Ο πεσμένος της Γκερνίκα
*****
Το blog συμμετέχει στην επέτειο του βομβαρδισμού της Γκερνίκα, αναδημοσιεύοντας ένα παλιότερο ποστ.
*****
Ξύπνησε μόνος στο δωμάτιο του Van Gogh στην Arles. Δεν θυμόταν πως είχε βρεθεί εκεί. Το μόνο που θυμόταν ήταν η προηγούμενη νύχτα, έναστρη και κατάφωτη. Είχαν πιει κάμποσα pastis σ’ εκείνο το καφέ, καθισμένοι στα τραπεζάκια τα αραδιασμένα στον μικρό, λιθόστρωτο δρόμο. Ο ζωγράφος, που κατοικούσε το δώμα του Van Gogh, του μιλούσε διαρκώς. Εκείνος μόλις που άκουγε. Η Juana και το μωρό είχαν μείνει πίσω. Ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε.
Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό? Πώς άντεξε να τους αφήσει? Γιατί αφέθηκε να τον πείσουν ότι έπρεπε να πάει στη Γαλλία? Και χτες, Πρωτομαγιά, έφτασαν τα νέα. Η Γκερνίκα είχε ισοπεδωθεί από τις βόμβες των Ναζί, τέσσερις μέρες πριν, στις 26 του Απρίλη. Και η Juana με το μωρό τους ήταν εκεί.
Ένοιωσε να τον πνίγει το μικρό δωμάτιο. Βγήκε. Έξω η έρημος του Dali. Ένα κορίτσι βάδιζε μπροστά του κι ο Άγιος Αντώνιος ξόρκιζε τους πειρασμούς του. Άκουσε το ποδοβολητό ξετρελαμένων ελεφάντων και στο βάθος πέρασε ο Δον Κιχώτης με τον Σάντσο Πάντσα. Ο χρόνος μετριέται σε λειωμένα ρολόγια και η μνήμη εμμένει. Βιαζόταν. Έπρεπε να φτάσει στη Γκερνίκα, στη Juana και στο μωρό. Προσπέρασε αδιάφορος τους αγγέλους του Millet. Δεν πρόσεξε το φέρετρο του μικρού παιδιού ανάμεσά τους.
Και ξαφνικά την είδε. Η σπαραγμένη απ’ τον εμφύλιο Ισπανία ήταν εκεί, με τις ψυχές των αθώων τριγύρω της. Έπρεπε να φτάσει, να είναι μαζί με τη Juana. Και το μωρό.
Άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά της ύπαρξής του. Μιας ύπαρξης κενής και ανούσιας χωρίς τους αγαπημένους του. Τι να τον κάνεις τον αγώνα χωρίς κίνητρο? Για ποιόν ν’ αγωνιστεί? Το μωρό είχε χαθεί. Ανέβηκε ψηλά, πιο ψηλά, πιο ψηλά. Θρήνησε σπαρακτικά, με λύσσα. Και γκρέμισε την ψυχή του.
Τα κατάφερε. Έφτασε στη Γκερνίκα. Είναι ο πεσμένος. Πάνω από το κεφάλι του κλαίει η Juana με το μωρό στην αγκαλιά. Είναι πάλι μαζί. Για πάντα. Αθάνατοι.
Τυχερή Μικέλα!

H Γαρουφαλιά σφουγγάρισε το τελευταίο σκαλοπάτι, άφησε σφουγγαρίστρα και κουβά δίπλα στην πόρτα και βγήκε να ξαποστάσει στην πρασιά της πολυκατοικίας. Κάθισε σ’ ένα πεζούλι κι έβγαλε ένα πακέτο Καρέλια από την τσέπη της ρόμπας της. Άναψε ένα τσιγάρο και λιαζόταν μέχρι να στεγνώσει η σκάλα και να μπορέσει ν’ ανέβει. Τρεις φορές την εβδομάδα έκανε τη σκάλα αυτής της πολυκατοικίας. Είχε άλλες επτά και τα έφερνε βόλτα. Τώρα πια δεν είχε ανάγκη από πολλά πράγματα, χρειάζονταν όμως λίγα ένσημα ακόμα για να βγει στη σύνταξη. Αυτασφάλιση έκανε, πάλι καλά που της είχε ανοίξει τα μάτια εκείνη η δικηγορίνα και θα έπαιρνε μια ψευτοσυνταξούλα σ’ ένα χρόνο.
Η Μικέλα εμφανίστηκε φορτωμένη σακούλες από το σούπερ μάρκετ. Ήταν η φιλιππινέζα οικιακή βοηθός της κυρίας του πέμπτου. Ήδη 40 χρονών, αλλά δεν έμοιαζε πάνω από 25. «Τι άτιμη φάρα», σκέφτηκε η Γαρουφαλιά, «δε γερνάνε οι ρουφιάνες!»
«Έλα εδώ, μωρή Μικέλα, έχω σφουγγαρίσει, μη μου γεμίσεις τον τόπο πατημασιές. Κάτσε εδωνά, δίπλα μου. Κάνε τσιγάρο. Κάνε λέω, δεν είναι εδώ η κυρά σου να σε μαλώσει, μη φοβάσαι, δεν θα το πω πουθενά. Τι θα μαγερέψεις σήμερα? Εγώ έκανα ψες βράδυ κοτόπουλο με τις μπάμιες, αρέσει στο γέρο μου. Φάγαμε ψες, θα φάμε και σήμερα το μεσημέρι. Για το βράδυ έχει ο Θεός, κάτι θα του ψήσω. Είναι λιχούδης ο γέρος μου, κάθε μέρα θέλει κι άλλο φαΐ.
