Shine on, you crazy diamond!

Jesus Christ Superstar

Δημοσιεύθηκε στο Cinema, Dance, Music, Theatre by Nina C στο Μάιος 4th, 2007

j3.jpg

Επιτέλους, έκανα την πρώτη «επίσημη» έξοδο μετά την επέμβαση. Μέχρι χθες, οι έξοδοι περιορίζονταν σε μικρούς περιπάτους στη γειτονιά και ολιγόλεπτες επισκέψεις στο αυτοκίνητο, όπου το έβαζα μπρος για να μην τα φτύσει η μπαταρία και έκανα πως οδηγούσα κρατώντας το τιμόνι και κάνοντας βζουμ βζουμ!

Με πήραν, λοιπόν, η μία κόρη με τις φιλενάδες της και με πήγαν να δούμε το Jesus Christ Superstar. Για να μην ταλαιπωρηθώ, με πήγαν και με έφεραν με αυτοκίνητο, όπου, τιμής ένεκεν, κάθισα στη θέση του συνοδηγού, ενώ οι μικρές στριμώχτηκαν στο πίσω κάθισμα! Μετά από μια τρομακτική διαδρομή, κατά την οποία εξετίμησα την καταπληκτική δουλειά που έκαναν οι χειρουργοί στην καρδούλα μου, (έχετε μπει σε αυτοκίνητο που οδηγεί 23χρονη η οποία παρακολουθεί περισσότερο τις ανοιξιάτικες βιτρίνες των jesus_star.jpgκαταστημάτων παρά τα οδικά σήματα? Αν όχι δεν μπορείτε να με καταλάβετε!), φτάσαμε στο θέατρο Βadminton, στο Γουδί (φτάσαμε λέγοντας, εννοούμε ΑΦΟΥ χάσαμε την έξοδο από Μεσογείων και ΑΦΟΥ κάναμε μιαν αναστροφή σε σημείο με διπλή απαγορευτική πινακίδα και όλα αυτά γιατί η οδηγός δεν έβαζε γλώσσα μέσα και συνομιλούσε με τις από πίσω).

Έχοντας διαβάσει πως πρόκειται για το μεγαλύτερο θέατρο στην Ελλάδα (2.500 θέσεις), είχα τις επιφυλάξεις μου για την αισθητική και τη λειτουργικότητα του χώρου. Ευτυχώς, διαψεύστηκα. Πρόκειται για ένα πολύ καλά εξοπλισμένο και σχεδιασμένο θέατρο, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, και αποτελεί έναν από τους πλέον αξιόλογους πολυχώρους. Τα κορίτσια είχαν βγάλει φοιτητικά εισιτήρια που, συνήθως, αντιστοιχούν στις χειρότερες θέσεις και, για να είμαι μαζί τους, μου είχαν βγάλει κι εμένα «από τα φτηνά», πράγμα που με έκανε να γκρινιάζω σε όλη τη διαδρομή: «δεν θα βλέπω, δεν θα ακούω, τι ήθελα και ήρθα». Διαψεύστηκα επίσης! Η άριστη κλίση του δαπέδου της αίθουσας επιτρέπει στον θεατή, σε όποιο σημείο και αν κάθεται αυτός, να έχει εξαιρετική θέαση της σκηνής, ακόμα και αν η κυρία που κάθεται στο μπροστινό κάθισμα φορά ένα καπέλο σαν αυτά που συνηθίζουν να φορούν οι κυρίες στις ιπποδρομίες του Άσκοτ. Το μόνο που θα είχα να παρατηρήσω είναι πως θα μπορούσαν να είχαν θυσιάσει μερικές σειρές καθισμάτων, έτσι ώστε να κάνουν χώρο για λίγο περισσότερο legroom.

Αφού σιγουρεύτηκα για το θέατρο, άρχισαν οι ανησυχίες για την παράσταση αυτή καθεαυτή. To Jesus Christ Superstar είναι μια από τις πιο γνωστές rock όπερες, η οποία, επιπροσθέτως, ευτύχισε στην κινηματογραφική της μεταφορά από τον Norman Jewison. Την ταινία, παραγωγής 1973, την είδα το χειμώνα του 1974, όταν παίχτηκε στην Ελλάδα. Απ’ όσο μπορώ να ξέρω έκτοτε δεν έχει ξαναπαιχτεί σεjesus_christ_superstar.jpg αίθουσα, έχω την εντύπωση δε πως δεν κυκλοφόρησε ούτε στα βιντεοκλάμπ, μια και οι συνήθεις χριστιανοί ύποπτοι είχαν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, χαρακτηρίζοντάς την ως «βλάσφημη και προϊόν της νοσηρής φαντασίας του εβραίου σκηνοθέτη της». Να πω ότι η δεκατετράχρονη, τότε, γράφουσα είχε συγκλονιστεί από την ταινία, την τόσο διαφορετική από τις αντίστοιχες που είχε παρακολουθήσει μέχρι τότε (τις χολλυγουντιανές ταινίες για τα Πάθη, που κατέκλυζαν την τηλεόραση κάθε Μεγάλη Βδομάδα, αλλά και το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ταινία του 1964). Υπήρχαν αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ και έντονο αντιπολεμικό μήνυμα, η Παναγία δεν υπάρχει πουθενά στην ταινία και η σχέση του Ιησού με τη Μαρία Μαγδαληνή απέχει πολύ από το να είναι μόνο πνευματική. Η ανάσταση δεν υπάρχει στην ταινία. Ο θεάνθρωπος δεν είναι παρά ένας άνθρωπος, του οποίου η ζωή τελειώνει με τη σταύρωση, όπως είναι φυσικό. Οι ηθοποιοί φορούσαν σύγχρονα (της εποχής) ρούχα, τα σκηνικά ήταν εντυπωσιακά μέσα στη λιτότητά τους και η μουσική, α η μουσική, ήταν αυτή ακριβώς που μου άρεσε να ακούω! Το βινύλιο με το soundtrack της ταινίας έλειωσε, οι στίχοι των τραγουδιών «απομαγνητοφωνήθηκαν», τα τραγούδια μαθεύτηκαν απέξω και τα θυμάμαι μέχρι σήμερα.

