Πέντε κολλυβογράμματα

Χτες βράδυ ονειρεύτηκα τη νόνα μου τη Μαρουσώ. Ήρθε στον ύπνο μου με τη φαρδιά φούστα και το στενό, κοντό ζακετάκι της, με τη βαριά κοτσίδα των λευκών μαλλιών, πλεγμένο στεφάνι στο κεφάλι της. Καθόταν στην πολυθρόνα της, κάτω απ’ τη σκιά της κληματαριάς, στην αυλή του σπιτιού στο χωριό, όπως τη θυμόμουν από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.
Θάμουν 4-5 χρονών, καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι στα πόδια της, αυγουστιάτικο απομεσήμερο, με ένα ροδάκινο στο χέρι, να τρώω και να στάζουν τα ζουμιά στο γυμνό στήθος και στο κάτασπρο βρακάκι, πριν πέσουν στο χώμα και ζυμωθούν εκεί σε λάσπη ευωδιαστή, από μικρά δαχτυλάκια πατούσας πεισματάρικης.
Μιλούσε κι έπλεκε η νόνα μου, έπλεκε και μιλούσε. «Να μάθεις γράμματα, Μαρία μου, ευχή και κατάρα σου δίνω, να μάθεις γράμματα».
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα, κάθε απομεσήμερο κάθε καλοκαιριού. Εκείνο το καλοκαίρι που τη ρώτησα θάκλεινα τα δεκάξι. «Τόσα χρόνια, βρε νόνα, μου τριβελίζεις το μυαλό. Τόσος μεγάλος καημός σου είναι τα γράμματα;»
Κατέβασε τα γυαλιά χαμηλά στη μύτη της και με κάρφωσε με τα ζωηρά, πράσινα μάτια της. «Άκου με, Μαρία. Μεγάλη κοπέλα είσαι πια. Άκου με και θα καταλάβεις.
Εγώ σχολειό δεν πήγα, το ξέρεις. Άλλοι καιροί, άλλα μυαλά και το μυαλό του κύρη μου το πιο στενό απ’ όλα. «Δε χρειάζεται γράμματα το κορτσούδι», έλεγε. «Μόνο να μάθει να δουλεύει στο σπίτι και στο μποστάνι, να καλοπαντρευτεί και ν’ αναστήσει παιδιά. Δε χρειάζονται γράμματα για δαύτα».
Κι εγώ, τότενες, ζούδι ήμουνα, μη νομίζεις. Δεν κάτεχα πόσο μεγάλο πράμα είναι τα γράμματα, πως μισερός είσαι άμα δεν τα κουλαντρίζεις. Έλεγε κι η μάνα μου πως για καλό μου ήταν, πως δε θα χαλνούσα τα μάτια μου με τα διαβάσματα στο φως της λάμπας, καμάρωνα κι εγώ που δε φορούσα ματογυάλια σαν την Αναστασώ, τη θυγατέρα του δάσκαλου. Και σχολειό δεν πήγα, ούτε μια μέρα.
Και μετά ήρθε εκείνο το καλοκαίρι, που θάμουνα γύρω στα είκοσι κι όμορφη, Μαρία μου, αληθινά όμορφη. Παίρνανε και δίνανε τα προξενιά κι εγώ τα γύριζα πίσω, γιατί κανέναν δεν αγαπούσα, για κανέναν δε χόρευε η καρδιά μου. Μέχρι που τον είδα, κι άρχισε τρελό χορό.
Ήταν πρωτοξάδερφος της Αναστασώς. Ερχόταν τα καλοκαίρια, τον ήξερα, αλλά μόνο εκείνο το καλοκαίρι τον είδα μ’ άλλα μάτια: τα μάτια της ερωτευμένης γυναικός.
Και για να μη στα πολυλέω, πολύ αγαπηθήκαμε. Κάθε μεσημέρι που κοιμόταν ο κύρης μου, βρισκόμαστε στο ποτάμι. Και κάθε νύχτα στο γιοφύρι, ξέρεις, αυτό στο έμπα του χτήματος. Κάποιος μας είδε, τόπε του κύρη μου κι έγινε τούρκος. Μ’ έκλεισε στο κατώι και μόνο ψωμί και νερό άφηνε τη μάνα να μου δίνει.
Την πέμπτη νύχτα της φυλάκισής μου κάποιος πέταξε μια πέτρα στο δωμάτιο, απ’ το μικρό φεγγίτη. Πετάχτηκα απ’ το στρώμα τρομαγμένη κι έφερα τη λάμπα ένα γύρω να δω. Τη βρήκα κοντά στο τραπέζι κι είχε ένα χαρτί τυλιγμένο γύρω της. Ένα τσαλακωμένο χαρτί ήταν, γιομάτο γράμματα, από πάνω ίσαμε κάτω. Γράμματα που δεν μπορούσα, που δεν ήξερα να διαβάσω.
Δεν έμαθα τι έγραφε, παρά όταν ήταν πολύ αργά. Εκείνος είχε φύγει κι ο κύρης μου μ’ ελευθέρωσε. Δικιά του ήταν η γραφή και μου τη διάβασε η Αναστασώ. Μούγραφε πως θα έφευγε και πως ήθελε να πάω μαζί του κι αν τόθελα κι εγώ νάβαζα τη λάμπα στο φεγγίτη, να τη δει και νάρθει να με πάρει από του κύρη μου τη φυλακή.