Ααααχ, μ’ έχει πεθάνει η μέση μου, με σακατεύουν οι σκάλες. Αλλά τι να κάνω? Βλέπεις, τόσα χρόνια στα ξένα χέρια, δουλικό απ’ τα δεκαπέντε μου, και καμιά από τις κυράδες μου δεν φρόντισε για τα γεράματά μου. Εγώ δεν ήξευρα, ζώο ήμουνα, απ’ το χωριό του πατέρα μου κι απ’ την αγκαλιά της μάνας μου μπήκα στο πρώτο σπίτι. Αλλά αυτές? Οι κυρίες του κόσμου, οι μορφωμένες? Δεν ήξευραν για ΙΚΑ μίκα και λοιπά? Ήξευραν, Μικέλα, αλλά έκαναν τα παγώνια. Κοίταζαν να βγάλουν απ’ τη μύγα ξύγκι. Κι εγώ ήμουνα η μύγα. Εσείς σήμερα την έχετε καλά. Σας ντύνουνε, σας ταΐζουνε, σας ποτίζουνε, έχετε τα ρεπά σας, σας παίρνουνε στις εξοχές, ζάχαρη περνάτε. Εμένα ρώτα να σου πω, πώς περνάγαμε τότε. Του λιναριού τα πάθη τα ξεύρεις? Ε, αυτά περνάγαμε!
Κι έχετε και τόσες ευκολίες: στιρέλες, σκούπες ‘λεκτρικές, ένα σωρό αυτόματα πράματα για την κουζίνα. Να σε δω, μωρή Μικέλα, έτσι πού ’σαι μια σταλιά, να κουβαλάς τον πάγο για το ψυγείο. Να σε δω να παγαινοφέρνεις τα ταψά με τα κρέατα στο φούρνο της γειτονιάς και να σου πέφτουνε τα χέρια και η μέση από το βάρος. Να σε δω να σφουγγαρίζεις στα τέσσερα όλο το σπίτι, δυο φορές τη μέρα. Να σε δω με τα χέρια πληγιασμένα από τις αλισίβες και τις κόλες για τα πουκάμισα. Τυραννία και ταλαιπώρια, Μικέλα. Τυραννία και ταλαιπώρια.
Πρώτη να ξυπνάς στο σπίτι και τελευταία να κοιμάσαι. Και να μην έχεις αναπαμό όλη τη μέρα. «Γαρουφαλιά εκείνο… Γαρουφαλιά το άλλο…. Γαρουφαλιά κι ετούτο…». Ούτε να φαρμακώσω δε μπόραγα. Τρώγανε όλοι στην τραπεζαρία κι εγώ στην κουζίνα, μπας και τους μολύνω το τραπέζι. Αλλά κι εκεί στην ησυχία μου δε μ’ αφήνανε. Πότε με φωνάζανε για νερό, πότε για κρασί, πότε για συμπλήρωμα, μια ο κύριος να πεταχτώ στο περίπτερο να του πάρω την Ακρόπολη, μια η κυρία να πάω στη Σταθούλα την κομμώτρια να της πω να περάσει να της φρεσκάρει το χτένισμα. Σαν το Βέγγο στις ταινίες έτρεχα ολημερίς. Τον ξέρεις το Βέγγο, μωρή Μικέλα? Ε, σαν αυτόνε.
Όλη μέρα να τους φροντίζω, να τους γνοιάζομαι σαν εδικούς μου, να τους μαγερεύω, να καθαρίζω τις βρωμιές τους, να σκεπάζω τις πομπές τους, να είμαι κερί αναμμένο. Κι αυτοί ποτέ δε με κοιτάξανε στα μάτια. Παράπονο τόχω, μωρή Μικέλα, μια φορά, μόνο μια να με βλέπανε σαν άνθρωπο. Μιλάγανε για μένα σα να μην ήμουνα μπροστά, σα να μην άκουγα, σα να μην είχα αισθήματα. Και ξες ποιο με φαρμάκωνε περισσότερο απ’ όλα? Το ότι δε μου επιτρέπανε να μπω στο μπάνιο του σπιτιού, παρά μόνο για να το καθαρίσω. Στο πλυσταριό με στέλνανε για το ψιλό και το χοντρό μου και για να πλυθώ. Στο πλυσταριό στην ταράτσα, ακούς? Να ’ναι χειμώνας τώρα, να βρέχει και να χιονίζει κι εγώ να πρέπει να ανεβαίνω νυχτιάτικα στις ταράτσες. Το σκυλί στο σπίτι τα ‘κανε και τα μάζευα, αλλά εγώ έπρεπε ν’ ανεβαίνω στο πλυσταριό. Ά, βρε Μικέλα τυχερή, που κάνεις και αφρόλουτρα!
Και το βράδυ, πια, έπεφτα κατάκοπη στο κρεβάτι μου και ξεραινόμουνα. Στο πιο μικρό και σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού. Αλλά δε μ’ ένοιαζε, ήτανε δικό μου και τις νύχτες, τουλάχιστο, μ’ αφήνανε ήσυχια. Αν και ξεύρω ότι άλλες δεν τις αφήνανε ούτε τις νύχτες. Αν καμιά μας ήτανε ομορφούλα και φρέσκια, τη βατεύανε τ’ αφεντικά, πατεράδες και γιοι. Ευτυχώς, εγώ τέτοια ρεζιλίκια δεν έπαθα, αλλά ξεύρω άλλες που τα περάσανε. Και σπείρανε και μούλικα στα ορφανοτροφεία, αγνώστου, λέει, πατρός. Μωρέ τι αγνώστου, του κύρη τους ήτανε. Και μετά τις λέγανε πουτάνες και τις πετούσανε στο δρόμο. Ε, οι περισσότερες αυτό γίνανε στο τέλος. Λυπησιάρικες ιστορίες, Μικέλα. Λυπησιάρικες κι αληθινές.