2.jpg

Έχοντας, λοιπόν, λατρέψει την ταινία, πήγαινα με συγκρατημένη αισιοδοξία να δω τη θεατρική παράσταση. Ας πούμε, όμως, δυο λόγια και για την υπόθεση του έργου. Ο Tim Rice ντύνει με λόγια και ο Andrew Lloyd Webber με μουσική τις επτά τελευταίες μέρες του Χριστού, από την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα μέχρι το θάνατό του, έτσι όπως τις είδε και όπως τις βίωσε ο Ιούδας. Ο Χριστός παρουσιάζεται σαν ο πρώτος σούπερσταρ στην ιστορία των ανθρώπων. Είναι χαρισματικός και συγκεντρώνει τα πλήθη αλλά και τη μήνη των Ρωμαίων. Και είναι τότε που οι κοντινοί του άνθρωποι, εκείνοι που πραγματικά τον αγαπούν, αρχίζουν να ανησυχούν. Περισσότερο από όλους ο Ιούδας, ο οποίος πιστεύει πως ο Χριστός πρέπει να πάψει να προκαλεί τους Ρωμαίους για να μη θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Πιστεύει πως αν ο Χριστός πεθάνει, ο αγώνας τους θα πάει χαμένος. Η υπόθεση, λοιπόν, δεν αφορά σε τίποτε άλλο, παρά στη σύγκρουση των δύο αντρών σε πολιτικό επίπεδο.

Ήρθε η στιγμή που έσβησαν τα φώτα και η παράσταση άρχισε. Όταν τελείωσε, περιμένοντας να αδειάσει λίγο ο χώρος, σκέφτηκα αν αυτό που μόλις είχα παρακολουθήσει μου άρεσε ή όχι. Κατ’ αρχήν απέφυγα τη σύγκριση με την ταινία, θα ήταν άδικο για την παράσταση. Προσπάθησα να την κρίνω με βάση τα μέτρα και τα σταθμά ενός θεατρικού έργου και σίγουρα λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς στους οποίους αυτό υπόκειται, σε σχέση με μια κινηματογραφική ταινία. Το αποτέλεσμα ήταν θετικό. Πρόκειται για μιαν αξιοπρεπή παράσταση, που σέβεται το θεατή χωρίς, όμως, αυτό να αποκλείει το γεγονός να μπορούσε να ήταν καλύτερη. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

jesuschristsuperstar1.jpg

Σκηνικά - Κοστούμια: ο Keith Anderson έκανε ευσυνείδητη δουλειά. Τα λιτά σκηνικά λειτούργησαν ως όφειλαν και εξυπηρέτησαν αξιοπρεπώς την παράσταση. Ο σκηνογράφος (αυτή είναι η τρίτη φορά που κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια στο συγκεκριμένο έργο), δεν επηρεάστηκε από τις προηγούμενες παραγωγές, αλλά είδε με καινούριο βλέμμα την παράσταση. Καινοτομία της παράστασης αποτελούν η σκηνή του Ηρώδη, που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε καμπαρέ του μεσοπολέμου και αμερικάνικο σώου στα καζίνο του Λας Βέγκας, καθώς και αυτή με τη σύγκληση του ιουδαϊκού ιερατείου σε ένα χώρο που μοιάζει με καταφύγιο των δύο παγκοσμίων πολέμων. Αυτό, όμως, που πραγματικά με ενθουσίασε ήταν τα κοστούμια του έργου, τα οποία ήταν τόσο πρωτότυπα όσο και ταιριαστά με τον κάθε ρόλο αλλά και τον ηθοποιό ως προσωπικότητα. Ήταν από τις φορές που σε μια παράσταση οι ηθοποιοί φορούν τα κοστούμια και όχι το ανάποδο. Όπως και στην ταινία τα κοστούμια συμβάδιζαν με την εποχή, το ίδιο και στην παράσταση που παρακολουθήσαμε. Ο Anderson έχει καταφέρει να ενσωματώσει στοιχεία σημερινής μόδας στα κοστούμια, χωρίς όμως να απομακρύνεται από την εποχή των πραγματικών γεγονότων και χωρίς να σε κάνει να σκεφτείς πως «κάτι τέτοιο δεν θα φόραγαν ποτέ την εποχή του Χριστού». Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε το λευκό χρώμα (σε αντίθεση με το μαύρο στην ταινία), που χρησιμοποίησε ο Anderson για τα κοστούμια των ιερέων, που ωστόσο έμοιαζαν βουτηγμένα στο αίμα στον ποδόγυρο. Αυτό μοιάζει να ταιριάζει με τη σκηνοθετική άποψη του Jewison στην ταινία, που κατέκρινε τους Εβραίους για το ρόλο που έπαιξαν στο θάνατο του Ιησού, αποδίδοντάς τους την ευθύνη. Σήμερα, ως γνωστόν, η άποψη αυτή δεν έχει υποστηρικτές, ούτε καν ανάμεσα στους κύκλους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (αν και η δική μας εξακολουθεί να διδάσκει πως «οι εβραίοι σταύρωσαν το Χριστούλη»).

1.jpg

Φωτισμοί – Χορογραφίες – Ήχος: πραγματικά εμπνευσμένα σε κάποια σημεία, αδιάφορα σε άλλα, σε καμία περίπτωση, όμως, ατυχή.

Ερμηνείες: Σε γενικές γραμμές έμεινα ευχαριστημένη. Οι ηθοποιοί, όλοι σχεδόν με αξιόλογη εμπειρία στον χώρο του θεάτρου και, κυρίως, του μιούζικαλ, προσπάθησαν και παρουσίασαν ένα ευπρόσωπο αποτέλεσμα, κάποιοι υπήρξαν εξαιρετικοί. Γενικά οι ερμηνείες ήταν καλοδουλεμένες, με τους Citto Otto, Robert Finlayson, Gina Shmukler, Graham Bourne, Timothy Bull, Anton Luitingh, Rohan Browne, Jaco Van Rensburg και Brennan Holder, που υποδύθηκαν, αντίστοιχα, τους Ιησού, Ιούδα, Μαρία Μαγδαληνή, Καϊάφα, Άννα, Πόντιο Πιλάτο, Ηρώδη, Σίμωνα Ζηλωτή και Πέτρο. Τόσο τα υποκριτικά, όσο και τα φωνητικά και χορευτικά προσόντα τους, ήταν αξιόλογα. Σοβαρή ένστασή μου, το κουπλέ στα ελληνικά που τραγούδησε η Μαρία η Μαγδαληνή. Μου χάλασε την ατμόσφαιρα, με αποδιοργάνωσε έτσι όπως σιγοτραγουδούσα και με ξενέρωσε.

