Happy Birthday Joseph Levitch!












Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο
«…θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
… βεργούλες και με δείρανε…
…Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.
Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες».
Κατερίνα Γώγου

Στις 25 Φεβρουαρίου του 1973, ο Νίκος Κοεμτζής, από το Αιγίνιο της Πιερίας, κοντά στην Κατερίνη, μικροκακοποιός και γιος κομμουνιστή, με μικρή πολιτική δράση και ο ίδιος, σκοτώνει τρεις ανθρώπους και τραυματίζει άλλους έξι σε νυχτερινό κέντρο και λίγο αργότερα καταδικάζεται σε θάνατο. Η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια δεσμά και τελικά αποφυλακίζεται -πλήρως μεταμελημένος- με βούλευμα 23 χρόνια αργότερα.
Πέντε χρόνια μετά το πολλαπλό φονικό, το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα κάνει την ιστορία του Κοεμτζή τραγούδι στο δίσκο του «Ρεζέρβα». Κατά τη γνώμη μου, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο» αποτελεί ένα από τα κορυφαία τραγούδια του Νιόνιου που, όμως, η θεματολογία και η μεγάλη του διάρκεια δεν του επέτρεψαν να ακουστεί πολύ και να γίνει επιτυχία. Το τραγούδι διαρκεί 15 λεπτά περίπου και γραμμένο καταλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 90 στίχους –χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένας ως ρεφραίν. Πιστεύω πως δεν θα μπορούσε –και δεν θα έπρεπε- να είναι πιο σύντομο.
Θεωρώ πως καμία βιογραφία του Κοεμτζή δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα, από αυτό το ελεγειακό τραγούδι-ποταμό του Σαββόπουλου, την προσωπική και οικογενειακή ιστορία του Κοεμτζή, την ψυχική του κατάσταση την ώρα του μακελειού αλλά και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της εποχής, που οδήγησε σε αυτό.
Όταν ο Κοεμτζής «έβγαλε τη φαλτσέτα και θέρισε» ήμουν 13 χρονών και θυμάμαι πολύ καλά το περιστατικό, καθώς και το τραγούδι για το οποίο υποτίθεται πως έγινε. Δεν ήταν άλλο από τις «Βεργούλες» ή «Τα δυο σου χέρια πήρανε» του Μάρκου Βαμβακάρη. Από τον τύπο της εποχής το έγκλημα παρουσιάστηκε αποκλειστικά ως ποινικό, χωρίς να αναφερθούν οι πολιτικές του διαστάσεις. Ακόμα και ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αριστεράς, το μεγαλύτερο ενδεχομένως, αρνήθηκε να δει το πολιτικό μέρος του θέματος και περιορίστηκε να χαρακτηρίσει την ενέργεια του Κοεμτζή ως «τυπική αντίδραση ενός λούμπεν στοιχείου». Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια, να ακούσουμε το τραγούδι του Σαββόπουλου, να δούμε και την «Παραγγελιά», του 1980, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Παύλου Τάσιου, για να αντιληφθούμε την ιστορία του Κοεμτζή στις πραγματικές της διαστάσεις. Τον Νίκο Κοεμτζή υποδύθηκε ο Αντώνης Αντωνίου και τον μικρότερο αδελφό του Δημοσθένη ο Αντώνης Καφετζόπουλος.
Πιο κάτω παραθέτω ολόκληρο το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» του Διονύση Σαββόπουλου. Οι φράσεις με τα κόκκινα γράμματα δεν ακούγονται στο τραγούδι, αφού η λογοκρισία της εποχής ζήτησε την αφαίρεσή τους. Στη θέση τους στο τραγούδι υπάρχουν κάποιοι ήχοι, σαν κι αυτούς που ακούγονται όταν βάζουμε να παίξει πολύ γρήγορα ένα ηχητικό απόσπασμα. Αν κάποιος γυρίσει ανάποδα το βινύλιο ή έστω παίξει με κάποιο πρόγραμμα ανάποδα το σημείο αυτό στον Η/Υ, θα ακούσει τις φράσεις που κόπηκαν, καθώς και αποσπάσματα από κάτι που μοιάζει με παιδικό παραμύθι με φράσεις όπως «Βρισκόμαστε στη Φαρμακοχώρα κι εγώ είμαι η Ασπιρίνη, ίσως να με έχετε ακουστά», και επίσης φράσεις από τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά προγράμματα και διαφημίσεις. Ευφυώς ο Σαββόπουλος επέλεξε να ντύσει μουσικά την αφήγησή του με ένα ζεϊμπέκικο (αφού για ένα ζεϊμπέκικο έγινε το φονικό), πειραγμένο και πολύπλοκο όμως σε αρκετά σημεία, με μια ιδιαίτερη ενορχήστρωση, αφήνοντας παράλληλα το Θανάση Πολυκανδριώτη να κεντά με το μπουζούκι του αυτά που δε μπορεί να πει η γλώσσα για αυτόν τον μυστήριο χορό.
Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο
Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης
Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-
Γεννήθηκε σ’ ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη…
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.
Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ’ το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ’ τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ’ τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.
Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ’ την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν’ η παρανομία.
Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας
Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ’ την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού ‘παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!
Κι απ’ την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι οι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.
Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ’ ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν’ ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ’ αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»
Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο
«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.
Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.
Έξω απ’ την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το ‘χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.
Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»
Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο
Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν’ ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.
Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα ‘δινε σ’ αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού ‘ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του ‘δωσε μια με ένα καδρόνι…
Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν, μιαν άλλη απειλή.
Το ‘παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ’ αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.
Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ’ έχουν κυκλωμένο;
Ο ίδιος ξέγραψε απ’ αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του σε κουφούς, θαρρούσα δεν θ’ αντέξω.
Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ’ έξω.
Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;
Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ’ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.
Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.
Νίκο, ποτέ δεν θα ‘ναι έτσι.
Νίκο, είν’ η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ’ το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.
Πηγές
1. Δ. Καράμπελα, Διονύσης Σαββόπουλος (Εκδόσεις Μεταίχμιο)
2. Δ. Σαββόπουλου, Η Σούμα (Εκδόσεις Ιανός)
3. Κ. Γώγου, Τρία κλικ αριστερά (Εκδόσεις Καστανιώτη)
4. www.musicheaven.gr
Little Rascals
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι!
















