald. Ο πατέρας της καταγόταν από μια μακρά σειρά ξυλογλυπτών, ένα επάγγελμα που ακολούθησε και ο ίδιος. Το 1909 δώρισε έναν χειροποίητο ξυλόγλυπτο άμβωνα στο ναό του Αγ. Εδμούνδου στο Croyton, όπου εκκλησιαζόταν η οικογένεια. Η κόρη του έδειξε επίσης, από αρκετά νωρίς, τάσεις δημιουργικότητας, περνώντας ώρες ζωγραφίζοντας και σχεδιάζοντας. Ως παιδί υπέφερε από επιληψία, η οποία εξαφανίστηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να μην εμφανιστεί ξανά. Λόγω της ασθένειάς της την μεταχειρίζονταν σαν το μωρό της οικογένειας και την υπερπροστάτευαν για όλη της τη ζωή. Ίσως αυτό να συνετέλεσε στον τρόπο που καταλάβαινε και απεικόνιζε τα παιδιά στα έργα της.

08401092.jpg

Εκπαίδευση

Λόγω της ευαίσθητης κατάστασής της, οι γονείς της αποφάσισαν πως θα ήταν καλύτερο να μορφωθεί στο σπίτι από οικοδιδασκάλους. Επίσης της πλήρωναν μαθήματα τέχνης δι’ αλληλογραφίας, τα οποία συνεχίστηκαν μέχρι το 1919. Τα μαθήματα αυτά την εφοδίασαν με τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις αφενός, αλλά είχαν και την εποικοδομητική κριτική που χρειαζόταν ως νέα δημιουργός. Εκτός από αυτά, σε ηλικία 13 ετών γράφτηκε σε ένα εσπερινό τμήμα τέχνης στο Croyton, όπου εξακολούθησε να πηγαίνει μέχρι τη δεκαετία του ’40, έχοντας πλέον κερδίσει μια θέση εκπαιδευτικού εκεί.

boarder1.jpg

Επαγγελματική σταδιοδρομία

Στα 15 της χρόνια, ο πατέρας της στέλνει δείγματα της δουλειάς της στον εκδότη Raphael Tuck, ο οποίος αγοράζει τα σχέδιά της και τα κυκλοφορεί σε κάρτες. Τον επόμενο χρόνο κερδίζει το δεύτερο βραβείο σε έναν διαγωνισμό αφίσσας, που διοργανώθηκε από τον Όμιλο Τεχνών του Croyden. Πολύ σύντομα τη δέχτηκαν ως ισόβιο μέλος στον Όμιλο και, έτσι, έγινε το νεώτερο σε ηλικία μέλος τους.

Η Barker είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον πατέρα της. Ήταν περήφανος για εκείνη και τη φώναζε χαϊδευτικά «Ciskin». Μετά τον πρόωρο θάνατό του το 1912, η μεγαλύτερη αδελφή της Dorothy, προσπάθησε να συντηρήσει την οικογένεια με τον πενιχρό μισθό της της δασκάλας. Η Cicely βοηθούσε την αδελφή της όσο μπορούσε, πουλώντας ποιήματα και εικονογραφήσεις σε περιοδικά όπως τα My Magazine, Childs Own, Leading Strings and Raphael Tuck Αnnuals.

spg1199.jpg

Η πιο γνωστή δουλειά της είναι η σειρά με τα βιβλία για τις «Νεράιδες των Λουλουδιών» (Flower Fairies). Την εποχή εκείνη οι νεράιδες ήταν ένα πολύ δημοφιλές θέμα. Το βιβλίο του Sir Arthur Conan Doyle «The Coming of the Fairies» είχε κυκλοφορήσει μόλις τον προηγούμενο χρόνο και περιελάμβανε πέντε φωτογραφίες νεράιδων, τραβηγμένες από δυο μικρά κορίτσια. Οι φωτογραφίες είχαν θεωρηθεί αυθεντικές από έναν ειδικό και δεν ήταν παρά το 1980 που αποδείχτηκε η μη γνησιότητά τους. Η Βασίλισσα Mary εκτιμούσε ιδιαίτερα τη δουλειά της Αυστραλιανής εικονογράφου Ida Rentoul Outwaite, που είχε ως θέμα τις νεράιδες, και έστελνε συχνά κάρτες της στους φίλους της. Ήταν επίσης εποχή που οι άνθρωποι ήθελαν να ξεφύγουν από το φρενήρη ρυθμό της προόδου που γινόταν με άλματα και να επιστρέψουν σε μια απλούστερη και περισσότερο αθώα, προ-επιστημονική εποχή.