j4.jpg

Σκηνοθεσία: Υπεύθυνος για το τελικό αποτέλεσμα που είδαμε είναι ο Paul Warwick Griffin, που συνεργάστηκε στενά γι αυτό με τους Rice και Webber. Εκτός από σκηνοθέτης είναι και ένας αξιόλογος ηθοποιός του μιούζικαλ (στο παρελθόν έχει παίξει με επιτυχία και τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους του έργου, τον Ιησού και τον Ιούδα). Ως σκηνοθέτης, στον ίδιο χώρο, έχει δώσει δουλειές που απέσπασαν πολύ καλές κριτικές (The Rocky Horror Picture Show, Evita, The Madness of King George III, Fiddler on the Roof κ.ά.). Είναι resident director στο θέατρο Old Vic του Λονδίνου, και υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη του Andrew Lloyd Webber, για τέσσερα χρόνια, στην παγκόσμια περιοδεία του μιούζικαλ «Cats». Παρόλο που δεν μπορούμε να πούμε ότι η δουλειά που έκανε για την παράσταση αυτή είναι η καλύτερη που έχει γίνει ποτέ, ωστόσο δεν ήταν σίγουρα κακή ή αδιάφορη. Αντιθέτως ήταν αξιόλογη, με κάποιες πραγματικά εμπνευσμένες στιγμές. Μένεις, όμως, με την αίσθηση ότι οι συγκεκριμένοι ηθοποιοί είχαν και άλλα να δώσουν, μα ο σκηνοθέτης δεν κατάφερε να τους αποσπάσει τις πραγματικά συγκλονιστικές ερμηνείες.

Συμπέρασμα: Να πάτε να δείτε την παράσταση, για τους εξής λόγους: την ιστορία και το μύθο που κουβαλάει (είναι ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ όλων των εποχών), την εκπληκτική μουσική και τα τραγούδια (να σημειώσω εδώ, για τους μη ομιλούντες την αγγλική, ότι η μεταγλώττιση είναι εξαιρετική, ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο μιας απλής μετάφρασης και θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως το λιμπρέτο της όπερας στην ελληνική γλώσσα) και, τέλος, για την ίδια τη συγκεκριμένη παράσταση και τους συντελεστές της που έχουν κάνει μια ευσυνείδητη δουλειά.

Τελειώνοντας θα ήθελα να πω ότι νομίζω πως έχει ωριμάσει ο χρόνος για να δούμε τέτοιες παραστάσεις από έλληνες δημιουργούς. Υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί με αξιοπρόσεκτα φωνητικά και χορευτικά προσόντα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τέτοιες δουλειές. Ας θυμηθούμε μόνο το ανέβασμα, πριν από μερικά χρόνια, του μιούζικαλ «Ο βιολιστής στη στέγη» (από το θίασο του Γρηγόρη Βαλτινού) που, κατά τη γνώμη μου, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα «ανεβάσματα» του εξωτερικού, σε κανέναν από τους τομείς. Το πρωτογενές υλικό υπάρχει. Αυτό που χρειάζεται είναι τόλμη, φαντασία και εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας.

5.jpg

Υ.Γ.: Στον περιβάλλοντα το θέατρο χώρο, οι “χριστιανοί παντός καιρού” είχαν σκορπίσει τρικάκια και προκηρύξεις και είχαν αναρτήσει αφίσες, όπου έγραφαν τα ακατονόμαστα. Κράτησα μία για να τη διαβάζω όταν έχω τις μαύρες μου και να ξεκαρδίζομαι. Μεταξύ πολλών άλλων φαιδρότατων, η προκήρυξη μας πληροφορεί ότι τα τροχαία δυστυχήματα οφείλονται στο ότι “οι βλάσφημες διαβολικές αφίσες της παράστασης παραμένουν επί μήνες στους δρόμους” και πως “τα ανώμαλα αμερικανάκια δείχνουν ένα διεστραμμένο Χριστό να κουνιέται και λυγιέται με ροκ μουσική”. Ακόμα μας ενημερώνει πως “ο αρχιμάγος David Copperfield εμποδίστηκε από τη θεϊκή δύναμη της Ορθοδοξίας να κάνει στην Ελλάδα τα ψευτοθαύματα”.

Και ύστερα μου λες γιατί δε σου γράφω…

Ο Herr Drosselmeyer και τα μαγικά του παιχνίδια

Δημοσιεύθηκε στο Art, Books, Dance, Exercises, Faces, Music by Nina C στο Ιανουάριος 24th, 2007

Στο σπίτι των Drosselmeyer είχαν χαρές: μετά από τέσσερις κόρες η κ. Drosselmeyer έφερε, επιτέλους, στον κόσμο τον πολυπόθητο γιο. Ο κ. Drosselmeyer πήγε στην ταβέρνα της γειτονιάς, μέθυσε από χαρά και φρόντισε να μεθύσουν και όλοι γύρω του!

Το ίδιο πρώτο βράδυ της γέννησής του μωρού, την ώρα που η μητέρα του κοιμόταν εξουθενωμένη από τη γέννα κι ο πατέρας από την κατανάλωση μπρούσκου ροχάλιζε δίπλα της, δυο νεράιδες υλοποιήθηκαν δίπλα στο λίκνο του μικρού Drosselmeyer. Η μια νέα και όμορφη, η άλλη ηλικιωμένη και γλυκιά. Ενθουσιάστηκαν με το όμορφο μωρό και άρχισαν να του χαρίζουν τα δώρα τους: εξυπνάδα, καλοσύνη, υγεία.

«Και κάτι ακόμα», είπε η νεαρούλα νεράϊδα «όταν θα μεγαλώσει θα δίνει χαρά στα μικρά παιδιά. Θα φτιάχνει μαγικά παιχνίδια, παιχνίδια που θα ζωντανεύουν». Και τον άγγιξε με το ραβδάκι της, αφήνοντας ασημόσκονη πάνω στο χνούδι που είχε για μαλλιά.

«Και κάτι ακόμα», συμπλήρωσε βιαστικά η ηλικιωμένη νεράϊδα, που με τη σοφία της ηλικίας της ήξερε πως όλα στη ζωή δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ρόδινα, πως κι ο πόνος είναι απαραίτητος για τους ανθρώπους. «Στα δέκα του θα χάσει το δεξί του μάτι σε αγώνα για το δίκιο». Και άγγιξε το μωρό με το ραβδάκι της, αφήνοντας χρυσόσκονη πάνω στα σφαλισμένα του βλέφαρα.

Ο νεαρός διάδοχος Drosselmeyer μεγάλωσε στα πούπουλα και στα κανακέματα μητέρας και αδελφών. Παιδί αγαπημένο απ’ όλους, χαρισματικό, έξυπνο και καλόγνωμο, με επιδεξιότητα τρομερή και φαντασία εξωφρενική. Από πολύ μικρός διηγιόταν τα πιο παράξενα και μαγευτικά παραμύθια και έφτιαχνε τους ήρωές τους με υλικά που έβρισκε εδώ κι εκεί.

