Το ποστάλι

Έκλεινε είκοσι χρόνια στο ποστάλι ο Θοδωρής και είχε κουραστεί από το πήγαιν΄-έλα. Λαχταρούσε να ρίξει άγκυρα, πια, στο νησί, κοντά στη Γιακουμίνη και τον μικρό. όσο τον προλάβαινε, δηλαδή, κι αυτόν, μέχρι ν’ ανοίξει τα φτερά του για την Αθήνα, όπως ο μεγάλος.
Το αγαπούσε το νησί του ο Θοδωρής, κι άλλον τόπο δεν ήξερε. Μέρα παρά μέρα ήταν με το καράβι στον Πειραιά, αλλά στην Ακρόπολη ακόμα δεν είχε αξιωθεί να πάει. Κι ούτε στον Περαία έβγαινε για τσάρκα με τους άλλους. Προτιμούσε να μένει στην καμπίνα του και να ζωγραφίζει. Τα πρόσωπα της Γιακουμίνης και των παιδιών ζωγράφιζε. Και τα μάτια της Φανής. Μόνο.
Από παιδιά γνωρίζονταν με τη Φανή. Στην εφηβεία τους αγαπήθηκαν και κλέφτηκαν. Όταν παντρεύτηκαν η Φανή ήταν δεκάξι και γκαστρωμένη στον Παναγιώτη, κι εκείνος δεκαοχτώ. Και τώρα ο Παναγιώτης είχε κλείσει τα τριάντα κι η Φανή ήταν είκοσι έξι χρόνια στα χώματα. Κι είχε πάει από το δικό του χέρι.
Τη θυμόταν σαν χτες εκείνη τη μέρα, που γύρισε σπίτι απ’ το κυνήγι και βρήκε τον πεντάχρονο Παναγιώτη να παίζει μόνος στην αυλή και το δάσκαλο καβάλα στη Φανή. Με μια ψυχραιμία, που όταν τη σκεφτόταν σήμερα τρόμαζε, έβαλε τα φυσίγγια στην καραμπίνα και τους τίναξε τα μυαλά στον αέρα. Πρώτα εκείνου. Και μετά εκείνης. Ήταν 10 το πρωί, 12 Ιούλη του ’67, κι ήταν μόλις 24 χρονών κι η Φανή 22. Όσο για το δάσκαλο, στα 32 ήταν εκείνος, με γυναίκα στην ώρα της. Βοήθησε ο αδελφός του Θοδωρή, που ήταν ενωμοτάρχης στο νησί, ήταν κι η κατάσταση αυτή που ήταν, βρέθηκε κι αυτός ο γερμανός τουρίστας που αυτοκτόνησε την ίδια μέρα, τα κανόνισαν, του φόρτωσαν το διπλό φονικό και σώθηκε από το εκτελεστικό απόσπασμα ο Θοδωρής.
Κι έμεινε να βουρλίζεται με το μωρό, σε σπίτι χωρίς γυναίκα. Στη γειτονιά τον άφηνε τον Παναγιωτάκη για να τρέξει στο χωράφι, και τον μάζευε τ΄ απόβραδο που γύριζε. Κι έπαιζε τη νοικοκυρά μετά, να μαγειρέψει, να παστρέψει, να μπαλώσει, να ταΐσει, να κοιμίσει το παιδί. Και πριν πέσει κι αυτός αποκαμωμένος στο στρώμα, έβγαινε στην αυλή, για το τελευταίο τσιγάρο της μέρας, και κουνούσε απειλητικά τη γροθιά του στ΄ αστέρια, που τα έβλεπε να τρεμοπαίζουν θολά, μέσα από τα δάκρυά του.
Μέχρι που η ξαδέρφη του η Στάσα του έφερε τα προξενιά της Γιακουμίνης. Δεν είχε την ομορφάδα της Φανής, μα είχε ένα γλυκό πρόσωπο κι έδειξε να πονάει το ορφανό. Στο χρόνο απάνω την παντρεύτηκε, μα παιδί άργησαν να κάνουν. Κι όταν, πια, είχαν πάψει να το περιμένουν, ρίζωσε ο σπόρος του Θοδωρή στη Γιακουμίνη και σ’ εφτά μήνες ξεπετάχτηκε ο Στάθης τους.
Πέντε χρόνια μετά το γάμο του μπάρκαρε καμαρότος στο ποστάλι ο Θοδωρής. Το χωράφι δεν είχε πλέον ψωμί και η θέση στο ποστάλι τους βόλεψε μια χαρά. Μόνο που από τότε είχαν περάσει είκοσι χρόνια και η σκουριά που έτρωγε τα σίδερα του καραβιού, έτρωγε και την καρδιά του Θοδωρή.