Πέντε ηθοποιοί

“Fasten your seat-belts, it’s going to be a bumpy night.”
(from “All About Eve”)

“Don’t knock masturbation. It’s sex with someone I love.”
(from “Annie Hall”)

“Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship.”
(from “Casablanca”)

“It’s okay, I wouldn’t remember me either.”
(from “American Beauty”)

“Make way for the bad guy.”
(from “ Scarface”)
Στο παιχνίδι, όπου πρέπει να αναφέρουμε 5 αγαπημένους ηθοποιούς, με κάλεσε ο Manos S. Επειδή οι καιροί είναι χαλεποί, ας παίξει όποιος είναι εδώ και θέλει.
Jesus Christ Superstar

Επιτέλους, έκανα την πρώτη «επίσημη» έξοδο μετά την επέμβαση. Μέχρι χθες, οι έξοδοι περιορίζονταν σε μικρούς περιπάτους στη γειτονιά και ολιγόλεπτες επισκέψεις στο αυτοκίνητο, όπου το έβαζα μπρος για να μην τα φτύσει η μπαταρία και έκανα πως οδηγούσα κρατώντας το τιμόνι και κάνοντας βζουμ βζουμ!
Με πήραν, λοιπόν, η μία κόρη με τις φιλενάδες της και με πήγαν να δούμε το Jesus Christ Superstar. Για να μην ταλαιπωρηθώ, με πήγαν και με έφεραν με αυτοκίνητο, όπου, τιμής ένεκεν, κάθισα στη θέση του συνοδηγού, ενώ οι μικρές στριμώχτηκαν στο πίσω κάθισμα! Μετά από μια τρομακτική διαδρομή, κατά την οποία εξετίμησα την καταπληκτική δουλειά που έκαναν οι χειρουργοί στην καρδούλα μου, (έχετε μπει σε αυτοκίνητο που οδηγεί 23χρονη η οποία παρακολουθεί περισσότερο τις ανοιξιάτικες βιτρίνες των
καταστημάτων παρά τα οδικά σήματα? Αν όχι δεν μπορείτε να με καταλάβετε!), φτάσαμε στο θέατρο Βadminton, στο Γουδί (φτάσαμε λέγοντας, εννοούμε ΑΦΟΥ χάσαμε την έξοδο από Μεσογείων και ΑΦΟΥ κάναμε μιαν αναστροφή σε σημείο με διπλή απαγορευτική πινακίδα και όλα αυτά γιατί η οδηγός δεν έβαζε γλώσσα μέσα και συνομιλούσε με τις από πίσω).
Έχοντας διαβάσει πως πρόκειται για το μεγαλύτερο θέατρο στην Ελλάδα (2.500 θέσεις), είχα τις επιφυλάξεις μου για την αισθητική και τη λειτουργικότητα του χώρου. Ευτυχώς, διαψεύστηκα. Πρόκειται για ένα πολύ καλά εξοπλισμένο και σχεδιασμένο θέατρο, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, και αποτελεί έναν από τους πλέον αξιόλογους πολυχώρους. Τα κορίτσια είχαν βγάλει φοιτητικά εισιτήρια που, συνήθως, αντιστοιχούν στις χειρότερες θέσεις και, για να είμαι μαζί τους, μου είχαν βγάλει κι εμένα «από τα φτηνά», πράγμα που