Τη μέρα που έκλεινε τα δέκα του χρόνια, πηγαίνοντας στον τσαγκάρη της γειτονιάς τις μπότες του πατέρα του, έπεσε πάνω σε μια συμπλοκή παιδιών. Δυο μεγαλόσωμα αγόρια χτυπούσαν και έβριζαν ένα μικρότερο, αδυνατούλι. Ο μικρός Drosselmeyer πέταξε τις πατρικές μπότες στο πεζοδρόμιο και ρίχτηκε στον καυγά, προς υπεράσπιση του μικρού άτυχου. Το αποτέλεσμα ήταν οι δυο παλικαράδες να τραπούν σε φυγή, όχι όμως πριν προλάβουν να τραυματίσουν ανεπανόρθωτα στο δεξί μάτι τον Drosselmeyer με ένα από τα ξύλα που κρατούσαν. Οι μπότες του πατέρα εξαφανίστηκαν επίσης από κάποιο επιδέξιο και γρήγορο χέρι.

O Drosselmeyer μεγάλωσε και έγινε αυτό που είχαν ορίσει οι μοίρες του να γίνει: ένας άνθρωπος που έδινε χαρά στα παιδιά. Απόκτησε ένα μαγαζί στο οποίο κατασκεύαζε τα ονειρεμένα του παιχνίδια, κούκλες κυρίως, όλων των ειδών και όλων των μορφών, ανθρωπόμορφες και ζωόμορφες. Και τους εμφυσούσε πνοή, με αυτό το μαγικό του χάρισμα, και γίνονταν κι εκείνες μαγικές. Κι όταν κάποιο μικρό παιδί πολύ τις αγαπούσε, ζωντάνευαν και έκαναν τα όνειρά του περιπετειώδη και ενδιαφέροντα.

Ποτέ δεν μάθαμε τι απέγινε ο Herr Drosselmeyer. Ο θρύλος τον θέλει να ζει ακόμα, να έχει το εργαστήριό του σε κάποιο από τα κρασοχώρια του Ρήνου και να εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον κόσμο με τα μαγικά παιχνίδια του. Και μόνο τα παιδιά τα καταλαβαίνουν, μόνο τα παιδιά ξέρουν αν κάποιο από τα παιχνίδια που τους χαρίζουν γονείς και φίλοι, έχει την «πνοή» του Herr Drosselmeyer μέσα του. Γιατί τις νύχτες το συγκεκριμένο αυτό παιχνίδι ζωντανεύει και παρασέρνει το παιδί στον κόσμο των παραμυθιών.

Σημειώσεις

1. Ο Herr Drosselmeyer είναι βασικός ήρωας του παραμυθιού του E.T.A. Hoffman «Ο Καρυοθραύστης και ο Βασιλιάς των Ποντικών».

2. O Ernest Theodor Amadeus Hoffman γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1776 στο Κonigsberg. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους γερμανούς Ρομαντικούς, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως μουσικός. Οι χαρακτήρες των έργων του απεικονίζουν τον εκπληκτικό κόσμο της φαντασίας του αλλά και τις ανησυχίες του, καθώς και το ενδιαφέρον του, για θέματα της καθημερινής ζωής. Τα πρώτα του έργα αφορούν σε υπερφυσικές εμπειρίες, στην τρέλα και στη μουσική. Τα πραγματικά υπέροχα παραμύθια του ενέπνευσαν πολλούς συνθέτες όπως τον Offenbach (Τα παραμύθια του Hoffman), τον Tchaikovsky ( Ο Καρυοθραύστης) και τον Delibes (Κοππέλια). Τα παραμύθια του Hoffman, που υφαίνουν στον ίδιο καμβά τον φανταστικό και τον πραγματικό κόσμο, είχαν ιδιαίτερη απήχηση και επηρέασαν τα έργα επιφανών συγγραφέων όπως οι Washington Irving, Nathaniel Hawthorne και Edgar Allan Poe. Ο Hoffman πέθανε στο Βερολίνο το 1822, αφού πάλεψε επί σειρά ετών με εκφυλιστική αρρώστια.

3. Το «βίο και την πολιτεία» του Herr Drosselmeyer κατέβασε η Composition Doll από το –ομολογουμένως- υπέροχο κεφάλι της και εύχεται να μην στριφογυρίζει στον τάφο του ο E.T.A. Hoffman.

Ο Γολγοθάς μου, πριν και μετά το "2"

Δημοσιεύθηκε στο Blogging, Dance, Memories Family And Friends, Only When I Laugh by Nina C στο Δεκέμβριος 2nd, 2006


Αν νομίζετε πως η απόλαυση της παρακολούθησης του «2» ήταν χωρίς ψυχικό κόστος εκ μέρους μου, πλανάσθε πλάνην οικτράν.

Ο σοφός λαός λέει πως «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται». Έτσι, έφυγα από το γραφείο με μιάμιση ώρα καθυστέρηση λόγω φόρτου εργασίας, έπεσα πάνω στους ναυτεργάτες που έκαναν μπλόκο στο λιμάνι (κι άλλη καθυστέρηση), με αποτέλεσμα να μην προλάβω να περάσω από το σπίτι μου να αλλάξω ρούχα, να ηρεμήσω λιγάκι και να προετοιμαστώ ψυχολογικά για την παράσταση. Πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Φίλης μου, αφού οδήγησα επί μία ώρα και τρία τέταρτα μέσα σε αντίξοες κυκλοφοριακές συνθήκες.

Η Φίλη μου έφτιαξε καφέ, μου έφερε και μπισκοτάκια, κάναμε τα τσιγαράκια μας, είπαμε τα δικά μας και ήρθε η ώρα να φύγουμε για το θέατρο. Βρήκαμε εύκολα ταξί και φτάσαμε εγκαίρως. Οι θέσεις μας ήταν εξαιρετικές, πλατεία 8η σειρά, και όλα έβαιναν καλώς. Μέχρι τη στιγμή που ηλικιωμένος κύριος από την πίσω σειρά, άρχισε να εξηγεί επιστημονικώς όλες του τις παθήσεις στο φίλο του. Το τι ακούσαμε δεν μπορεί να περιγραφεί εδώ. Τα άπαντα της ιατρικής επιστήμης σε ένα τέταρτο. Πάνω που ήμουν έτοιμη να ανακράξω «ΕΛΕΟΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΕ!» άρχισε η παράσταση. Ευτυχώς! Τα σχετικά με την παράσταση σας τα είπα χθες και δεν θα επανέλθω.

