Archive for Απριλίου 10th, 2008
Οι κούκλες της Γιασεμίνας
Μπήκε στο καφέ του ΙΑΝΟΥ λίγα λεπτά πριν την ώρα του ραντεβού μας και κοίταξε ένα γύρω. Με εντόπισε στη συνηθισμένη μου θέση, στο μεγάλο τραπέζι, και προχώρησε προς το μέρος μου με ένα πλατύ χαμόγελο. Στο χέρι της κρατούσε διπλωμένο το φύλλο της εφημερίδας. «Την πήρα μαζί μου για να σε αναγνωρίσω» είπε ενώ μου έσφιγγε το χέρι σε χειραψία εγκάρδια. Η κυρία Γιασεμίνα.
Την κυρία Γιασεμίνα δεν την γνώριζα. Μου είχε τηλεφωνήσει στο κινητό το προηγούμενο Σάββατο και είχε συστηθεί. Μου είχε πει πως είχε διαβάσει στην εφημερίδα για τη συλλογή με τις κούκλες και πως –αν ενδιαφερόμουν- είχε μερικές παιδικές δικές της που ήθελε να δώσει. Δήλωσα πως θα ήθελα να της δω και –ενδεχομένως- να τις αγοράσω. Δώσαμε ραντεβού.
Είχε τις κούκλες σε μια μεγάλη, χάρτινη σακούλα, τέσσερις όλες κι όλες. «Είναι δικές μου, από τα μικράτα μου», είπε. «Θα τις δεις, είναι σε καλή κατάσταση, διασώθηκαν από ένα σωρό καταστάσεις, διασώθηκαν από μια ζωή». Παραγγείλαμε καφέδες. Ήπιε μια γουλιά από τον δικό της και άρχισε να μιλάει.
«Είναι πολλά χρόνια που είμαι συνταξιούχος, κι εγώ κι ο άντρας μου. Έχουμε μια καλή ζωή, οικονομική άνεση, περνάμε καλά, δόξα τω Θεώ. Έξι μήνες το χρόνο ζούμε εδώ και έξι στο νησί. Να, την άλλη βδομάδα θα φύγουμε και θα επιστρέψουμε τον Οκτώβρη. Είναι όμορφα στο νησί. Έχεις έρθει ποτέ; Ναι; Σου άρεσε; Ναι, είναι όμορφα, αν και την εποχή που ήρθες ο κόσμος είναι πολύς. Να έρθεις Ιούνιο ή Σεπτέμβρη, να το ευχαριστηθείς. Και τον Οκτώβρη καλά είναι, καλοκαίρι ακόμα. Να έρθεις. Και να μείνεις σ’ εμάς.
Οι κούκλες, που λες… κατάφερα να τις φυλάξω τόσα χρόνια. Δεν έκανα και κόρη να τις παίξει, ένα γιο έχουμε. Και τώρα, που έχω μεγαλώσει αρκετά και είναι πολύ πιθανό να φύγω ξαφνικά, μη διαμαρτύρεσαι, ξέρω τι λέω, θέλω να τις δω να πηγαίνουν κάπου καλά, να μη μείνουν μοναχές τους και πεταχτούν από το γιο και τη νύφη μου όταν θα αδειάσουν το σπίτι. Γιατί θα πεταχτούν, μαζί με όλα τα πράγματα με τα οποία έζησα, όλα τα αντικείμενα που αντανακλούν το προσωπικό μου γούστο. Ξέρεις, πάντα μου άρεσε να έχω όμορφα πράγματα γύρω μου, και έχω πολλά. Μόνο, να… ο γιος, όπως κάνουν συνήθως τα αγόρια, δεν ενδιαφέρεται γι αυτά και η νύφη μου τα θεωρεί «παλιατζούρες». Επίπλωσαν ολόκληρο σπίτι με 1.400 ευρώ από το ΙΚΕΑ, και αρνήθηκαν να πάρουν ωραιότατα έπιπλα, πραγματικές αντίκες, που ήμουν διατεθειμένη να τους δώσω. Τι να πεις… Ναι, καταλαβαίνω τι λες, καταλαβαίνω πως ήθελαν να φτιάξουν τον προσωπικό τους χώρο με το δικό τους γούστο, αλλά θα μπορούσαν να κρατήσουν μερικά κομμάτια και από τα δικά μας. Στο κάτω-κάτω είναι η ιστορία της οικογένειάς μας.