Όλα αυτά τα χρόνια περισσότερες ώρες είχε περάσει στο καράβι με τη Μαριόγκα την καραβόγατα, παρά σπίτι του με τη Γιακουμίνη και τα παιδιά. Ο μεγάλος ζούσε από χρόνια στην Αθήνα, γιατρός σπουδαγμένος, και σπάνια ερχόταν να τους δει. Η Γιακουμίνη, που δεν τον ξεχώριζε από το Στάθη της, παραπονιόταν κι ανησυχούσε αν έτρωγε κι αν ντυνόταν καλά. Όσο για το Θοδωρή, σκεφτόταν πως ο γιος του είχε γίνει ένας άντρας που δεν γνώριζε. Έτσι αποφάσισε ν’ αφήσει το ποστάλι και να ρίξει άγκυρα στην ποδιά της Γιακουμίνης. Ήθελε να προσπαθήσει να γνωρίσει τουλάχιστον το Στάθη, να εισπράξει κι αυτός λίγη από την αδυναμία που έδειχναν τ΄ αγόρια στη Γιακουμίνη. Ο Θοδωρής ξεκίνησε τη διαδικασία της συνταξιοδότησής του.
Συνεννοήθηκε με την εταιρεία και συμφώνησε να μείνει ένα μήνα ακόμα στο καράβι, ώστε να βρεθεί σκάντζα του. Η Γιακουμίνη ενθουσιάστηκε με το νέο. Τον έτρωγε από χρόνια να παρατήσει το ποστάλι και να μαζευτεί στο σπίτι. Την τελευταία μέρα του πάνω στο καράβι , οι άλλοι του κανόνισαν μια γιορτούλα. Ο μάγειρας είχε βάλει τα δυνατά του κι είχε φτιάξει ένα αρνάκι λουκούμι (το αγαπημένο του Θοδωρή), ήπιαν και κρασί, του χάρισαν και διάφορα θυμητάρια. Στον Πειραιά ήταν, και φόρτωναν για το νησί. Πες-πες, τον έπεισαν οι άντρες να κατέβει μαζί τους στο λιμάνι για έναν καφέ. Τη στιγμή που διέσχιζε την κουβέρτα ο Θοδωρής, έσπασε ένα από τα συρματόσχοινα στα κρένια του καραβιού. Το μεγάλο, βαρύ ξύλινο κιβώτιο έπεσε πάνω του. Έζησε τόσο ώστε να καταλάβει τι συνέβαινε και να προλάβει να ψιθυρίσει ένα «έρχομαι, Φανή μου».
Το ποστάλι δεν τον άφησε να φύγει.
Ελεγεία μιας γενιάς

Είναι φορές που ξυπνάς και δεν ξέρεις πόσων χρονών είσαι. Μιλώ γι αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα που ο Μορφέας ανοίγει την αγκαλιά του για να σ’ αφήσει να βγεις και το όνειρό σου φεύγει τρομαγμένο από τον ήχο του ξυπνητηριού, ενώ εσύ ανοίγεις τα μάτια να δεις την καινούρια μέρα. Αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα, λοιπόν, δεν γνωρίζεις αν ξυπνάς στο παιδικό κρεβάτι του πατρικού σου ή στο σπίτι της ενήλικης ζωής σου.
Αυτές τις πρώτες στιγμές της μέρας, αν κοιταχτείς στον καθρέφτη, βλέπεις τα μάτια ενός παιδιού και το σώμα ενός μεσήλικα, μέσα στο οποίο χτυπά η καρδιά ενός εφήβου. Σε μπερδεύουν οι διαφορετικές σου ηλικίες και πρέπει, στα γρήγορα, να διαλέξεις μια για να πορευτείς στη μέρα. Διαλέγεις –πάντα- αυτή του μεσήλικα, φοράς τα ρούχα του, πας στη δουλειά του.
Και περνούν οι μέρες, με σένα να παραπαίεις ανάμεσα στις ηλικίες σου: να προσπαθείς να κοιτάς τον κόσμο μ’ αυτό το βλέμμα του παιδιού, να θυμάσαι τα χρόνια που πέρασες, μαζί με το σώμα σου, υποθηκεύοντας φόβους, ελπίδες, ανασφάλειες, εγωισμούς και συναισθήματα για ν΄αγοράσεις ένα μπωλάκι αγάπη, να ταΐσεις την έφηβη καρδιά σου.
Και περνούν τα βράδυα μ’ ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι, να σκέφτεσαι τους άλλους της γενιάς σου, που τόσο αδικημένη τη θεωρείς. Άκαπνοι, σχεδόν, περάσατε το μεγαλύτερο μέρος των νιάτων σας στην ανεκτή επίφαση ελευθερίας της μεταπολίτευσης. Και ριχτήκατε να φάτε τη ζωή, μέχρι τέλους, ο καθένας με άλλο κουτάλι. Ένας έλεγε το κουτάλι του καριέρα, άλλος ουσίες, ένας τρίτος έρωτα. Κι όταν νομίσατε πως φτάσατε κάπου, νάτο αυτό το αυθάδικο παιδί που κοιτάζει μέσα από τα μάτια σας, νάτο εκεί, στον καθρέφτη, να σας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Κάθε μέρα που περνάει σας απομακρύνει από το παιδί αυτό που έχετε αφήσει οριστικά πίσω, μα που πάντα σ’ αυτό επιστρέφετε τις ώρες της ανάγκης. Και, πια, μόνο με θύμησες μιλάτε.
Σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων περιπλανήθηκε η γενιά σου. Γεννήθηκες στα χρόνια τα «αθώα», τα πολυτραγουδισμένα, πρόλαβες τους μεγάλους μας ποιητές ζωντανούς κι έτσι, έμαθες να σέβεσαι και ν’ αγαπάς τα δάκρυά σου, να μη φοβάσαι και να μην ντρέπεσαι να τα δείχνεις.
Και τους μύθους σου, κι αυτούς ζωντανούς τους είδες, με μυρωδιά από αγιόκλημα και γεύση από πατατάκια και ταμ-ταμ, να παίζουν τη Λόλα και τη Στέλλα σε καλοκαιρινά σινεμά, με τα πρόσωπα της Τζένης και της Μελίνας τεράστια και γοητευτικά στην πάνινη οθόνη.
Είδες τη Λαμπέτη και το Χορν να κάνουν μάγια πάνω στη σκηνή και να σε δένουν αιχμάλωτο στα σανίδια της.
Άκουσες ζωντανά τον κ. Μάνο και το Μίκη να παίζουν τις εξαίσιες μουσικές τους σε χώρους μικρούς και σε γήπεδα. Είδες, δηλαδή, τον πολιτισμό να γεννιέται στους φυσικούς του χώρους και όχι στην αποστείρωση του μαιευτηρίου που είναι η τηλεόραση.
Πρόλαβες τα Εξάρχεια στην ακμή τους, τότε που ήταν ακόμα ζωντανά κι όχι πεζόδρομοι για κυρίες, τότε που οι καλοί ξεχώριζαν με μια ματιά από τους κακούς, ο Νικόλας έγραφε μουσικές και η Κατερίνα ποιήματα, πέρασες ατέλειωτα βράδυα στην ταράτσα του Βοξ και στην αυλή του Ριβιέρα, διαμορφώνοντας το προσωπικό σου γούστο στις ταινίες και ξενυχτώντας, μετά, με καφέ και τσιγάρα να συζητάς με την παρέα.
Και υπήρχαν και τα άλλα. Οι ελπίδες σου πως θα άλλαζες, επιτέλους, τον κόσμο, πως η δική σου γενιά θα έκανε την επανάσταση. Βιαζόσουν να μεγαλώσεις για να διαφεντέψεις τη ζωή σου, πίστευες πως η χαρά είναι δικαίωμα του καθενός από εμάς. Έφαγες τα καλύτερά σου χρόνια στα θρανία και στις δουλειές, μεγάλωσες, ωρίμασες, γερνάς. Και τίποτα δεν άλλαξες, όλα έμειναν όπως τα βρήκες. Τα ίδια γραμμάτια ξοφλάς, στα ίδια νοικιασμένα σπίτια μένεις, τα ίδια χάπια καταπίνεις για να κοιμηθείς, «στους ίδιους δρόμους και στες γειτονιές τες ίδιες» περιφέρεσαι, στους ίδιους αφέντες πουλήθηκες, η ίδια τρέλα τρώει το μυαλό σου. Έδωσες το πατρικό αντιπαροχή ή το μετέτρεψες σε εξοχικό, εξοστρακίζοντας τις παιδικές φωνές σου, τη φωνή του πατέρα σου και το γέλιο της μάνας σου από τα δωμάτιά του, όλες τις Κυριακές της παιδικής σου ηλικίας από τη σάλα, κι εκείνο το πρώτο σου μικρό, κόκκινο ποδηλατάκι από τη μπροστινή αυλή. Τώρα στα δωμάτια περιφέρεις τη μοναξιά σου (ναι, το ξέρω πως έχεις οικογένεια…), στη σάλα κυριαρχεί το νέο σου home cinema και η μπροστινή αυλή έγινε πάρκινγκ για το 4Χ4.