Μέχρι το ’70 ήμουνα εσωτερικιά σε σπίτια. Μετά παντρεύτηκα το γέρο μου και με σταμάτησε. Δούλεψα πάλι στα σπίτια αλλά μεροκάματο. Καλύτερα ήταν έτσι, το απόγεμα ήμουνα εγώ κυρά στο σπίτι μου. Μόνο αυτά τα ένσημα, που δε μου κολλάγανε, να μην ήτανε… Θάχα βγει στη σύνταξη εδώ και χρόνια. Αλλά δε βαριέσαι, κοντεύω, ένας ψωριάρης χρόνος έμεινε, θα τον φάω. Και μετά να δεις μεγαλεία, μωρή Μικέλα. Θα πάρω το γέρο μου και θα πάω στο χωριό. Εκεί να πεθάνουμε βλέποντας τον ήλιο να κρύβεται πίσω απ’ το βουνό. Ομορφιές, Μικέλα, ομορφιές!
Άντε, πάμε, στέγνωσε η σκάλα, πρέπει να πάω και στη διπλανή πολυκατοικία. Δωσ’ μου δυο σακούλες να σε βοηθήσω. Δωσ’ μου λέω, αντέχω ακόμα. Σε ζάλισα με δαύτες τις ιστορίες γι’ αγρίους, ε? Για λέγε, λοιπόν, τι θα μαγερέψεις σήμερα? Εγώ έχω κοτόπουλο με τις μπάμιες από ψες.»
*Γράφτηκε για το Φιλοξενείο και ανέβηκε εκεί στις 22/1/2007.
Περγαμόντο γλυκό
Η Βασιλική άνοιξε τα μάτια της. Από το ανοιχτό παράθυρο διέκρινε τον ήλιο που ήταν ήδη ψηλά. «Σήκω, υπναρού», μονολόγησε. «Έχεις δουλειές με φούντες σήμερα. Και πρέπει να φτιάξεις και το γλυκό, το έταξες του παιδιού».
Έσυρε τις παντόφλες της μέχρι την κουζίνα και έβαλε το μπρίκι στη γκαζιέρα. Βαρύ γλυκό τον έπινε ακόμα, όπως ο συχωρεμένος ο κύρης της. Πόσο της έλειπε αυτός ο κοινός πρώτος καφές της μέρας, εκεί, στο κουζινάκι τους. Τότε που τα μάτια κουβαλούσαν ακόμα την ηρεμία και τη γλύκα του ύπνου, τότε που το χέρι του κρατούσε το δικό της πάνω στο τραπέζι, όπως στην αρχή του γάμου τους, κι ας είχαν περάσει 40 χρόνια από τη μέρα που μπήκε νύφη στο σπιτικό του Βασίλη.
Το μάτι της έπεσε στη σακούλα με τα περγαμόντα που της είχε φέρει τις προάλλες ο Νίκος. «Θειά, θα μου τα κάνεις γλυκό;» την είχε ρωτήσει με τη λαχτάρα μικρού αγοριού, κι ας είχε περάσει τα πενήντα. «Ναι, Νικάκι, μου», του υποσχέθηκε η Βασιλική. Τον λάτρευε τον ανηψιό της. Δικά της παιδιά δεν έδωσε ο θεός να αποκτήσει και όλη την αγάπη της τη διοχέτευε στο Νίκο, το μοναχογιό της αδελφής της.
Απόσωσε τον καφέ της, έπλυνε φλυτζάνι και πιατάκι, τα σκούπισε και τα τακτοποίησε στο ντουλάπι. Έπιασε τη σακούλα με τα περγαμόντα και την ακούμπησε στον πάγκο.
«Τι όμορφο, ζωηρό, λαμπερό χρώμα που έχετε! Έτσι όπως σας βλέπω, το ένα δίπλα στο άλλο, μου μοιάζετε με τα χρόνια που πέρασα με το Βασίλη μου. Δύσκολα χρόνια, γεμάτα παλέματα, αλλά και χρόνια χρωματιστά και μυρωδάτα, ποτισμένα με αγάπη και μπολιασμένα με φιλιά».
Άνοιξε τη βρύση να τρέχει το νερό και άρχισε να τα πλένει καλά, ένα-ένα.
«Όπως κυλάει πάνω σας το νεράκι, έτσι κύλησε και η ζωή μου με το Βασίλη. Δροσερή και παρήγορη, να την πίνεις και να ξεδιψάς από τη μοναξιά».
Αφού ξεμπέρδεψε με το πλύσιμο, έπιασε τον τρίφτη και άρχισε να ξύνει τη φλούδα τους, να φύγει η εξωτερική επιδερμίδα του καρπού.
«Σας παίρνω την πικράδα τώρα, όπως το γέλιο του άντρα μου έπαιρνε τις πίκρες τις δικές μου. Ακόμα και ο καημός του παιδιού που δεν ερχόταν, γινόταν απαλός σαν μου γελούσε ο Βασίλης μου. Αχ, αυτό το γέλιο του! Απ’ την καρδιά του ανάβλυζε, σαν το πηγάδι που έχει ο Δημητρός στο μποστάνι του και που το λέει αρτεσιανό, ανέβαινε στα χείλια του τα όμορφα και φώλιαζε στα γλυκά του μάτια. Να φοβάσαι τους ανθρώπους που γελάνε μόνο με τα χείλια. Στα μάτια κατοικεί το γέλιο, στα μάτια και στην καρδιά. Έτσι γέλαγε ο Βασίλης μου».