Μετά το πέρας, το σχέδιο ήταν να γυρίσουμε με ταξί στο σπίτι της Φίλης, να πάρω το αυτοκίνητό μου και να πάω να ξεραθώ –επιτέλους- στο δικό μου. Καθ’ οδόν αποφασίσαμε πως πεινάμε και είπαμε να τσιμπήσουμε κάτι πριν φύγω. Έτσι κι έγινε. Δυστυχώς, όμως, μετά το φαγητό ακολουθεί τσιγάρο. Και το τσιγάρο θέλει και κουβέντα. Και όσο κουβεντιάζεις, τόσο καπνίζεις. Και κουβεντιάζοντας θυμάσαι ότι την επαύριον δίνεις αυτές τις ρημαδοεξετάσεις. Και σε πιάνει ένας πανικός, διότι η ώρα έχει πάει 3 το πρωί και πότε θα πας σπίτι σου, πότε θα κοιμηθείς και –κυρίως- πότε θα ξυπνήσεις για να πας να γράψεις.

Η ευγενέστατη Φίλη έδωσε τη λύση: «θα μείνεις εδώ και θα σε ξυπνήσω εγώ το πρωί». Και δεν έδωσε μόνο τη λύση. Έδωσε και πετσετούλες, οδοντόβουρτσα, βρακάκι καθαρό, πυτζαμούλες και παντοφλίτσες. Θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στο βρακάκι και τις πυτζαμούλες.

Όσοι έχετε δει τη Φίλη, ξέρετε πως είναι πετσί και κόκαλο. Αν ήταν φαγητό θα ήταν σούπα (τα κόκαλα κάνουν την καλύτερη σούπα). Όσοι έχετε δει εμένα, ξέρετε πως επίσης είμαι πετσί και κόκαλο, αλλά με μπόλικο κρεατάκι ανάμεσα. Αν ήμουν φαγητό θα ήμουν αρνάκι (άσπρο και παχύ της μάνας του καμάρι) στο φούρνο με πατάτες. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι γέλασα μέχρι δακρύων όταν η φίλη μου είπε : «σου άφησα καθαρό κυλοτάκι στο μπάνιο». Και γέλασα ακόμα περισσότερο όταν το φόρεσα! ΜΟΥ ΕΚΑΝΕ!!!!!! Μετά από αυτό το ηθικό μου τονώθηκε απίστευτα και χαίρομαι που δεν χρειάζομαι δίαιτα γιατί φοράω τα ίδια βρακιά με τη Φίλη, που είναι όπως είναι.

Μου έδωσε και κάτι απίστευτα σεξουαλικές πυτζαμούλες (μακώ με αρκουδάκια), τόσο που ερεθίστηκα μόνη μου κοιτώντας με στον καθρέφτη. Η παρατήρησή της για την εμφάνισή μου «ώχου το, μωρέ, σα μωρούλι είσαι με αυτά τα πυτζαμάκια» απογείωσε τη θηλυκή μου υπόσταση και έκανε τη λίμπιντό μου να χτυπήσει κόκκινο…

Είπα να μην επεκταθώ και να πέσω για ύπνο. Όπερ και έπραξα. Φευ! Η Φίλη κάθισε στο pc και επέμενε να μου διαβάζει τα ποστ που είχαν αναρτήσει διάφοροι φίλοι καθώς και ΟΛΑ τα σχόλια ΟΛΩΝ! Δράττομαι της ευκαιρίας να σας πω ότι η ώρα είχε πάει 4. Επιτέλους εδέησε να έρθει στο κρεβάτι. «Δόξα τω θεώ, θα κοιμηθούμε», σκέφτηκα. Αμ δε! Η Γραμμούλα (το θηλυκό γατί της Φίλης), ήθελε να έρθει στο κρεβάτι με τα κορίτσια. Και ως πλέον κατάλληλο σημείο για να ξαπλώσει επέλεξε το ελεύθερο κομμάτι του μαξιλαριού μου. Προφανώς την ενοχλούσα, γιατί άρχισε τα θυμωμένα πρρρρρ, πρρρρρρ, ενώ με κοίταγε με μισό μάτι. Βλαστήμησα τα θεία και τη Φίλη (η οποία επέδειξε αχαρακτήριστη συμπεριφορά γελώντας υστερικά), απείλησα τη Γραμμούλα, η οποία κατέβηκε απρόθυμα από το κρεβάτι (στις 5 ξαναανέβηκε, αλλά δεν το κάνω θέμα…). Επιτέλους βυθίστηκα σε ύπνο βαθύ.

Κατά τις 6 πετάχτηκα σίγουρη ότι ξεκίνησε ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος! Οι γάτες έκαναν πρρρρρ και μιάου, ο σκύλος γαύγιζε σαν τρελός και η Φίλη σηκώθηκε από το κρεβάτι σκουντουφλώντας. Τελικά δεν μας την είχαν πέσει, απλά ο Sofogreg γύριζε από ολονυχτία που είχε παρακολουθήσει σε μοναστήρι (σαν αυτές που περιγράφει στο μπλογκ του…) και είχε ξεχάσει τα κλειδιά του. Πρέπει να ξύπνησαν όλοι στα επόμενα δύο οικοδομικά τετράγωνα. Το «κανονικό» μου ξύπνημα συντελέστηκε στις 7.30, όπως ήταν προγραμματισμένο.

Πλύσιμο, ντύσιμο, καφές, τσιγάρο, έλεγχος ταυτότητας, ταξί, άφιξη στο εξεταστικό κέντρο, εξετάσεις. Μην ρωτήσετε πως πήγα, δεν θυμάμαι, θα σας γελάσω και δεν θάθελα. Βασικά χασμουριόμουν και νύσταζα. Επίσης τελείωσα πρώτη και δεν τα ξανακοίταξα. Κάτι μου λέει, πάντως, πως δεν θα γίνουμε γειτόνισσες με την Κροτ

ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ:
1. Να επιστρέψω το κυλοτάκι στη Φίλη.
2. Να πάω ένα κουτί νες καφέ να τους βρίσκεται, γιατί πίνουν μόνο εσπρέσσο αφενός, οι δε γείτονες είναι στριμμένοι και δε δίνουν αφετέρου.
3. Να φτιάξω κλειδιά για το Σόφο και να του τα αφήνω σε διάφορα σημεία εκτός σπιτιού.
4. Να μην αρχίσω δίαιτα γιατί δεν μου χρειάζεται.
5. Να βρω μια τρομακτική μάσκα να φοράω όταν κοιμάμαι εκεί, για να μη με πλησιάζει η Γραμμούλα.