Και τώρα, έχοντας κάνει όσα όφειλες, μια βαθειά αυτοκριτική, εκεί, γύρω στα 40 σου και έχοντας κλείσει τον κύκλο, νταντεύοντας γονείς σαν να ήσουν εσύ ο γονιός τους κι εκείνοι τα μικρά παιδιά σου, κάνεις ταμείο. Μέτρα, λοιπόν:
Κατάλαβες, επιτέλους, πως η ζωή δεν έχει «ίσως», μα μόνο «ναι» ή «όχι»;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως δεν πρέπει να κρατάς τα απωθημένα σου μέσα σε τούλινα σακουλάκια με λεβάντα, αλλά να κάνεις αυτό που πρέπει; Να τα απωθείς, δηλαδή, πραγματικά, ή να τα ζεις κι όπου σε βγάλει;
Κατάλαβες, επιτέλους, την ευθύνη που έχεις για τον κόσμο όπως είναι σήμερα;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως φταις κι εσύ που χάθηκαν οι δυο, πιο όμορφες, από τις τέσσερις εποχές;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως όταν κάνεις έναν άνθρωπο κομμάτια, ποτέ, ΠΟΤΕ δεν μπορεί να ξανακολλήσει σωστά;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως αξίζει να πεθάνεις για μιαν αγάπη;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως είσαι τυχερός που ονειρεύεσαι εφιάλτες, τη στιγμή που άλλοι τους ζουν;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως πρέπει να σηκωθείς, ξανά, όρθιος, όπως τότε;
Κατάλαβες, επιτέλους, πως είσαι πολύ μικρός για να πεθάνεις και πολύ μεγάλος για να είσαι αθώος του αίματος;
Κατάλαβες, τέλος, πως πρέπει ν’ αφήσεις αυτό το μικρό παιδί, το πίσω από τα μάτια σου φυλακισμένο, να βγει μπροστά και να κατοικήσει την καρδιά σου;
Ναι. Την ξέρω καλά τη γενιά σου, είναι και δική μου, βλέπεις. Και πιο πολύ απ’ όλα με πληγώνει που χαλάσαμε αυτές τις τέσσερις εποχές, που εξαφανίσαμε τις πιο όμορφες: τις ανθισμένες άνοιξες και τα δροσερά φθινόπωρα. Μας έμειναν μονάχα τα αποπνικτικά καλοκαίρια και οι παγεροί χειμώνες. Φονικά και τα δυο.
Το Μουσείο της Νύχτας

Η Zxyb, από τον πλανήτη Ζ-21306, επέστρεψε από το σχολείο εκνευρισμένη. Ο νέος καθηγητής Πλανητικής Ιστορίας δεν της είχε αρέσει καθόλου. Πρώτο μάθημα μαζί του και τους φόρτωσε με ένα σωρό εργασίες. Στην Zxyb είχε αναθέσει να σκεφτεί* για τη Γήινη Νύχτα. Άκου για τη γήινη! Ο συγκεκριμένος πλανήτης δεν υπήρχε καν, εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Τα ηλίθια όντα που τον κατοικούσαν είχαν καταφέρει να τον σβήσουν από τον αστρικό χάρτη. Η Zxyb πέταξε, μουτρωμένη, τη σάκα της σε μια άκρη και κάθισε στο τραπέζι για το γεύμα.
Το κατσούφιασμα της Zxyb διέλυσε το χαμόγελο της μαμάς της. Της υποσχέθηκε πως θα της έλεγε ό,τι ήξερε για τις νύχτες των γήινων, έτσι ώστε η εργασία της να είναι η καλύτερη στην τάξη. Η μαμά της Zxyb άρχισε να μιλά, ενώ η ίδια κρατούσε σημειώσεις με το γνωστό τρόπο.
«Όταν ήμουν στην ηλικία σου περίπου, μου είχαν αναθέσει την ίδια εργασία. Βλέπεις, οι καθηγητές Πλανητικής Ιστορίας δεν είναι ιδιαίτερα ευφάνταστοι. Από την άλλη, η Γη ήταν ένας υπέροχος πλανήτης, ίσως ο πιο όμορφος σε όλα τα σύμπαντα. Ήταν γεμάτος χρώματα, ήχους, μυρωδιές και πλάσματα. Η μεγαλύτερη ποικιλία πλασμάτων που μπορείς να διανοηθείς, πλάσματα κάθε είδους και μορφής. Το κυρίαρχο πλάσμα ήταν ο Άνθρωπος, αλλά υπήρχαν και άλλα που ανήκαν σε άλλα είδη: Ζώα, Έντομα, Πουλιά, Ψάρια, Φυτά. Ορισμένα από αυτά ζούσαν πάνω στη Γη, άλλα στον αέρα της, κάποια στα έγκατά της και μερικά στο νερό της που το έλεγαν θάλασσα. Ο Άνθρωπος ήταν το μόνο πλάσμα που πήγαινε παντού. Ταξίδευε στον αέρα σαν πουλί, κολυμπούσε σαν ψάρι, δούλευε κάτω από τη γη με ευκολία. Είχε κατακτήσει τη Γη, μα δεν τη σεβόταν κι έτσι την κατέστρεψε.
Για την εργασία μου, λοιπόν, χρειάστηκα κι εγώ βοήθεια. Τότε η γιαγιά σου με πήγε στο Μουσείο της Νύχτας, που δεν υπάρχει πια, καταστράφηκε στον τελευταίο πόλεμο με τους κατοίκους του Ω-11607. Ήταν ένας τεράστιος χώρος, με αμέτρητες οθόνες, πάνω στις οποίες μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τις νύχτες σε όλους τους πλανήτες. Οι οθόνες που έδειχναν τις νύχτες της Γης, συγκέντρωναν πάντα τους περισσότερους επισκέπτες.