Η Βασιλική έκοψε τα περγαμόντα σε κομμάτια και τα ξεφλούδισε κι έβαλε τη μεγάλη κατσαρόλα στη φωτιά με νερό, να βράσει.
«Πόσο μοιάζει με περγαμόντο η ζωή! Σου φαίνεται πικρή και μάταιη, μα αν την κουλαντρίσεις σωστά, μπορείς να την κάνεις να μοιάζει με γλυκό του κουταλιού και με γλυκό πιοτό. Να τρως και να γεμίζεις γλύκα, να πίνεις και να ζαλίζεσαι όμορφα».
Έκανε τα κομμάτια του περγαμόντου μικρά ρολάκια και τα στερέωσε με οδοντογλυφίδες για να μην της ανοίξουν. Τα έριξε στο νερό που κόχλαζε για να βράσουν για μισή ώρα.
«Θα τσουρουφλιστείτε, τώρα. Μα μήπως κι οι άνθρωποι δεν τσουρουφλίζονται; Πώς αλλιώς να περάσεις από τη ζωή; Και πώς αλλιώς να εκτιμάς τις στιγμές της ευτυχίας και τα δώρα της, όταν στα χαρίζει;»
Όσο έβραζε το περγαμόντο, βγήκε στην αυλίτσα και άνοιξε την κοτετσόπορτα, να βγουν οι πουλάδες της να βοσκήσουν. Πήγε κι ένα φλυτζάνι γάλα με δυο παξιμάδια και λίγο τυρί στην κυρά-Θανάσαινα, που είχε χτυπήσει το πόδι της στο χωράφι και έμενε σπίτι χωρίς χέρι βοήθειας. Γύρισε στο κουζινάκι της, πρόσθεσε στην κατσαρόλα ένα ποτήρι νερό και μιάμιση οκά ζάχαρη και το άφησε να βράσει, ξαφρίζοντάς το που και που.
«Υπομονή, τελειώνουμε. Μερικές βράσεις ακόμα, να έρθετε να δέσετε. Έτσι δένουν κι οι άνθρωποι μεταξύ τους, μέσα από τις ταλαιπώριες και τα βάσανα. Και είναι αυτό το δέσιμο βάλσαμο γλυκό, σαν τη ζάχαρη που σας έριξα».
Λίγο πριν τελειώσει το βράσιμο, έστυψε και ένα-δυο λεμόνια μέσα. Κατέβασε την κατσαρόλα από τη φωτιά και την άφησε στο περβάζι του παραθύρου να κρυώσει, σκεπασμένη μ’ ένα τουλπάνι μη τυχόν και μαγαρίσει κανα ζούδι το γλυκό. Στο μεταξύ, συγύρισε το σπιτικό της και έβαλε μια χεριά χόρτα να βράσουν για το μεσημέρι. Όταν τελείωσε με τις δουλειές και το γλυκό είχε κρυώσει, το μοίρασε σε γυάλινα
βαζάκια, να τα πάρει το παιδί, να φιλέψει και τους φίλους του. Κράτησε κι ένα γι αυτήν, για κέρασμα σε όποιον περνούσε από το σπίτι, θα πήγαινε και ένα στην κυρά-Θανάσαινα το μεσημέρι. Κοίταξε το γλυκό να λαμπυρίζει μέσα στα βάζα.
«Ένα βάζο γλυκό περγαμόντο είναι η καρδιά του ανθρώπου. Αν βγήκε καλό ή κακό, αν ήταν σωστή η ποσότητα ζάχαρης, αν δεν έπεσε πολύ το λεμόνι κι αν έδεσε καλά, το καταλαβαίνεις όταν τον αγαπήσεις. Και ή που σε γεμίζει γλύκα ή που νοιώθεις την ξινίλα του λεμονιού στη γλώσσα σου. Να φεύγεις όταν τη νοιώθεις. Τα γλυκά πρέπει να είναι γλυκά».
Η Ανναμπέλλα των πειρατών

Καλησπέρα, Κύριε. Τυφλός και ζητιάνος εγώ, έρχομαι στο τραπέζι σας. Κεράστε με κάτι να πιω και ιστορίες θα σας πω που σαν κι αυτές δεν θα έχετε ξανακούσει. Μην κάθεστε πολύ κοντά μου κύριε, βρωμάω σαν ασβός, αλλά θα μιλάω δυνατά και καθαρά για να μ΄ακούτε. Αρκεί να μου δώσετε ένα ποτήρι μπράντυ, που τόσο λαχταρά η ψυχή μου ή μια μπύρα, αν αυτό σας φαίνεται ακριβό. Ευχαριστώ, Κύριε. Μακροημέρευση και για τους δυο μας! Και τώρα θα σας διηγηθώ πώς κατάντησα έτσι.