με έκανε να γκρινιάζω σε όλη τη διαδρομή: «δεν θα βλέπω, δεν θα ακούω, τι ήθελα και ήρθα». Διαψεύστηκα επίσης! Η άριστη κλίση του δαπέδου της αίθουσας επιτρέπει στον θεατή, σε όποιο σημείο και αν κάθεται αυτός, να έχει εξαιρετική θέαση της σκηνής, ακόμα και αν η κυρία που κάθεται στο μπροστινό κάθισμα φορά ένα καπέλο σαν αυτά που συνηθίζουν να φορούν οι κυρίες στις ιπποδρομίες του Άσκοτ. Το μόνο που θα είχα να παρατηρήσω είναι πως θα μπορούσαν να είχαν θυσιάσει μερικές σειρές καθισμάτων, έτσι ώστε να κάνουν χώρο για λίγο περισσότερο legroom.
Αφού σιγουρεύτηκα για το θέατρο, άρχισαν οι ανησυχίες για την παράσταση αυτή καθεαυτή. To Jesus Christ Superstar είναι μια από τις πιο γνωστές rock όπερες, η οποία, επιπροσθέτως, ευτύχισε στην κινηματογραφική της μεταφορά από τον Norman Jewison. Την ταινία, παραγωγής 1973, την είδα το χειμώνα του 1974, όταν παίχτηκε στην Ελλάδα. Απ’ όσο μπορώ να ξέρω έκτοτε δεν έχει ξαναπαιχτεί σε
αίθουσα, έχω την εντύπωση δε πως δεν κυκλοφόρησε ούτε στα βιντεοκλάμπ, μια και οι συνήθεις χριστιανοί ύποπτοι είχαν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, χαρακτηρίζοντάς την ως «βλάσφημη και προϊόν της νοσηρής φαντασίας του εβραίου σκηνοθέτη της». Να πω ότι η δεκατετράχρονη, τότε, γράφουσα είχε συγκλονιστεί από την ταινία, την τόσο διαφορετική από τις αντίστοιχες που είχε παρακολουθήσει μέχρι τότε (τις χολλυγουντιανές ταινίες για τα Πάθη, που κατέκλυζαν την τηλεόραση κάθε Μεγάλη Βδομάδα, αλλά και το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ταινία του 1964). Υπήρχαν αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ και έντονο αντιπολεμικό μήνυμα, η Παναγία δεν υπάρχει πουθενά στην ταινία και η σχέση του Ιησού με τη Μαρία Μαγδαληνή απέχει πολύ από το να είναι μόνο πνευματική. Η ανάσταση δεν υπάρχει στην ταινία. Ο θεάνθρωπος δεν είναι παρά ένας άνθρωπος, του οποίου η ζωή τελειώνει με τη σταύρωση, όπως είναι φυσικό. Οι ηθοποιοί φορούσαν σύγχρονα (της εποχής) ρούχα, τα σκηνικά ήταν εντυπωσιακά μέσα στη λιτότητά τους και η μουσική, α η μουσική, ήταν αυτή ακριβώς που μου άρεσε να ακούω! Το βινύλιο με το soundtrack της ταινίας έλειωσε, οι στίχοι των τραγουδιών «απομαγνητοφωνήθηκαν», τα τραγούδια μαθεύτηκαν απέξω και τα θυμάμαι μέχρι σήμερα.