Τις νύχτες η Γη ήταν πιο όμορφη, πιο ήσυχη, πιο γοητευτική. Τα περισσότερα πλάσματά της ησύχαζαν από τον κάματο της μέρας. Οι Άνθρωποι ήταν μαζεμένοι, οι περισσότεροι, στα σπίτια τους και τα υπόλοιπα πλάσματα στις φωλιές τους. Θυμάμαι πολλές όμορφες εικόνες: ένα ζευγάρι ανθρώπων να κοιμάται αγκαλιασμένο και να ονειρεύεται τα ίδια όνειρα, ένα καλάθι με μια γάτα και τα γατάκια της, ένα σκύλο στα πόδια του κοιμισμένου του αφεντικού, μια οικογένεια λιονταριών στη σπηλιά τους, έναν αετό στη φωλιά του να σκεπάζει με τις φτερούγες του τα αετόπουλά του.
Υπήρχαν, όμως, αρκετοί που δεν κοιμόνταν: ένα ανθρώπινο ζευγάρι που ζούσε χώρια και που έστελνε το παράπονό του στ’ αστέρια του νυχτερινού ουρανού, πλάσματα όλων των ειδών που πονούσαν (πάντα, τη γήινη νύχτα, οι πόνοι είναι μεγαλύτεροι), άνθρωποι που μίκραιναν τον καημό τους ή μεγάλωναν τη χαρά τους με μουσική και αλκοόλ, άνθρωποι που έγραφαν σε χαρτί ή σε υπολογιστές κάτω από το φως μιας λάμπας, άνθρωποι που δούλευαν για τον επιούσιο και άνθρωποι που ξόδευαν αυτά που είχαν κερδίσει.
Γεμάτες όνειρα, έρωτα, πόνο, γέλιο, δάκρυ ήταν οι νύχτες των ανθρώπων. Αλλά και αίμα. Ήταν πολλές οι νύχτες σε ανθρώπινους τόπους που ο θάνατος έβγαινε σεργιάνι. Οι φλόγες από τα όπλα έκαναν τη νύχτα να μοιάζει με μέρα και το αίμα κυλούσε στις πόλεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι πολεμούσαν και παρέσυραν στο χαμό, εκτός από το είδος τους, και όλα τα άλλα είδη των γήινων πλασμάτων. Έτσι, νύχτα με τη νύχτα και μέρα με τη μέρα πολεμούσαν οι Άνθρωποι. Κι όταν δεν πολεμούσαν μεταξύ τους, τα έβαζαν με τη Φύση, προσπαθώντας να την υποτάξουν, να τη δαμάσουν, να τη διαφεντέψουν και να την εκμεταλλευτούν. Κατέληξαν, απλώς, να την τραυματίσουν θανάσιμα. Μα η Φύση αποδείχτηκε πιο δυνατή. Με την καταστροφή της εξαφανίστηκαν και όλα τα είδη των γήινων πλασμάτων και, τέλος, εξαφανίστηκε και η ίδια η Γη, αυτός ο υπέροχος γαλαζοπράσινος πλανήτης.
Εμείς, όμως, εδώ στον Ζ-21306, διδαχτήκαμε από αυτή την καταστροφή της Γης και δεν ξαναείχαμε πόλεμο με τον Ω-11607. Και θα ξαναφτιάξουμε και το Μουσείο της Νύχτας.
Μόνο που, αυτή τη φορά, δεν θα έχει οθόνες με νύχτες γήινες».
*Στον Ζ-21306 οι μαθητές δεν γράφουν. Αρκεί να σκεφτούν την εργασία τους και εκείνη μεταφέρεται, μέσω νοητικών κυμάτων, σε ένα είδος οθόνης, όπου και οπτικοποιείται.
Το κουτί του έρωτα

Ένα κουτί ξύλινο, παλιό.
Μια γυναίκα ώριμη.
Απομεινάρια του τελευταίου της έρωτα.
Μια παιδική του φωτογραφία.
Μια άλλη, φοιτητική, με μαλλιά και χαϊμαλιά.
Μια τρίτη από το στρατό.
Μια από ένα γλέντι, μισομεθυσμένος.
Η αγαπημένη της, από τα περσινά του γενέθλια.
Σελίδες με λόγια, δικά του όλα. Τα λόγια ήταν πάντα το δυνατό του σημείο.
Ένα ποιηματάκι που έφτιαξε για εκείνη, αστείο, που το λάτρεψε.
Το τελευταίο πράγμα που του αγόρασε και δεν πρόλαβε να του δώσει. Δεν θέλει να το δώσει σε κανέναν άλλον.
Όλα μέσα στο κουτί της.
“Δεν είναι παράξενο πως και οι μεγαλύτεροι έρωτες του κόσμου μπορεί να χωρέσουν σ΄ ένα τόσο δα κουτί;”, σκέφτηκε.
‘Αναψε μια μεγάλη φωτιά με τη λύπη της και το κοίταζε καθώς γινόταν στάχτη.