Μια γυναίκα με έκανε έτσι, Κύριε, η Ανναμπέλλα με τ’ όνομα. Ναυτικός κι αυτή, σκληρή και άφοβη, όπως κι εγώ τότε, μόνο είκοσι χρόνια μεγαλύτερη. Σε γαλέρα πειρατική είμαστε, Κύριε, ο καπετάνιος μας ήταν ο φόβος και ο τρόμος της θάλασσας της Καραϊβικής, ο ξακουστός Καπετάν Μαυρογένης. Ντυμένη σαν άντρας η Ανναμπέλλα σφουγγάριζε το κατάστρωμα, σκαρφάλωνε στα άλμπουρα, μάζευε τα πανιά, βλαστημούσε όπως όλοι εμείς, απέφευγε τη στεριά, το νόμο, την οικογένεια. Είχε κότσια. Κρίμα που η φάτσα της δεν ταίριαζε με το όνομά της –Άννα η όμορφη- αλλά οι νεαροί άντρες θα γαμούσαν και τρύπες σε σανίδες, αν με εννοείτε Κύριε. Όλοι αυτοί που θέλησαν να κουνηθούν στην αιώρα της, μαζί της, την τρέλαναν. Μου έσπασε τη μύτη, Κύριε, με μια γροθιά, για τα μάτια ενός δεκατετράχρονου αγοριού που χαριεντιζόταν μαζί της.
Είναι παράξενο, Κύριε, πόσο ντροπαλή ήταν η Ανναμπέλλα, όταν ο ομορφονιός ήταν τριγύρω. Κόμπος δενόταν η γλώσσα της και δεν τον κοίταζε ποτέ στα μάτια. Όμως του μπάλωνε τα παντελόνια και κρατούσε τους κωλομπαράδες μακριά απ’ τον κώλο του. Πάνω στα κατάρτια ήταν ο σύντροφος που τον στήριζε, ήταν κοντούλης για ν’ ανεβεί μονάχος. Τις νύχτες έκλαιγε ο μικρός, όπως κι εγώ χρόνια πριν, όταν είχα πρωτομπαρκάρει. Μετά από κάμποσες γερές καμτσικιές ούτε που σκέφτηκα να ξανακλάψω, Κύριε. Αυτός, όμως, που θα μαστίγωνε το νεαρό Πρίγκηπα –έτσι τον λέγαμε- θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα της Ανναμπέλλα πρώτα. Κανένας δεν τόλμησε.
Ήταν κακό για το αγόρι, Κύριε, να το αγαπάει η θηλυκιά τίγρης σαν να ήταν το κουτάβι της. Η μητρική της μανία το έπνιγε, τα αγόρια, ξέρετε Κύριε, μετά τα δέκα χρειάζονται άντρες για να τους μάθουν τους αντρικούς τρόπους. Α, γελάτε, Κύριε, θα με περάσατε για σοδομιστή. Ε , λοιπόν, βάλτε μου μια μπύρα ακόμα και θα σας εξηγήσω το λάθος σας. Ευχαριστώ. Στη θάλασσα, που λέτε, επιβιώνουμε βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Αν ο Πρίγκιπας ήταν άσχημος θα με εμπιστευόταν σαν αδελφό.
Η ομορφιά του, όμως, την είχε τραβήξει κοντά του όπως η ζάχαρη τις μύγες. Η ζωή του στο καράβι θα ήταν ευκολότερη, αν η Ανναμπέλλα τον απελευθέρωνε απ’ το αγκίστρι της. Όταν εκείνη δεν ήταν τριγύρω, όλο και κάποιος από τους άντρες θα του φώναζε κοροϊδευτικά: «Και πώς είναι σήμερα η σύζυγός σας, η Πριγκίπισσα;» ή «Δεν έχετε γένια, σήμερα, Κύριε. Φαντάζομαι η Βασιλομήτωρ θα σας ξύρισε την ώρα που κοιμόσαστε». Αν φταρνιζόταν, θα πεταγόταν κάποιος ναύτης και θα του έλεγε: «Ντύσου καλά! Αν κρυώσεις η βασιλική νοσοκόμα θα μας κάνει τη ζωή κόλαση». Τότε, έφευγε όλο το αίμα από το πρόσωπό του, γινόταν πιο άσπρος κι απ’ τα πανιά του καραβιού και ούρλιαζε: «Δεν είναι δίκαιο αυτό! Δε χρειάζομαι, δε θέλω, δε μου αρέσει αυτή η κωλόγρια!». Αυτά όλα, βέβαια, όταν η Ανναμπέλλα δεν ήταν παρούσα.
Στο τέλος είπα: «Σταματήστε τη φλυαρία, άντρες!». Ξάπλωσα κάτω με μια γροθιά τον Έιμπ τον Εβραίο, που τον πείραζε περισσότερο απ’ όλους, και απείλησα πως ο επόμενος που θα συνέχιζε θα δοκίμαζε κι εκείνος τη γροθιά μου. Από τότε ο Πρίγκιπας με εκτιμούσε πολύ. Και η Ανναμπέλλα το ίδιο. Μου έσφιξε θερμά το χέρι. Ήμουν υπεύθυνος στη γάμπια. Η Ανναμπέλλα και ο Πρίγκιπας ήρθαν βοηθοί μου. Την πρώτη μέρα ο Έιμπ ο Εβραίος φώναξε: «Κοιτάξτε εκεί ψηλά, στα κατάρτια, άντρες! Η μαμά, ο μπαμπάς και το μωρό, η Αγία Οικογένεια σε πλήρη σύνθεση! Τι γλυκειά εικόνα!». Του μαύρισα και τα δυο μάτια, Κύριε.
Έτσι, πριν την τελευταία της ανάσα, η Ανναμπέλλα δεν γνώριζε πως ευχόμουν το θάνατό της. Δεν το είχα σχεδιάσει, Κύριε. Μια ξαφνική ριπή ανέμου την άρπαξε και, καθώς δεν ήταν καλά στηριγμένη, έχασε την ισορροπία της. Πρόλαβε να κρατηθεί από το ένα της χέρι και άπλωσε προς εμένα το άλλο, σίγουρη για τη βοήθειά μου. Δεν έκανα τίποτα, Κύριε. Έμεινα να την κοιτάζω στα μάτια, να βλέπω μέσα τους τη σιγουριά να γίνεται φόβος, την είδα να πέφτει κλωτσώντας τον αέρα, μέχρι που έσκασε στο κατάστρωμα, ογδόντα πόδια πιο κάτω, χωρίς να βγάλει ούτε φωνή.