Έχοντας, λοιπόν, λατρέψει την ταινία, πήγαινα με συγκρατημένη αισιοδοξία να δω τη θεατρική παράσταση. Ας πούμε, όμως, δυο λόγια και για την υπόθεση του έργου. Ο Tim Rice ντύνει με λόγια και ο Andrew Lloyd Webber με μουσική τις επτά τελευταίες μέρες του Χριστού, από την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα μέχρι το θάνατό του, έτσι όπως τις είδε και όπως τις βίωσε ο Ιούδας. Ο Χριστός παρουσιάζεται σαν ο πρώτος σούπερσταρ στην ιστορία των ανθρώπων. Είναι χαρισματικός και συγκεντρώνει τα πλήθη αλλά και τη μήνη των Ρωμαίων. Και είναι τότε που οι κοντινοί του άνθρωποι, εκείνοι που πραγματικά τον αγαπούν, αρχίζουν να ανησυχούν. Περισσότερο από όλους ο Ιούδας, ο οποίος πιστεύει πως ο Χριστός πρέπει να πάψει να προκαλεί τους Ρωμαίους για να μη θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Πιστεύει πως αν ο Χριστός πεθάνει, ο αγώνας τους θα πάει χαμένος. Η υπόθεση, λοιπόν, δεν αφορά σε τίποτε άλλο, παρά στη σύγκρουση των δύο αντρών σε πολιτικό επίπεδο.
Ήρθε η στιγμή που έσβησαν τα φώτα και η παράσταση άρχισε. Όταν τελείωσε, περιμένοντας να αδειάσει λίγο ο χώρος, σκέφτηκα αν αυτό που μόλις είχα παρακολουθήσει μου άρεσε ή όχι. Κατ’ αρχήν απέφυγα τη σύγκριση με την ταινία, θα ήταν άδικο για την παράσταση. Προσπάθησα να την κρίνω με βάση τα μέτρα και τα σταθμά ενός θεατρικού έργου και σίγουρα λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς στους οποίους αυτό υπόκειται, σε σχέση με μια κινηματογραφική ταινία. Το αποτέλεσμα ήταν θετικό. Πρόκειται για μιαν αξιοπρεπή παράσταση, που σέβεται το θεατή χωρίς, όμως, αυτό να αποκλείει το γεγονός να μπορούσε να ήταν καλύτερη. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Σκηνικά - Κοστούμια: ο Keith Anderson έκανε ευσυνείδητη δουλειά. Τα λιτά σκηνικά λειτούργησαν ως όφειλαν και εξυπηρέτησαν αξιοπρεπώς την παράσταση. Ο σκηνογράφος (αυτή είναι η τρίτη φορά που κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια στο συγκεκριμένο έργο), δεν επηρεάστηκε από τις προηγούμενες παραγωγές, αλλά είδε με καινούριο βλέμμα την παράσταση. Καινοτομία της παράστασης αποτελούν η σκηνή του Ηρώδη, που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε καμπαρέ του μεσοπολέμου και αμερικάνικο σώου στα καζίνο του Λας Βέγκας, καθώς και αυτή με τη σύγκληση του ιουδαϊκού ιερατείου σε ένα χώρο που μοιάζει με καταφύγιο των δύο παγκοσμίων πολέμων. Αυτό, όμως, που πραγματικά με ενθουσίασε ήταν τα κοστούμια του έργου, τα οποία ήταν τόσο πρωτότυπα όσο και ταιριαστά με τον κάθε ρόλο αλλά και τον ηθοποιό ως προσωπικότητα. Ήταν από τις φορές που σε μια παράσταση οι ηθοποιοί φορούν τα κοστούμια και όχι το ανάποδο. Όπως και στην ταινία τα κοστούμια συμβάδιζαν με την εποχή, το ίδιο και στην παράσταση που παρακολουθήσαμε. Ο Anderson έχει καταφέρει να ενσωματώσει στοιχεία σημερινής μόδας στα κοστούμια, χωρίς όμως να απομακρύνεται από την εποχή των πραγματικών γεγονότων και χωρίς να σε κάνει να σκεφτείς πως «κάτι τέτοιο δεν θα φόραγαν ποτέ την εποχή του Χριστού». Ιδιαίτερα με εντυπωσίασε το λευκό χρώμα (σε αντίθεση με το μαύρο στην ταινία), που χρησιμοποίησε ο Anderson για τα κοστούμια των ιερέων, που ωστόσο έμοιαζαν βουτηγμένα στο αίμα στον ποδόγυρο. Αυτό μοιάζει να ταιριάζει με τη σκηνοθετική άποψη του Jewison στην ταινία, που κατέκρινε τους Εβραίους για το ρόλο που έπαιξαν στο θάνατο του Ιησού, αποδίδοντάς τους την ευθύνη. Σήμερα, ως γνωστόν, η άποψη αυτή δεν έχει υποστηρικτές, ούτε καν ανάμεσα στους κύκλους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (αν και η δική μας εξακολουθεί να διδάσκει πως «οι εβραίοι σταύρωσαν το Χριστούλη»).