"2"

Δημοσιεύθηκε στο Dance, Music, Theatre by Nina C στο Δεκέμβριος 1st, 2006


Το «2», του Δημήτρη Παπαϊωάννου, είναι το γεγονός της χρονιάς. Η πρώτη δουλειά του δημιουργού μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, η πρώτη μετά από πέντε χρόνια, η πρώτη ιδιωτική του παραγωγή. Τα εισιτήρια για τις προγραμματισμένες 20 παραστάσεις είναι sold out προ πολλού, και δόθηκε παράταση με άλλες 20.

Τον Παπαϊωάννου τον γνωρίζω και τον παρακολουθώ πολλά χρόνια, από την «Ομάδα Εδάφους» και τη συνεργασία του με την Αγγελική Στελλάτου. Τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους νέους χορευτές, με έμπνευση και φαντασία, που κατόρθωσε να «ταξιδέψει» τον ελληνικό χορό πέρα από τα όρια της Ελλάδας. Ο Παπαϊωάννου έχει το δικό του πιστό κοινό, που τον ακολουθεί χρόνια στους πειραματισμούς του, που ήταν σίγουρο για το αισθητικό αποτέλεσμα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και που χάρηκε ιδιαίτερα με την ανάθεσή της σε αυτόν.

Το χθεσινό κοινό της παράστασης, όμως, δεν ήταν το «κοινό του Παπαϊωάννου» ή, τουλάχιστον, δεν ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Και ήταν αναμενόμενο. Δεν θυμάμαι άλλη χορευτική παράσταση έλληνα δημιουργού να έχει «ξεπουλήσει» τόσο νωρίς και ο χρόνος παράτασης των παραστάσεων να είναι ίδιος με τον αρχικό. Για την συντριπτική πλειοψηφία του χθεσινού κοινού, ήταν η δεύτερη φορά που έβλεπαν δουλειά του Παπαϊωάννου. Η πρώτη ήταν η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο τύπος και η διαφήμιση έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο επίσης. Αυτό δεν είναι κακό, αντιθέτως μάλιστα μπορεί να μετρήσει στα θετικά του όλου εγχειρήματος, αρκεί να καταφέρει να κρατήσει αυτόν τον κόσμο δίπλα στον ελληνικό χορό και τους δημιουργούς του και να μην αποδειχτεί «σαπουνόφουσκα», περιέργεια ή μόδα.

Η παράσταση του Παπαϊωάννου ήταν στα πλαίσια της αγαπημένης του θεματολογίας: η μοναξιά του αρσενικού στη ζωή του. Θέμα που επανέρχεται στις δουλειές του («Ανθρώπινη δίψα», «Για πάντα»), αυτή τη φορά όμως με παρουσίαση εικόνων βιωματικών καταστάσεων, από τις οποίες περνούν όλοι οι άντρες. Γιατί η παράσταση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παιχνίδι για τον κόσμο των ανδρών, μια «βουτιά» στον ψυχισμό τους, μια παρουσίαση ανδρικών στερεοτύπων και ανασφαλειών. Τέλος, ο ανδρικός λόγος. Οι αναφορές στη γυναίκα σπάνιες και σημειολογικές. Η σκηνή με τον άνδρα που πυροβολεί το ένα του «γυναικείο» πόδι, συμβολίζει την προσπάθεια του άνδρα να απαρνηθεί τη θηλυκή του πλευρά (την ευαισθησία του, π.χ.), καθώς μεγαλώνοντας διδάσκεται πως ό,τι είναι θηλυκό δεν αρμόζει στο αρσενικό. Η τεράστια Μπάρμπι (γυμνή στην αρχή, ντυμένη με προκλητικό λαμέ φορεματάκι στη συνέχεια) είναι η γυναίκα επί σκηνής. Η γυναίκα-αντικείμενο ή η γυναίκα-θεά-φύση, από το ανοιχτό και εκτεθειμένο αιδοίο της οποίας περνούν οι άντρες για να χαζέψουν, να θαυμάσουν και να αποδώσουν τιμές, την ίδια στιγμή που ένας από αυτούς, καβάλα στο τεράστιο κεφάλι της, της «δίνει» το πέος του στο στόμα της.

Αν κάποιοι σκεφτούν ότι ο Παπαϊωάννου στην παράσταση αυτή είναι σκληρός με τις γυναίκες, μπορούν να ησυχάσουν γιατί με τους άντρες είναι σκληρότερος. Οι χώροι μέσα από τους οποίους επιλέγει να τους παρουσιάσει είναι οι λιγότερο ελκυστικοί: στρατός, γήπεδο, απρόσωπα γραφεία, γυμναστήρια, χαμάμ. Τα ιδανικά τους: ποτά, γκόμενες και γρήγορα αυτοκίνητα. Η ζωή τους: αδιάκοπο τρέξιμο για το κυνήγι της επιτυχίας, αποχαύνωση στην τηλεόραση, απίστευτη μοναξιά. Άντρες που ουρούν με τον ίδιο τρόπο που κάνουν σεξ και κάνουν σεξ με τον ίδιο τρόπο που ουρούν: μηχανικά, χωρίς συναίσθημα. Άντρες-υπάλληλοι σε έργο του Κάφκα, άντρες-κοπάδι σε γήπεδο, άντρες-αναλώσιμα υλικά στον πόλεμο. Και, μέσα και πέρα από όλα αυτά, η απεγνωσμένη προσπάθεια του 1 να γίνει 2. Ο αγώνας για την ένωση, η συμφιλίωση με τις δύο φύσεις του ανθρώπου: αρσενικό-θηλυκό, υλικό-πνευματικό, σκληρότητα-ευαισθησία. Ένα παιχνίδι, τέλος, με τις σωματικές ικανότητες των χορευτών του Παπαϊωάννου, αφού τα περισσότερα απ’ όσα συμβαίνουν στην παράσταση γίνονται με δύο. Όπως, όμως, λέει και ο ίδιος, «το 2 είναι, κυρίως, ο μεγάλος καημός της ένωσης, του συσχετισμού με έναν συνάνθρωπο. Ο καημός του Αριστοφάνη, δηλαδή, στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνος».

Σε γενικές γραμμές η παράσταση μου άρεσε, χωρίς όμως να κάνει την ειδοποιό διαφορά που περίμενα. Μετά από πέντε χρόνια απουσίας από τα χορευτικά δρώμενα, δεν βρήκα τον Παπαϊωάννου ιδιαίτερα «εξελιγμένο» σε επίπεδο χορογραφίας, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Η τεχνολογία, εντυπωσιακή, βοηθά σημαντικά την παράσταση, ενώ η εκπληκτική δουλειά που έχει κάνει ο Κωνσταντίνος Βήτα στη μουσική, κυριολεκτικά την απογειώνει. Στο θέμα της μουσικής να πω ότι είναι από μόνη της ένας λόγος για να δείτε την παράσταση, σε ορισμένα δε σημεία, ο μόνος. Χωρίς τη συμβολή του Βήτα, η παράσταση θα ήταν σαφώς υποδεέστερη.