Αυτό το τέλος στη θάλασσα, Κύριε, δεν είναι ασυνήθιστο, πολλοί σύντροφοι έχουν πέσει από τα ξάρτια. Εγώ όμως ήξερα. Και ο Πρίγκιπας ήξερε, και δεν ήθελε να είναι φίλος μου πια. Το ότι τον έσωσα από την ασφυκτική αγκαλιά της Ανναμπέλλα δεν το μέτρησε. Κι οι άλλοι, όμως, άρχισαν να μου φέρονται περίεργα, κι εγώ ο ίδιος άλλαξα, Κύριε. Δεν ανέβαινα πια, ανάλαφρα στα άλμπουρα, αλλά βαριά, σαν να έπρεπε να σπρώξω τον εαυτό μου με το ζόρι εκεί πάνω. Έχασα το κουράγιο μου, Κύριε, και το κουράγιο του ναυτικού είναι η τύχη του ξέρετε. Μέσα σε δυο μέρες είχα καταντήσει ο πιο κακοδιάθετος και βουβός ναύτης του πληρώματος.
Πριν συνεχίσω την ιστορία μου, χρειάζομαι ενίσχυση, Κύριε. Λίγο μπράντυ, τώρα, η μπύρα δε βοηθάει πια. Έχετε τις ευχαριστίες μου.
Όταν επισκευάζουμε τα άρμενα, ένα χρήσιμο εργαλείο είναι ένα σιδερένιο πηρούνι, που τα δόντια του απέχουν το ένα από το άλλο όσο τα μάτια μεταξύ τους στο πρόσωπό μας. Μια νύχτα ξύπνησα από πόνο φριχτό και δεν ξαναείδα το φως ποτέ. Έμεινα βδομάδες ξαπλωμένος στην αιώρα μου, ευχόμενος το πηρούνι αυτό να είχε τρυπήσει και το μυαλό μου, εκτός από τα μάτια. Δεν έμαθα ποτέ ποιός με τύφλωσε, ούτε και που μ’ ένοιαζε.
Οι σύντροφοί μου, τώρα που είχα τυφλωθεί, έγιναν ξανά ευγενικοί μαζί μου, μου έφερναν φαΐ και ρούμι. Ο Πρίγκιπας είχε γίνει τώρα ο βασιλιάς του μεσιανού καταρτιού. Πολλές φορές έπλενε αυτά που κάποτε ήταν τα μάτια μου. Δε μου μιλούσε ποτέ, αλλά γνώριζα το άγγιγμά του. Ο Έιμπ ο Εβραίος, αυτός ο περίεργος τύπος, καθόταν δίπλα μου και μου μιλούσε για το θεό, τον αποκαλούσε «Αναγκαιότητα». Μια φορά τον ρώτησα, από περιέργεια: «Ποιος με τύφλωσε, Έιμπ;». Ο Έιμπ απάντησε βλοσυρά: «Η ερώτηση αυτή είναι εντελώς άχρηστη. Το παρελθόν δεν αλλάζει. Δουλειά σου είναι να σφιχταγκαλιάσεις το ΤΩΡΑ, με κάθε τρόπο. Ξέχνα τα μάτια σου. Μέρες πριν τα χάσεις είχες πάψει να τα χρησιμοποιείς σωστά. Σε όλους μας λείπει η Ανναμπέλλα, αλλά χαιρόμαστε που εσύ δεν είσαι νεκρός. Δυο φόνοι στο ίδιο ταξίδι είναι μεγάλη γρουσουζιά για το καράβι».
Ειλικρινά μιλώντας σας, Κύριε, η ψυχή μου γέμισε αγαλλίαση, ακόμα γεμάτη είναι. Παραδέχομαι ότι η παραδοχή της αισχρής ενοχής μου με απελευθέρωσε. Η τιμωρία μου ήταν δίκαιη. Από τότε που βγήκα στη στεριά ζητιανεύω από πόρτα σε πόρτα κι από ταβέρνα σε ταβέρνα, απολαμβάνω τη ζωή όπως μπορώ, ένας άκακος γέρος πια.
Ίσως αυτή η ζοφερή ιστορία να νομίζετε πως δεν αξίζει τα λεφτά που δώσατε για τα ποτά μου, Κύριε. Διαφωνώ. Είναι η ιστορία της ζωής μου, βλέπετε. Και, όπως όλες οι ιστορίες ζωής, έχει κι αυτή την αξία της.
(Μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε συμβεί πάνω στο QAR, το καράβι του Μαυρογέννη, που σκοτώθηκε σαν σήμερα, 22 Νοέμβρη του 171
Η μέσα αλήθεια
Είναι μια σκηνή στο «A Few Good Men», όπου ο Jack Nicholson υποδυόμενος τον Col. Nathan R. Jessep, την ώρα που δίνει κατάθεση και τον πιέζουν για την αλήθεια, λέει: «You CAN’T handle the truth». Αυτή η πρόταση, αν και ειπωμένη από τον «κακό» του έργου είναι, δυστυχώς, απόλυτα ακριβής.