Οι νεράιδες της Barker βασίζονταν στη γνώση της για τα φυτά και τα λουλούδια, καθώς και στην καλλιτεχνική της μελέτη αληθινών παιδιών. Τα απεικόνιζε ντυμένα με τρόπο ώστε το καθένα τους να αναπαριστά διαφορετικό λουλούδι, φυτό ή καρπό. Η επιτυχία του πρώτου τόμου, στον οποίο είχε γράψει και τα κείμενα, που κυκλοφόρησε το 1923, οδήγησε στη δημιουργία άλλων επτά.

barker13.jpg

Η Barker έραβε ένα νέο κοστούμι για κάθε μια από τις νεράιδες, το οποίο ξήλωνε πολύ προσεκτικά όταν τελείωνε, ώστε να μπορέσει να ξαναχρησιμοποιήσει το ύφασμα. Το 1924 έφτιαξε ένα ατελιέ στον κήπο του σπιτιού τους, όπου στεγαζόταν επίσης και το νηπιαγωγείο της αδελφής της. Στον πρόλογο του βιβλίου της « Flower Fairies of the Wayside», γράφει: «…έχω σχεδιάσει όλα τα φυτά και τα λουλούδια πολύ προσεκτικά, από πραγματικά που έχω δει. Και οτιδήποτε έχω γράψει γι αυτά είναι τόσο αληθινό, όσο μπορούσα να το κάνω. Αλλά δεν έχω δει ποτέ νεράιδα…» Έτσι χρησιμοποιούσε τους μαθητές του νηπιαγωγείου της αδελφής της ως μοντέλα και ήταν ενθουσιασμένη με όλα αυτά τα μικρά παιδιά γύρω της και με την ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν. Τα παιδιά αποτέλεσαν τα μοντέλα της μέχρι το 1940, οπότε και η αδελφή της έκλεισε το νηπιαγωγείο. Μετά το θάνατο της Dorothy, το 1954, η Barker σχεδίασε ένα βιτρώ για την εκκλησία του Αγ. Εδμούνδου, στη μνήμη της αδελφής της.

boarder3.jpg

Ήταν αφοσιωμένη χριστιανή και όλα τα χρόνια προσέφερε σχέδιά της για διάφορες ευχετήριες κάρτες που έβγαζε η ενορία, καθώς και για διάφορα προπαγανδιστικά θρησκευτικά έντυπα. Το 1925, ένα από τα σχέδιά της, το «The Darling of the World is Come», αγοράστηκε από τη Βασίλισσα Mary. Επιπλέον ζωγράφιζε πίνακες για εκκλησίες και δώριζε έργα της για να βοηθήσει οικονομικά.

Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι που η όρασή της εξασθένησε, προς το τέλος της ζωής της. Πέθανε ήσυχα στις 16 Φεβρουαρίου του 1973, σε ηλικία 77 ετών. Συμπτωματικά, εκείνη τη χρονιά, ήταν η 50ή επέτειος της έκδοσης του πρώτου της βιβλίου.