Φωτισμοί – Χορογραφίες – Ήχος: πραγματικά εμπνευσμένα σε κάποια σημεία, αδιάφορα σε άλλα, σε καμία περίπτωση, όμως, ατυχή.
Ερμηνείες: Σε γενικές γραμμές έμεινα ευχαριστημένη. Οι ηθοποιοί, όλοι σχεδόν με αξιόλογη εμπειρία στον χώρο του θεάτρου και, κυρίως, του μιούζικαλ, προσπάθησαν και παρουσίασαν ένα ευπρόσωπο αποτέλεσμα, κάποιοι υπήρξαν εξαιρετικοί. Γενικά οι ερμηνείες ήταν καλοδουλεμένες, με τους Citto Otto, Robert Finlayson, Gina Shmukler, Graham Bourne, Timothy Bull, Anton Luitingh, Rohan Browne, Jaco Van Rensburg και Brennan Holder, που υποδύθηκαν, αντίστοιχα, τους Ιησού, Ιούδα, Μαρία Μαγδαληνή, Καϊάφα, Άννα, Πόντιο Πιλάτο, Ηρώδη, Σίμωνα Ζηλωτή και Πέτρο. Τόσο τα υποκριτικά, όσο και τα φωνητικά και χορευτικά προσόντα τους, ήταν αξιόλογα. Σοβαρή ένστασή μου, το κουπλέ στα ελληνικά που τραγούδησε η Μαρία η Μαγδαληνή. Μου χάλασε την ατμόσφαιρα, με αποδιοργάνωσε έτσι όπως σιγοτραγουδούσα και με ξενέρωσε.

Σκηνοθεσία: Υπεύθυνος για το τελικό αποτέλεσμα που είδαμε είναι ο Paul Warwick Griffin, που συνεργάστηκε στενά γι αυτό με τους Rice και Webber. Εκτός από σκηνοθέτης είναι και ένας αξιόλογος ηθοποιός του μιούζικαλ (στο παρελθόν έχει παίξει με επιτυχία και τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους του έργου, τον Ιησού και τον Ιούδα). Ως σκηνοθέτης, στον ίδιο χώρο, έχει δώσει δουλειές που απέσπασαν πολύ καλές κριτικές (The Rocky Horror Picture Show, Evita, The Madness of King George III, Fiddler on the Roof κ.ά.). Είναι resident director στο θέατρο Old Vic του Λονδίνου, και υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη του Andrew Lloyd Webber, για τέσσερα χρόνια, στην παγκόσμια περιοδεία του μιούζικαλ «Cats». Παρόλο που δεν μπορούμε να πούμε ότι η δουλειά που έκανε για την παράσταση αυτή είναι η καλύτερη που έχει γίνει ποτέ, ωστόσο δεν ήταν σίγουρα κακή ή αδιάφορη. Αντιθέτως ήταν αξιόλογη, με κάποιες πραγματικά εμπνευσμένες στιγμές. Μένεις, όμως, με την αίσθηση ότι οι συγκεκριμένοι ηθοποιοί είχαν και άλλα να δώσουν, μα ο σκηνοθέτης δεν κατάφερε να τους αποσπάσει τις πραγματικά συγκλονιστικές ερμηνείες.
Συμπέρασμα: Να πάτε να δείτε την παράσταση, για τους εξής λόγους: την ιστορία και το μύθο που κουβαλάει (είναι ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ όλων των εποχών), την εκπληκτική μουσική και τα τραγούδια (να σημειώσω εδώ, για τους μη ομιλούντες την αγγλική, ότι η μεταγλώττιση είναι εξαιρετική, ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο μιας απλής μετάφρασης και θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως το λιμπρέτο της όπερας στην ελληνική γλώσσα) και, τέλος, για την ίδια τη συγκεκριμένη παράσταση και τους συντελεστές της που έχουν κάνει μια ευσυνείδητη δουλειά.
Τελειώνοντας θα ήθελα να πω ότι νομίζω πως έχει ωριμάσει ο χρόνος για να δούμε τέτοιες παραστάσεις από έλληνες δημιουργούς. Υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί με αξιοπρόσεκτα φωνητικά και χορευτικά προσόντα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τέτοιες δουλειές. Ας θυμηθούμε μόνο το ανέβασμα, πριν από μερικά χρόνια, του μιούζικαλ «Ο βιολιστής στη στέγη» (από το θίασο του Γρηγόρη Βαλτινού) που, κατά τη γνώμη μου, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα «ανεβάσματα» του εξωτερικού, σε κανέναν από τους τομείς. Το πρωτογενές υλικό υπάρχει. Αυτό που χρειάζεται είναι τόλμη, φαντασία και εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας.