Υπάρχουν φορές που όλα σου τα κύτταρα φωνάζουν την αλήθεια, που κάθε τρίχα από τα μαλλιά σου τη γνωρίζει, που είναι γραμμένη με ανεξίτηλα γράμματα στα φυλλαράκια της καρδιάς σου. Την αισθάνεσαι εκεί, βαθιά στην ψυχή σου, κι όσο κι αν την αντιμάχεσαι, ξέρεις πως έτσι είναι.
Πολλές φορές δεν τη θέλεις την αλήθεια αυτή, δε σε συμφέρει, σε πονάει, σε ξεσκίζει, σε διαλύει. Εύχεσαι να μην υπήρχε, να μεταλλασσόταν σε ψέμα, γιατί δεν μπορείς να την παραδεχτείς.
Προσπαθείς να την αγνοήσεις, εθελοτυφλείς, υποκρίνεσαι. Για την αποφυγή αυτής της αλήθειας πας στους ψυχιάτρους και μπουκώνεσαι χάπια, γι’ αυτήν περνάς τόσες ώρες στα μπαρ πίνοντας ό,τι πίνεται –και πολλές φορές κι αυτά που δεν πίνονται-, γι’ αυτήν καις τα εγκεφαλικά σου κύτταρα μπροστά στην οθόνη μιας τηλεόρασης που παίζει αδιάκοπα –αδιάφορο τι-, γι’ αυτήν καταπονείς τους καρπούς σου στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, γι’ αυτήν χώνεσαι στο καβούκι που το λένε ρουτίνα και που εσύ ονομάζεις ασφάλεια. Για να κρυφτείς από την ανελέητη, άσχημη αλήθεια, που η ψυχή σου αναγνωρίζει πολύ πριν από το νου σου.
Και τα καταφέρνεις; Φυσικά και όχι. Κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί απ’ την αλήθεια για πολύν καιρό, κανένας δεν μπορεί να παίξει μαζί της και να βγει νικητής. Είναι εκεί, σε παραμονεύει, και ό,τι κι αν κάνεις για να την αποφύγεις θα βρει την κατάλληλη στιγμή να σου χιμήξει. Θα σε σαρώσει σαν ένας από αυτούς τους τυφώνες με τα γυναικεία ονόματα, θα σε αρπάξει και θα σε ανεβάσει ψηλά, μόνο και μόνο για να σε αφήσει, στη συνέχεια, να πέσεις σε βάραθρο άγριο και σκοτεινό. Και θα γίνεις κομμάτια.
Σώσου, λοιπόν. Όταν θα νοιώσεις τη μέσα σου αλήθεια παραδέξου τη. Είναι προτιμότερο να πονέσεις όταν πρωτοκάνει την εμφάνισή της, παρά να ζήσεις μιαν επίφαση ζωής για να καταλήξεις στο γκρεμό. Σώσου. Στο φωνάζω.
Με ακούς ή είναι πολύ βαθύ το βάραθρο που βρίσκομαι;
Τα ψίχουλα

Το προηγούμενο βράδυ η σιωπή του Ν. ήταν εκκωφαντική. Τόσο που η Α. έκλεισε με τα χέρια της τ’ αυτιά της και χώθηκε κάτω από το πάπλωμα στο κοινό τους κρεβάτι, τραβώντας το μέχρι πάνω απ’ το κεφάλι της. Όταν ξύπνησε, εκείνος είχε φύγει.
Η Α. τριγύρισε στα δωμάτια. Το μόνο δικό του που είχε απομείνει στο σπίτι, ήταν λίγα ψίχουλα στο τραπέζι της κουζίνας, «μαδημένα» από το κουλουράκι που είχε βουτήξει στον πρωινό του καφέ. Σάλιωσε τον δείκτη της και τα μάζεψε ένα-ένα. Στη συνέχεια κοίταξε το δάχτυλό της. Το έφερε στο στόμα.
«Τώρα, το μόνο που μένει είναι να το χωνέψω», συλλογίστηκε.
Το ποστάλι

Έκλεινε είκοσι χρόνια στο ποστάλι ο Θοδωρής και είχε κουραστεί από το πήγαιν΄-έλα. Λαχταρούσε να ρίξει άγκυρα, πια, στο νησί, κοντά στη Γιακουμίνη και τον μικρό. όσο τον προλάβαινε, δηλαδή, κι αυτόν, μέχρι ν’ ανοίξει τα φτερά του για την Αθήνα, όπως ο μεγάλος.
Το αγαπούσε το νησί του ο Θοδωρής, κι άλλον τόπο δεν ήξερε. Μέρα παρά μέρα ήταν με το καράβι στον Πειραιά, αλλά στην Ακρόπολη ακόμα δεν είχε αξιωθεί να πάει. Κι ούτε στον Περαία έβγαινε για τσάρκα με τους άλλους. Προτιμούσε να μένει στην καμπίνα του και να ζωγραφίζει. Τα πρόσωπα της Γιακουμίνης και των παιδιών ζωγράφιζε. Και τα μάτια της Φανής. Μόνο.
Από παιδιά γνωρίζονταν με τη Φανή. Στην εφηβεία τους αγαπήθηκαν και κλέφτηκαν. Όταν παντρεύτηκαν η Φανή ήταν δεκάξι και γκαστρωμένη στον Παναγιώτη, κι εκείνος δεκαοχτώ. Και τώρα ο Παναγιώτης είχε κλείσει τα τριάντα κι η Φανή ήταν είκοσι έξι χρόνια στα χώματα. Κι είχε πάει από το δικό του χέρι.