barker3.jpg

Επιρροές, στυλ και τεχνική

Ως παιδί η Barker είχε επαφή με τα βιβλία της Kate Greenaway. Περνούσε πολλές ώρες στο κρεββάτι χρωματίζοντας και σχεδιάζοντας στα πολυάριθμα βιβλία ζωγραφικής της Greenaway. Αν και τα παιδιά της Barker δεν είναι τόσο μελαγχολικά όσο αυτά της Greenaway, φοράνε παρόμοια νοσταλγικά ρούχα και βρίσκονται μέσα σε ένα ιδεαλιστικό περιβάλλον. Όπως και η Betrix Potter, είχε μελετήσει τα φυτά με μάτι βοτανολόγου. Το στυλ της Barker αναφορικά με τη ζωγραφική και την τοποθέτηση των θεμάτων της, μοιάζει με αυτό της Potter, σε αντίθεση με το στυλ της Greenaway που είναι πιο επίπεδο, μάλλον λόγω των τεχνικών εκτύπωσης που χρησιμοποιούνταν την εποχή εκείνη. Η Barker ήταν στενή φίλη με τη Margaret Tarrant, μια άλλη εικονογράφο παιδικών βιβλίων, με την οποία εικονίζεται εδώ.

barker2.jpg

Η ίδια η Barker αναγνωρίζει την επιρροή που δέχθηκε από τους προ-ραφαηλικούς ζωγράφους, που επίσης επηρέασαν τις Greenaway και Potter: «Ενδιαφέρομαι πολύ για τους προ-ραφαηλικούς. Όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να δω όσο το δυνατόν περισσότερη από τη δουλειά τους… Είμαι σε κάποιο βαθμό επηρεασμένη από αυτούς, όχι τόσο ως προς την τεχνική, όσο προς την εκλογή του θέματος και τη δημιουργία της ατμόσφαιρας. Μου αρέσουν πολύ, για παράδειγμα, τα πρώιμα έργα του Millais και η υπέροχη δουλειά, αν και μεταγενέστερου, του Burne-Jones».

spg1198.jpg

Δύο από τα πιο αγαπημένα βιβλία της Barker ήταν το δίτομο έργο Memorials of Edward Burne-Jones, που έλαβε ως δώρο από τη μητέρα της τα Χριστούγεννα του 1920 καθώς και το The Life and Letters of Sir John Everett Millais, που υπήρχε στη βιβλιοθήκη της οικογένειας.

Δούλευε κυρίως με νερομπογιές, με πένα και μελάνι και, ενίοτε, έκανε μυαρόασπρα σκίτσα. Ήταν εξαιρετική στη χρήση λαδιών και παστέλ. Κουβαλούσε πάντα μαζί της ένα μπλοκ και ήταν έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, να σκιτσάρει το πρόσωπο ενός ενδιαφέροντος παιδιού για μελλοντική χρήση.

boarder2.jpg

Ζωγράφισε νεράιδες για όλα σχεδόν τα φυτά και τα λουλούδια που υπήρχαν στην Αγγλία και για όλες τις εποχές, εκτός του χειμώνα. Οι Νεράιδες των Λουλουδιών του Χειμώνα δεν συμπεριλήφθησαν στα βιβλία της παρά το 1985, 12 χρόνια μετά το θάνατό της και βασίστηκαν πάνω σε σκίτσα και ποιήματα που είχε κάνει για τα άλλα 7 της βιβλία.

Όλη της η δουλειά με της Νεράιδες των Λουλουδιών έχει συγκεντρωθεί σε έναν γοητευτικό τόμο με τον τίτλο «The Complete Book οf τhe Flower Fairies»*

Είναι εντυπωσιακό το πόσο ταιριάζουν τα χαρακτηριστικά των παιδιών με τον τύπο των λουλουδιών και των φυτών που απεικονίζουν.

Η Cicely Mary Barker παραμένει μία από τις κορυφαίες εικονογράφους και τα βιβλία της εξακολουθούν να κάνουν αλλεπάλληλες εκδόσεις και να γνωρίζουν τεράστια επιτυχία, ογδόντα χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση.

072324344101_ss500_sclzzzzzzz_v1056471691_.jpg

*Το ποστ αφιερώνεται σ΄αυτόν ΕΔΩ τον κύριο, συμμαθητή και φίλο, που στα προπέρσινα γενέθλιά μου, μου χάρισε ένα αντίτυπο του «The Complete Book of the Flower Fairies».