Υ.Γ.: Στον περιβάλλοντα το θέατρο χώρο, οι “χριστιανοί παντός καιρού” είχαν σκορπίσει τρικάκια και προκηρύξεις και είχαν αναρτήσει αφίσες, όπου έγραφαν τα ακατονόμαστα. Κράτησα μία για να τη διαβάζω όταν έχω τις μαύρες μου και να ξεκαρδίζομαι. Μεταξύ πολλών άλλων φαιδρότατων, η προκήρυξη μας πληροφορεί ότι τα τροχαία δυστυχήματα οφείλονται στο ότι “οι βλάσφημες διαβολικές αφίσες της παράστασης παραμένουν επί μήνες στους δρόμους” και πως “τα ανώμαλα αμερικανάκια δείχνουν ένα διεστραμμένο Χριστό να κουνιέται και λυγιέται με ροκ μουσική”. Ακόμα μας ενημερώνει πως “ο αρχιμάγος David Copperfield εμποδίστηκε από τη θεϊκή δύναμη της Ορθοδοξίας να κάνει στην Ελλάδα τα ψευτοθαύματα”.
Και ύστερα μου λες γιατί δε σου γράφω…
Είπε η Bette Davis:
Seven

Το μυαλό της έμοιαζε με κουρδιστό πορτοκάλι. Λέξεις, νοήματα, εικόνες, γεύσεις, οσμές όλα ένα κουβάρι μπερδεμένο.
Το πάρτυ στο κάτω διαμέρισμα είχε τελειώσει από ώρα, άκουγε το κροτάλισμα των μαχαιροπήρουνων και των πιατικών που στοίβαζαν στο νεροχύτη.
Στην τηλεόραση ο πολίτης Καίην κλείστηκε στο Xanadu οικειοθελώς. Ο δικός της εγκλεισμός τι ήταν?
Στη βιβλιοθήκη ο κύκλος των χαμένων ποιητών στένευε απειλητικά. Μπουκώθηκε χάπια και αλκοόλ. Σκούπισε ένα δάκρυ.
Η δεσποινίς Διευθυντής του 6ου κατέβασε τα σκουπίδια από τις σκάλες, αφήνοντας υγρούς, δύσοσμους λεκέδες σκαλί παρά σκαλί.
Πήρε τη λίστα για τα ψώνια και συμπλήρωσε πάνω-πάνω: μπανάνες.
Από κάπου μακριά ακούστηκε το σουξέ της εποχής: «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι, κι ο τραυματισμένος καλλιτέχνης αναστενάζει».
Την πρόσκληση έστειλε το Χαμένο Κορμί και τον ευχαριστώ. Οι ταινίες αυτές δεν είναι αυτές που μου άρεσαν περισσότερο. Είναι, όμως, αγαπημένες γιατί τις έχω συνδέσει με όμορφους ανθρώπους, καταστάσεις ή περιόδους της ζωής μου.
Ας παίξουν οι άντρες:

