Η απρόθυμη ζωντοχήρα

Το ότι η Ρένα και ο Αρίστος χώρισαν ήταν γεγονός. Η Μαρία η γεροντοκόρη, που χρόνια τον λιγουρευόταν, τον είδε να βγαίνει από το σπίτι με μια βαλίτσα, προχθές το απόγευμα. Και από τότε άφαντος, κανείς δεν τον είχε δει στο χωριό. Το μαραγκούδικο, βέβαια, ήταν ανοιχτό, αλλά του Ντοντ, του αλβανού παραγιού του Αρίστου, δεν του έπαιρνες κουβέντα. Η Ρένα με τα παιδιά συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά, μα οι κουτσομπόλες του χωριού ήταν ανάστατες: δεν είχαν μάθει καμιά πικάντικη λεπτομέρεια για το χωρισμό.
Το διαζύγιο βγήκε με συναίνεση τον επόμενο χρόνο. Ήσυχα και ωραία, χωρίς τυμπανοκρουσίες και δράματα, γεγονός που απογοήτευσε το φιλοθεάμον κοινό. Η Μαρία έλεγε διαρκώς πως σίγουρα η Ρένα “θα του τα είχε φορέσει” του Αρίστου, γι αυτό και τη χώρισε. Όταν, βέβαια, μαθεύτηκε πως η Ρένα ήταν αυτή που άφησε τον Αρίστο, χωρίς να εμπλέκονται κερατώματα, κατάπιε τη γλώσσα της. Της ήταν αδιανόητο πως θα μπορούσε κάποια να εγκαταλείψει τέτοιον λεβέντη, χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Τελικά, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Ρένα ήθελε “να κάνει τη ζωή της”. Και αυτό το έλεγε με νόημα, υποθέτοντας τα χειρότερα.
Το χωριό δεν έμαθε ποτέ, αν η Ρένα έκανε τη ζωή της. Διάφοροι που προσπάθησαν να κατακτήσουν την όμορφη ζωντοχήρα, έφαγαν πόρτα. Και τότε ακριβώς άρχισαν να τη λένε “πουτάνα”. Πίστεψαν ότι θα ήταν πρόθυμη και διαθέσιμη γι αυτούς. Όταν διαπίστωσαν πως αυτό απείχε πολύ από την πραγματικότητα, αντί να την εκτιμήσουν, άρχισαν να την κατηγορούν. Στις κουβέντες του χωριού, στις αυλές και το καφενείο, άκουγες το όνομά της να συνοδεύεται από επίθετα όπως παγοκολώνα, φαντασμένη, ακοινώνητη, ψηλομύτα και άλλα γραφικά. Βλέπεις, τους ήταν πολύ σκληρό, σε άντρες και γυναίκες, να παραδεχτούν πως η Ρένα μπορούσε να τα βγάζει πέρα μόνη της. Οι πρώτοι τη μισούσαν που τους απέρριπτε, που δεν τους είχε ανάγκη, που δεν “τους καθόταν”. Οι δεύτερες τη ζήλευαν για την τόλμη της να παρατήσει μια καλή ζωή, προκειμένου να έχει την αυτονομία και την ανεξαρτησία της, κάτι που εκείνες δεν θα κατάφερναν ποτέ.
Μα το χειρότερο όλων, αυτό που ποτέ δεν της συγχώρεσαν, ήταν το θράσος της να συνεχίζει τη ζωή της και να δείχνει ευτυχισμένη. Να περπατάει με το κεφάλι ψηλά, στα σοκάκια του χωριού, και να κοιτά τους άλλους κατάματα, όπως έκανε πάντα. Καμιά ντροπή, καμιά μεταμέλεια, εντελώς ξετσίπωτη!
Και όταν, χρόνια αργότερα, η Ρένα ξανάφτιαξε τη ζωή της με τον καινούριο γιατρό που ήρθε στο χωριό, έσκασαν από τη ζήλια τους, οι φαρμακόγλωσσες!
Με τις στιγμές να ζεις

Πότε ξέρεις πότε είναι η ώρα να πεις αντίο; Πώς να το ξέρεις; Ποια είναι αυτά τα σημάδια που θα σε οδηγήσουν να πάρεις τη μεγάλη απόφαση; Όταν όλα, φαινομενικά, είναι καλά, τι είναι αυτό που θα σε κινητοποιήσει, αυτό που θα σε κάνει να προσπαθήσεις να διασώσεις όση αξιοπρέπεια σου έχει απομείνει; Αξιοπρέπεια που δεν έχει να κάνει με τους άλλους, αλλά με τον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν τον εκτιμάς πια…
Νοιώθεις ότι σε αγαπάει, ότι δεν σου λέει ψέματα, όμως καταλαβαίνεις στη στάση της ότι δεν είναι διατεθειμένη να ρισκάρει για σένα. Και όταν λέμε να ρισκάρει, δεν εννοούμε τίποτα τρομερά πράγματα, μια δικαιολογία λίγο πιστευτή να βρει, για να ξεφύγει από την επιτήρηση του άντρα της και να έρθει σε σένα. Και υπάρχουν τέτοιες δικαιολογίες. Μόνο που αρνείται να της χρησιμοποιήσει. Κι ας ξέρει ότι εσύ είσαι πρόθυμος να τη συναντήσεις οπουδήποτε, οποτεδήποτε…
Και ακόμα σου χρωστάει εκείνη τη μέρα, την όλη δική σας, που σου είχε υποσχεθεί κοιτώντας σε κατάματα με τα όμορφα μάτια της, που λατρεύεις. Ποτέ δεν ήρθε η μέρα αυτή, τόσον καιρό τώρα. Κι εσύ την περιμένεις ακόμα, εθελοτυφλώντας, γνωρίζοντας κατά βάθος πως δε θα τη ζήσεις ποτέ.