Έτσι κι εγώ, είδα κι απόειδα, και άρχισα να τα μοιράζω, να εξασφαλίσω πως κάποια δικά μου πράγματα, που σημαίνουν πολλά για μένα, δεν θα καταλήξουν στα σκουπίδια. Έτσι και με τις κούκλες. Τις είχα δώσει στο Μουσείο Μπενάκη, για μιαν έκθεση, και ήμουν διατεθειμένη να τους τις αφήσω, αλλά μου είπαν πως θα κατέληγαν σε κάποιο υπόγειο, μετά, δεν είχαν κατάλληλο χώρο φύλαξης. Εσύ πού κρατάς τις δικές σου; Σε βιτρίνες; Ναι, οι παλιές κούκλες είναι ευαίσθητες, όπως και οι παλιοί άνθρωποι, δίκηο έχεις.
Κάτσε να στις δείξω, όμως… Ξέρεις, ο μπαμπάς μου ήταν έμπορος, ταξείδευε πολύ και μου έφερνε παιχνίδια απ’ όπου και να πήγαινε. Ζούσαμε στο νησί και, τις εποχές εκείνες, τα παιχνίδια των παιδιών ήταν –συνήθως- αυτοσχέδια. Καταλαβαίνεις πως οι κούκλες μου ήταν αντικείμενο θαυμασμού. Είχα πολλές, αλλά οι περισσότερες χάθηκαν τότε, στα παιδικάτα μου, σαραβαλιασμένες από τα παιχνίδια με τις φιλενάδες. Μόνο αυτές τις τέσσερις περιέσωσα και νάτες. Αυτή μου την είχε φέρει ο νονός μου από το εξωτερικό, μάλλον, δεν πρέπει να είναι ελληνική. Τι είπες; Έχει σφραγίδα που δείχνει πως είναι από τη Γερμανία; Να, βλέπεις; Εγώ δεν τα ξέρω αυτά, δεν γνωρίζω αν έχουν κάποια αξία πέρα από τη συναισθηματική. Έχουν λες, ε; Να, αυτή τη μαυρούκα μου την είχε φέρει ο νονός μου, ούτε θυμάμαι από πού. Της κρέμονται τα χεράκια και τα ποδαράκια, όμως… Ξέρεις να τα φτιάχνεις; Ωραία, θα τη διορθώσεις, λοιπόν, έκτακτα. Να, αυτή εδώ έχασε το παπουτσάκι της και τη μία της κάλτσα. Ποιος ξέρει σε ποιο χωματόδρομο του ’40 τα παράτησε… Ναι; Αλήθεια; Μα έχεις και σκέτα ρούχα; Οπότε θα την παπουτσώσεις, πολύ χαίρομαι!!! Να, αυτή είναι η αγαπημένη μου, δεν ξέρεις πόσο πολύ έχω παίξει με αυτή!!! Σ’ αρέσουν, τις θέλεις;
Όχι, ούτε να το συζητάς! Δεν τις πουλάω, τις χαρίζω, σου τις χαρίζω. Είμαι σίγουρη πως θα βρουν καλή συντροφιά στο σπίτι σου και θα είναι χαρούμενες. Μόνο, αν μπορείς, να τις βάλεις όλες μαζί, στην ίδια βιτρίνα, έχουν συνηθίσει η μία την άλλη όλα αυτά τα χρόνια.
Θα φύγω, τώρα, λείπω ώρα από το σπίτι και κουράστηκα λιγάκι. Να τις προσέχεις και να τις αγαπάς. Μπορεί να κλάψουν μια σταλίτσα, έτσι που θα με δουν να τις αφήνω και να φεύγω, αλλά γρήγορα θα ξεχαστούν. Έχεις όμορφα και καλά μάτια, είδα μέσα τους εγώ. Στις εμπιστεύομαι με χαρά.»
Έβαλε, ξανά, τις κούκλες στη σακούλα τους, χαιρετηθήκαμε κι έφυγε. Καθώς την παρατηρούσα ν’ απομακρύνεται, σαν να άκουσα φωνίτσες μέσα από τη σακούλα. Την άνοιξα και έβγαλα, πάλι, τις κούκλες. Τις κάθισα στο τραπέζι, μπροστά μου. Η κοπελιά που έφερε τον δεύτερο καφέ μου, παρατήρησε πως ήταν πολύ όμορφες. «Είναι λίγο λυπημένες», της εξήγησα, «επειδή έφυγε η μαμά τους. Αλλά, τώρα, τις υιοθέτησα εγώ».
