Τη θυμόταν σαν χτες εκείνη τη μέρα, που γύρισε σπίτι απ’ το κυνήγι και βρήκε τον πεντάχρονο Παναγιώτη να παίζει μόνος στην αυλή και το δάσκαλο καβάλα στη Φανή. Με μια ψυχραιμία, που όταν τη σκεφτόταν σήμερα τρόμαζε, έβαλε τα φυσίγγια στην καραμπίνα και τους τίναξε τα μυαλά στον αέρα. Πρώτα εκείνου. Και μετά εκείνης. Ήταν 10 το πρωί, 12 Ιούλη του ’67, κι ήταν μόλις 24 χρονών κι η Φανή 22. Όσο για το δάσκαλο, στα 32 ήταν εκείνος, με γυναίκα στην ώρα της. Βοήθησε ο αδελφός του Θοδωρή, που ήταν ενωμοτάρχης στο νησί, ήταν κι η κατάσταση αυτή που ήταν, βρέθηκε κι αυτός ο γερμανός τουρίστας που αυτοκτόνησε την ίδια μέρα, τα κανόνισαν, του φόρτωσαν το διπλό φονικό και σώθηκε από το εκτελεστικό απόσπασμα ο Θοδωρής.
Κι έμεινε να βουρλίζεται με το μωρό, σε σπίτι χωρίς γυναίκα. Στη γειτονιά τον άφηνε τον Παναγιωτάκη για να τρέξει στο χωράφι, και τον μάζευε τ΄ απόβραδο που γύριζε. Κι έπαιζε τη νοικοκυρά μετά, να μαγειρέψει, να παστρέψει, να μπαλώσει, να ταΐσει, να κοιμίσει το παιδί. Και πριν πέσει κι αυτός αποκαμωμένος στο στρώμα, έβγαινε στην αυλή, για το τελευταίο τσιγάρο της μέρας, και κουνούσε απειλητικά τη γροθιά του στ΄ αστέρια, που τα έβλεπε να τρεμοπαίζουν θολά, μέσα από τα δάκρυά του.
Μέχρι που η ξαδέρφη του η Στάσα του έφερε τα προξενιά της Γιακουμίνης. Δεν είχε την ομορφάδα της Φανής, μα είχε ένα γλυκό πρόσωπο κι έδειξε να πονάει το ορφανό. Στο χρόνο απάνω την παντρεύτηκε, μα παιδί άργησαν να κάνουν. Κι όταν, πια, είχαν πάψει να το περιμένουν, ρίζωσε ο σπόρος του Θοδωρή στη Γιακουμίνη και σ’ εφτά μήνες ξεπετάχτηκε ο Στάθης τους.
Πέντε χρόνια μετά το γάμο του μπάρκαρε καμαρότος στο ποστάλι ο Θοδωρής. Το χωράφι δεν είχε πλέον ψωμί και η θέση στο ποστάλι τους βόλεψε μια χαρά. Μόνο που από τότε είχαν περάσει είκοσι χρόνια και η σκουριά που έτρωγε τα σίδερα του καραβιού, έτρωγε και την καρδιά του Θοδωρή.
Όλα αυτά τα χρόνια περισσότερες ώρες είχε περάσει στο καράβι με τη Μαριόγκα την καραβόγατα, παρά σπίτι του με τη Γιακουμίνη και τα παιδιά. Ο μεγάλος ζούσε από χρόνια στην Αθήνα, γιατρός σπουδαγμένος, και σπάνια ερχόταν να τους δει. Η Γιακουμίνη, που δεν τον ξεχώριζε από το Στάθη της, παραπονιόταν κι ανησυχούσε αν έτρωγε κι αν ντυνόταν καλά. Όσο για το Θοδωρή, σκεφτόταν πως ο γιος του είχε γίνει ένας άντρας που δεν γνώριζε. Έτσι αποφάσισε ν’ αφήσει το ποστάλι και να ρίξει άγκυρα στην ποδιά της Γιακουμίνης. Ήθελε να προσπαθήσει να γνωρίσει τουλάχιστον το Στάθη, να εισπράξει κι αυτός λίγη από την αδυναμία που έδειχναν τ΄ αγόρια στη Γιακουμίνη. Ο Θοδωρής ξεκίνησε τη διαδικασία της συνταξιοδότησής του.
Συνεννοήθηκε με την εταιρεία και συμφώνησε να μείνει ένα μήνα ακόμα στο καράβι, ώστε να βρεθεί σκάντζα του. Η Γιακουμίνη ενθουσιάστηκε με το νέο. Τον έτρωγε από χρόνια να παρατήσει το ποστάλι και να μαζευτεί στο σπίτι. Την τελευταία μέρα του πάνω στο καράβι , οι άλλοι του κανόνισαν μια γιορτούλα. Ο μάγειρας είχε βάλει τα δυνατά του κι είχε φτιάξει ένα αρνάκι λουκούμι (το αγαπημένο του Θοδωρή), ήπιαν και κρασί, του χάρισαν και διάφορα θυμητάρια. Στον Πειραιά ήταν, και φόρτωναν για το νησί. Πες-πες, τον έπεισαν οι άντρες να κατέβει μαζί τους στο λιμάνι για έναν καφέ. Τη στιγμή που διέσχιζε την κουβέρτα ο Θοδωρής, έσπασε ένα από τα συρματόσχοινα στα κρένια του καραβιού. Το μεγάλο, βαρύ ξύλινο κιβώτιο έπεσε πάνω του. Έζησε τόσο ώστε να καταλάβει τι συνέβαινε και να προλάβει να ψιθυρίσει ένα «έρχομαι, Φανή μου».
Το ποστάλι δεν τον άφησε να φύγει.
