Βρήκα την επικλινή σκηνή, που αναπαριστά το δύσκολο δρόμο που πρέπει να «περπατήσει» το αρσενικό για να φτάσει τον όποιο στόχο του, εξαιρετικά ευρηματική ιδέα. Καθισμένη στην πλατεία (σε εξαιρετικές θέσεις να σημειώσω), είχα την αίσθηση πως βρίσκομαι στο κάτω μέρος του καταπέλτη ενός οχηματαγωγού, με μια φαρδιά λωρίδα ουρανού να φαίνεται στο πάνω μέρος. Ενός ουρανού που άλλαζε από τον ηλιόλουστο του πρωινού, στον πορτοκαλοκόκκινο της δύσης και στο μαύρο της νύχτας, μέσα από πανέμορφα video της Αθηνάς Τσαγγάρη και του Matt Johnson. Εκεί, στο πάνω άκρο του «καταπέλτη» είναι που συντελείται και η πολυπόθητη ένωση, εκεί το 1 γίνεται 2. Όχι απλά, όχι εύκολα, όχι χωρίς αγώνα. Και όταν ακόμα και την τελευταία στιγμή νοιώθεις την απογοήτευση έτοιμη να σου χιμήξει και να σε κυριεύσει (δεν ανοίγει η «ρημάδα η πόρτα» που οδηγεί στον συνάνθρωπο – σύντροφο - φίλο - εραστή), εκεί έρχεται και η λύση του προβλήματος, μαζί με την κάθαρση, από το στόμα του «άλλου μισού» που λέει στον ήρωα: «Δεν θέλει δύναμη. Σπρώξε μαλακά». Με δυο λόγια, χαλάρωσε, άσε την πίεση, βγάλτη από τη ζωή σου, από τη σχέση σου, από τη δουλειά σου. Μην επιτίθεσαι πια. Πάρτο αλλιώς. Και όλα αλλάζουν, η πόρτα θα ανοίξει και θα συναντηθείς με τον συνάνθρωπο – σύντροφο - φίλο – εραστή. Το 1 θα γίνει 2. Και ο μεγάλος καημός θα περάσει.

Υ.Γ.: Τα παραλειπόμενα της όμορφης βραδιάς στο επόμενο ποστ. Μη ρίξουμε και το υψηλό καλλιτεχνικό του επίπεδο!!!

Δεν είμαι ΜΟΝΟ Θεά!

Δημοσιεύθηκε στο Blogging, Dance, Memories Family And Friends, Only When I Laugh by Nina C στο Νοέμβριος 29th, 2006


Την είδηση για το «2» του Παπαϊωάννου την είχα διαβάσει καιρό. Αλλά για κάποιον σκοτεινό και μυστηριώδη λόγο (λέγε με αναβλητικότητα), αμέλησα να βγάλω εισιτήρια. Φανταζόμουν ότι θα προλάβαινα.

Το κουδουνάκι χτύπησε μέσα μου μετά από ένα ποστ του Μπαμπάκη, προ καιρού, όπου μας πληροφορούσε πασίχαρης ότι είχε εξασφαλίσει εισιτήρια για την πολυαναμενόμενη παράσταση. Τότε ξεκουνήθηκα να πάω να βγάλω και φυσικά πήρα τα @@ του κ. Παπαϊωάννου (ή του κ. Σερβετάλη, δεν γνωρίζω ακριβώς, θα σας γελάσω και δεν θάθελα). Δεν υπήρχε τίποτα, ούτε σκαμνάκι σε εξώστη!

Προσπαθούσα επιτυχώς να καταπνίξω την απογοήτευσή μου, ώσπου προχθές δέχτηκα το τελειωτικό χτύπημα: η Φίλη μου, είχε εισιτήρια! Η Φίλη μου θα πήγαινε να δει την παράσταση! Η Φίλη μου θα πήγαινε να δει την παράσταση ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!

Τότε μπήκε σε εφαρμογή το σατανικό σχέδιο: άρχισα με «μούτρα». Κάνω εκπληκτικά μούτρα, που πάντα φέρνουν αποτέλεσμα. Φρόντισα να τα κάνω σε ουδέτερο χώρο, στο μπλογκ του Μπαμπάκη. Αυτό έγινε για δύο λόγους. Πρώτον, διότι με το να κάνεις μούτρα στη Φίλη σου σε ξένο μπλογκ τη φέρνεις σε δύσκολη θέση. Δεύτερον, ο Μπαμπάκης μας έσπασε τα νεύρα με το πόσο καλή ήταν η παράσταση. Τρίτον, κάνε μούτρα οπουδήποτε και άστα να βρίσκονται, ποτέ δεν ξέρεις…

Για τη συνέχεια είχα ετοιμάσει ένα μπαράζ επιθέσεων με όλα τα γνωστά και δοκιμασμένα κόλπα. Ενδεικτικά αναφέρω:

1. Μισοκακόμοιρη φωνή όταν σου τηλεφωνεί η Φίλη. «Τι κάνεις, Ντόλλυ?» «Τι να κάνω, καλά είμαι…». Όπου αυτό το καλά ακούγεται σαν να έχεις μόλις γυρίσει από κηδεία προσφιλέστατου προσώπου ή σαν να βρήκες το αγαπημένο σου σκυλάκι κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου.

2. Αλλεπάλληλα, κλαψομούνικα ποστς, με ποικίλα θέματα αλλά με κοινό παρονομαστή: ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΩ ΚΑΛΑ. Προτεινόμενη θεματολογία: στη δουλειά μου είμαι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, τα παιδιά μου δεν με ακούν, ο γκόμενος που θέλω με φτύνει, οι φίλοι μου δεν μου μιλάνε, ο γάτος μου με γρατζουνάει, ποια είμαι, που πάω, τι μέρα είναι και ποια χρονιά και όλα τα σχετικά.