Και ενώ τα ξέρεις όλα αυτά, πώς μπορείς να πάψεις να την αγαπάς; Θα μπορέσεις ποτέ; Πόσες προσπάθειες έκανες για να την αφήσεις πίσω σου, και πόσες φορές ξαναγύρισες τρέχοντας κοντά της; Και πως τα ξεχνάς όλα όταν σου ανοίγει την αγκαλιά της και σε κλείνει μέσα!
Ξέρεις ότι πάντα θα ανήκει στον άλλον, από την αρχή το ήξερες. Έπεισες τον εαυτό σου ότι δε σε νοιάζει, ότι μπορείς να τη μοιράζεσαι, ότι είναι προτιμότερο να τη δανείζεσαι κάποιες ώρες από το να μην την έχεις καθόλου. Και έμαθες να ζεις με αυτό. Έμαθες, πραγματικά, όμως; Είσαι σίγουρος; Τότε γιατί κόντευες να τρελαθείς το Πάσχα, που έφυγε για το Νησί με την οικογένειά της; Γιατί δεν το αντιμετώπισες “σαν άντρας”, που λένε; Γιατί πέθαινες κάθε μέρα στη σκέψη πως εκεί, χαλαρή και ενθουσιασμένη, θα χαμογελάει στον άντρα της, θα τον βρίσκει όμορφο και επιθυμητό, κι εσύ δεν θα απασχολήσεις καθόλου τη σκέψη της, δεν θα της λείψεις ούτε μια στιγμή; Παραδέξου το, θα ήθελες να έχει περάσει φριχτά χωρίς εσένα, θα ήθελες να κυριαρχείς στη σκέψη της, στην καρδιά της.
Και τώρα πάλι τα ίδια. Ξεκίνησες από το Λονδίνο, όπου εργάζεσαι το τελευταίο διάστημα, να έρθεις στην Αθήνα για να τη συναντήσεις, γιατί σου υποσχέθηκε ότι θα ξεκλέψει λίγες ώρες για σένα, για σας. Και πάλι δεν τα κατάφερε. Και αύριο φεύγεις ξανά, χωρίς να τη δεις. Δυο φορές, μόνο, σου τηλεφώνησε βιαστικά, διεκπεραιωτικά. Και δεν σε παίρνει πια τηλέφωνο τα βράδια, όταν όλοι σπίτι της έχουν κοιμηθεί.
Και έχεις και αυτή την αίσθηση, ότι κάτι θέλει να σου πει, ότι την έχεις κουράσει, ότι έχασε το ενδιαφέρον της για σένα, ότι δεν αντέχει τις, ελάχιστες είναι η αλήθεια, απαιτήσεις σου, ότι θέλει να απαλλαγεί από σένα. Πάντα, όμως, αποφεύγει τις σχετικές συζητήσεις, σαν να φοβάται μη σε στενοχωρήσει. Και καθησυχάζεις τον εαυτό σου λέγοντάς του ότι όλα είναι στο μυαλό σου, ότι σε αγαπάει, ότι είσαι ο μόνος άντρας που θέλει. Και τον κοιμίζεις με όνειρα, στα οποία είστε μαζί κι εσύ είσαι ο πιο ευτυχισμένος άντρας του κόσμου.
Και το χειρότερο από όλα είναι πως έτσι θα συνεχίσεις μέχρι το τέλος: να την περιμένεις, να την αγαπάς, να ζεις με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του έρωτα, και να είσαι ευτυχισμένος. Γιατί, το τρισχειρότερο απ΄όλα, είναι πως χωρίς εκείνη δεν υπάρχεις, δεν θέλεις να ζεις, δεν βρίσκεις νόημα σε τίποτα.
Και το μόνο που θα κάνεις, είναι το να περιμένεις την επόμενη φορά που θα τη δεις, που θα σου χαμογελάσει, που θα ακούσεις τη φωνή της να σε λέει μωρό της, που θα σε αγκαλιάσει και ο κόσμος όλος θα βουλιάξει, θα χαθεί, και θα μείνετε μόνοι σας, ολομόναχοι σ΄ εκείνο το δωμάτιο του ξενοδοχείου, που για δυο ώρες θα γίνει ο κόσμος ολόκληρος, αυτή η βασίλισσά του κι εσύ ο βασιλιάς της.
Και θα μάθεις, επιτέλους, να ζεις με τις στιγμές και όχι με όνειρα. Και να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος. Λίγοι μπορούν να απολαμβάνουν στιγμές τόσο πλούσιες σε συναισθήματα. Και είσαι μεγάλο αγόρι για όνειρα, ξέρεις…
Το μαλλί που γελάει

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό ελληνικό χωριό, ζούσε μια κοπέλα. Φορούσε πάντα κόκκινα, γιατί της άρεσε αυτό το ζωηρό, χαρούμενο χρώμα. Αν φορούσε και ένα κόκκινο σκουφάκι, θα μπορούσε να ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. Αλλά σκουφάκι δε φορούσε, όχι γιατί δεν ήθελε αλλά γιατί δε μπορούσε.
Το κορίτσι αυτό αγαπούσε να γελάει. Γελούσε ολόκληρο: γελούσαν τα μάτια του, γελούσαν τ’ αυτιά του, γελούσε η μύτη του, γελούσαν τα χείλη του, γελούσαν τα χέρια του, γελούσε η καρδιά του. Το πιο αξιοθαύμαστο, όμως, απ’ όλα ήταν πως γελούσαν τα μαλλιά του!
Ναι, όσο περίεργο και αν σας φαίνεται αυτό, το κορίτσι μας είχε μαλλί που γελούσε. Ξεκαρδιζόταν το μαλλί του, έτσι που ούτε σκουφάκι, ούτε καπελάκι, ούτε ένα τόσο δα μαντήλι μπορούσε να σταθεί στο κεφάλι του. Μόλις πήγαινε να φορέσει οτιδήποτε από αυτά, το μαλλί του έπιανε να γελάει και παφ! το έριχνε κάτω.
Το μαλλί που γελάει είχε κάνει διάσημη την κοπέλα. Άνθρωποι από όλον τον κόσμο έρχονταν στο μικρό χωριό για να τη δουν και να φωτογραφηθούν μαζί της. Οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα της ζητούσαν συνεντεύξεις και ένας σκηνοθέτης ήθελε να γυρίσει και μια ταινία. Το κορίτσι είχε γίνει πολύ πλούσιο, με όλα αυτά, και ζούσε ευτυχισμένο.
Κάποια μέρα έφτασε στο χωριό ένας μεγάλος και σπουδαίος συγγραφέας. Είχε γίνει διάσημος για ένα βιβλίο που είχε γράψει, το θέμα του οποίου ήταν η Λύπη. Ο συγγραφέας ήταν ένας άνθρωπος που σπάνια γελούσε, σχεδόν ποτέ. Ήταν μεγάλος και κουρασμένος και απογοητευμένος. Δεν πίστευε ότι υπήρχε μαλλί που να γελάει κι έφτασε στο μικρό χωριό για να το διαπιστώσει μόνος του.
Συναντήθηκε με την κοπέλα ένα βράδυ, στην πλατεία του χωριού, σε έναν χορό.
-«Κάνε το μαλλί σου να γελάσει, να το δω», της είπε.
-«Μόνο εσύ μπορείς να κάνεις το μαλλί μου να γελάσει», του αποκρίθηκε. «Όλα πάνω μας γελάνε όταν κάποιος μας κάνει ευτυχισμένους».
-«Μα πώς μπορώ εγώ, ένας γέρος και μέτριος άνθρωπος, να σε κάνω ευτυχισμένη?», απόρησε ο συγγραφέας.
-«Με το να με αγαπάς», του απάντησε το κορίτσι.
-«Και φτάνει αυτό?», ρώτησε ο δύσπιστος συγγραφέας.
-«Φυσικά και φτάνει», τον διαβεβαίωσε η κοπέλα. «Δοκίμασε και θα δεις».
-«Σ’ αγαπώ», της είπε.
-«Πόσο?», ρώτησε το κορίτσι.
-«Επαρκώς», της απάντησε ο ορθολογιστής συγγραφέας. Το μαλλί της κοπέλας έπιασε να χαμογελάει.
-«Προσπάθησε λίγο ακόμη», του είπε. «Είμαι σίγουρη πως μπορείς καλύτερα. Πόσο με αγαπάς?», επέμεινε το κορίτσι.
Ο συγγραφέας της κοίταξε καλά-καλά. Είδε τα μάτια της να τον κοιτάζουν με αγάπη, τα αυτιά της να τον ακούν με προσοχή, τη μύτη της να οσφραίνεται τη μυρωδιά του, τα χείλη της να είναι έτοιμα να ακουμπήσουν στα δικά του, τα χέρια της να θέλουν να τον αγκαλιάσουν, την καρδιά της να είναι δική του. Και το μαλλί της να είναι έτοιμο να γελάσει. Η λύπη που τον συντρόφευε τόσα χρόνια, χάθηκε ως δια μαγείας.
-«Σ’ αγαπώ πολύ», είπε στο κορίτσι και εννοούσε κάθε λέξη.
Το μαλλί του κοριτσιού ξεκαρδίστηκε και, απ’ όσο μαθαίνω, γελάει ακόμη!
Το παραμυθάκι αυτό αφιερώνεται στον άντρα που με κάνει ευτυχισμένη και στο φίλο Γιάννη, που μου έστειλε τη ζωγραφιά, συνοδεύοντάς τη με ένα ποιηματάκι.
