Δεν χρειάστηκε να κάνω τίποτα από αυτά, τα μούτρα ήταν αρκετά! I had them from the very first moment!!! Σε πέντε λεπτά είχα τηλεφώνημα: «Ντολλάκι μου, μαζί θα πάμε στο θέατρο αύριο, ο Leon σου προσφέρει ευχαρίστως το εισιτήριό του» Παρένθεση: εδώ οι καλοί τρόποι επιβάλλουν να κάνετε νάζια: «μα δεν πρέπει, δεν είναι σωστό, κρίμα να χάσει ο Leon την παράσταση». Για καλό και για κακό μην το παρακάνετε, μια-δυο παρατηρήσεις του είδους είναι αρκετές. Με λίγη τέχνη φτάνουν να σου χρωστάνε ευγνωμοσύνη αμφότεροι: ο μεν Leon γιατί τον απήλλαξες από κάτι απίστευτα βαρετό, η δε Φίλη γιατί δεν θα πάει μόνη της. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να το καταφέρει όποιος κι όποιος, αλλά εδώ έχετε να κάνετε με επαγγελματία (εμένα!).

Έτσι, λοιπόν, η Ντόλλυ σήμερα θα πάει να δει το «2» και μεθαύριο θα έχετε πλήρη και εμπεριστατωμένη κριτική!!!

Υ.Γ.: Sofogreg, δεν είμαι ΜΟΝΟ Θεά, καρδιά μου, είμαι κι εκείνο το άλλο που λέγαμε!!!

Ο μοναχικός θρήνος

Δημοσιεύθηκε στο Dance, Music by Nina C στο Νοέμβριος 26th, 2006


Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.

Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.

Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)

Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.

Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.

Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)


Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.

Είναι χορός μοναχικός.

Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.

Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.

Και στο μάτι δεν κολλάει.

Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.

(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)

Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.

Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.

Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει».

Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.

Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.

Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.

Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.

Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.

Μπορεί και να γίνει έτσι.

Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.

Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
———
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΝΕΑ , 14/09/2002


Το πιο πάνω κείμενο του Διονύση Χαριτόπουλου με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη. Ζεϊμπέκικο έχω χορέψει ΜΙΑ και ΜΟΝΗ φορά στη ζωή μου. Δεκαπενταύγουστος στην Κρήτη, πριν δυο χρόνια. Σε μια ταβέρνα ενός χωριού, ξεχασμένου κι απ’ το θεό, δυο παρέες μέσα: η δική μας και δυο-τρεις φίλοι του ιδιοκτήτη. Το νησί να γιορτάζει την Παναγιά με λύρες. Παντού, σε όλα τα μαγαζιά και τα πανηγύρια. Παντού, εκτός από εκείνο το κουτούκι. Εκεί έπαιζαν μπουζούκια, ούτια και μπαγλαμάδες, χωρίς μικρόφωνα. Και οι φωνές, τέλεια όργανα επίσης.

«Έγινα». Χωρίς να το καταλάβω, με ποτά και όργανα. Και σηκώθηκα, πλησίασα τους οργανοπαίχτες και έδωσα «παραγγελιά». Το τραγούδι που ακούγεται. Και άρχισα να χορεύω. Οι φίλοι, που με ήξεραν χρόνια ολόκληρα, έμειναν αποσβολωμένοι. Κανείς δεν ήρθε στα πόδια μου, κανείς δεν χτύπησε παλαμάκια. Κοίταζαν μόνο. Ίσως γιατί κατάλαβαν για ποιόν χόρευα. Εγώ, πάλι, δεν κατάλαβα πως χόρεψα. Όμως, όταν κάθισα ξανά στη θέση μου τα μάτια μου έτρεχαν.

Το «μόνον, της ζωής μου, ζεϊμπέκικο», το χόρεψα σ’ ένα χωριό στην Κρήτη, έναν Δεκαπενταύγουστο. Είχα κάθε δικαίωμα να το κάνω. Ήμουν μεγάλη γυναίκα και χόρευα για έναν θάνατο.

Ένα ζεϊμπέκικο… δανεικό

Δημοσιεύθηκε στο Dance, Exercises, Music by Nina C στο Νοέμβριος 25th, 2006


Τα τραγούδια έπαιζαν και παίζουν μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Πολλές φορές έχω αναγνωρίσει δικά μου «πράγματα» μέσα σ’ αυτά. Πολλές φορές έχω αναγνωρίσει «δικούς» μου ανθρώπους.

Πριν καιρό, άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι που αποτελεί το σημερινό soundtrack του blog. Έφτασε σ’ εμένα από έναν φίλο, μαζί με άλλα. Με τους πρώτους στίχους που ξεχώρισα, είδα έναν άντρα. Το τραγούδι μιλούσε για έναν άντρα που ήξερα, τον «ζωγράφιζε». Τον φαντάστηκα να το χορεύει.

Τη μέρα της γιορτής του, του το έστειλα. Δικό σου, για να το χορέψεις, του είπα.

Σήμερα είναι η δική μου γιορτή. Δανείζομαι από τον άντρα το τραγούδι και υπόσχομαι να το προσέξω και να το επιστρέψω άθικτο. Σήμερα που γιορτάζω, θέλω κι εγώ έναν χορό.

Μόνο που το τραγούδι είναι ζεϊμπέκικο, και τα κοριτσάκια δεν πρέπει να χορεύουν ζεϊμπέκικα. Ζητάω, λοιπόν, από τον άντρα να το χορέψει. Για μένα. Ας μην τον δω. Αλλά να το χορέψει και να είναι για μένα. Σήμερα. Επειδή γιορτάζω.

Δεν ξέρω, ακόμα, τον τίτλο του και δεν μπήκα στον κόπο να το ψάξω. Για μένα είναι «Το ζεϊμπέκικο του *». Τραγουδά η Σωτηρία Λεονάρδου και λέει τα εξής:

«Χαράματα κι εσύ γυρνάς
Τ’ αμέτρητα ξαναμετράς
Τα απροσπέραστα περνάς
Και φεύγεις.

Στέλνεις φιλιά στον ουρανό
Και μ’ ένα αστρόπλοιο από καπνό
Σ’ ένα άλλο κόσμο μαγικό
Ξεφεύγεις.

Μιλάς με ήρωες και άγνωστους θεούς
Και με νεράιδες πέφτεις και κοιμάσαι
Κι όταν ξυπνήσεις το πρωί
Χίλια κομμάτια έχεις κοπεί
Να τα κολλήσεις όμως δε θυμάσαι.

Είσαι αλλού, αλλά εδώ
Χωρίς να βρίσκεις γήπεδο
Φοράς το 10 και μπαλιές
Μοιράζεις.

Σαν ήχος είσαι μοναχός
Σα θύελλα σαρωτικός
Μα όταν γελάς με πιτσιρίκι
Μοιάζεις.

Σαν αγρίμι δεν στεριώνεις πουθενά
μες στο κεφάλι σου έχεις αναρχία
Άπιαστος φεύγεις μια ζωή
Σε κυνηγούν βράδυ-πρωί
Ο έρωτας και η μελαγχολία».

Όπα!