Εκείνος δεν είδε ποτέ τη λάμπα μου να φέγγει τη νύχτα κι εγώ δεν έμαθα ποτέ πως ξενυχτούσε κάθε βράδυ περιμένοντας, κρυμμένος πίσω από την καρυδιά. Δεν ξανάρθε στο χωριό κι εγώ, τον επόμενο χρόνο, δέχτηκα τα προξενιά που μούστειλε ο παππούς σου. Δεν παραπονιέμαι, καλή ζωή έζησα κοντά του, όμως –κι ας με σχωρέσει ο Θεός- σαν τον άλλον ποτέ δεν τον αγάπησα.
Κι ακόμα κλαίω, καμιά φορά τα βράδια, Μαρία μου. Κλαίω τη λάμπα που δεν άναψε, την αγάπη που δεν έζησα, τη ζωή που έχασα για πέντε κολλυβογράμματα. Γι αυτό σου λέω, κοίτα να μορφωθείς εσύ. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θ’ αποφασίσει η αγάπη να σου πέψει γραφή».
Χτες βράδυ ονειρεύτηκα τη νόνα μου τη Μαρουσώ. Ήρθε στον ύπνο μου με τη φαρδιά φούστα και το στενό, κοντό ζακετάκι της, με τη βαριά κοτσίδα των μαύρων μαλλιών, πλεγμένο στεφάνι στο κεφάλι της. Ήταν κλεισμένη στο κατώι του σπιτιού της, κρατούσε ένα τσαλακωμένο χαρτί και το διάβαζε. Κι ύστερα, σκαρφάλωσε σ’ ένα καφάσι και στήριξε τη λάμπα στο περβάζι του φεγγίτη. Και χαμογελούσε και το πρόσωπό της έφεγγε πιότερο κι απ’ τη λάμπα, πιότερο κι απ΄το γεμάτο φεγγάρι που κρεμόταν πάνω απ’ το σπίτι.
(Σου διάβασα το «Στόπα και στο ξαναλέω» που ζήτησε η Λουΐζα Κορνάρου. Το ακούς ΕΔΩ με τη φωνή της Μαρίζας Κωχ, όμως η δική μου η έμπνευση ήρθε από την τελευταία στροφή του τραγουδιού, όπως το λέει ο ακατονόμαστος).

















Γι’ αυτό σ’ αγαπάω
Κυρία Ντόλυ πολύ με συγκινήσατε…
Συγκινητικότατη ιστορία…
υγ…έχετε πρόσκληση
Με θυμάμαι αραχτή στον καναπέ με την πρωτοκοράκλα μου 20 ημερών στο στήθος μου να τη θηλάζω - ν΄ ακούω αυτό το τραγούδι στο ραδιόφωνο και να ρίχνω το απίστευτο κλάμα …
Ενα γλυκόπικρο και συνάμα λυτρωτικό κλάμα .
Το φχαριστιόμουνα τρελά - πάει με θηλασμό - εξαιρετικά !!!!!
Με γδέρνει ακόμα αυτό το μινόρε …
Καλημέρα
μα να σε εμπνέει ο ακατανόμαστος?!?
ντροπή!
Υ π έ ρ ο χ ο !
(Το διάβασα μόλις το ανέβασες και πολύύύ συγκινήθηκα!)
Βρε Νίνα, είναι καταπληκτικό αυτό που κάνεις με το “ξανα”διάβασμα των τραγουδιών, στο έχω ξαναπεί, αλλά με συγκινούν πάντα οι ιστορίες σου αυτές που είναι δικές σου και δικές μας, δικές σου και αυτού που σου ζητά να του “διαβάσεις” έτσι το τραγούδι του, δικές σου και δικές μας που τις διαβάζουμε, όπως θέλουμε κι εμείς…
@Alepou, εγώ νόμιζα πως με αγαπάς γιατί είμαι πλάσμα μοναδικό, ξεχωριστό, πανέμορφο, πανέξυπνο και καλότατο!!!
@Μεγαλειοτάτη, πάντα χαιρόμαστε όταν το επιτυγχάνουμε αυτό!
@ΑνΛου, την είδαμε, θα ανταποκριθούμε πάραυτα!
@Άννα, και με θηλασμό πάει, και με χωρισμό πάει, και με ταξείδι πάει, με όλα πάει! Σαν την κόκα κόλα ένα πράμα… Φιλί σ’ εσάς και τις κοράκλες!
@Κροτ, ΔΕΝ με εμπνέει ο ακατονόμαστος, η τελευταία στροφή του τραγουδιού του με ενέπνευσε. Τς…
@Καθημερινή μου αποθέωση, τί θα έκανα χωρίς εσάς;
@Σκαλιδάκι, πολύ χαίρομαι που σ’ αρέσουν τούτα ‘δω!
Το καλότατο επίτηδες το έβαλες ε;
@Alepou, ναι! Εϊναι το αντίθετο του “κακιασμένο”.
Να ενας ακομη λογος να ξεστραβωθω!
@Kάβειρε, ε, όσο για να διαβάσετε ένα ραβασάκι θα τα κουτσοκαταφέρνετε, φαντάζομαι!
Ω σιόρα Νίνα μου, μ’ εφκειά τη νόνα τη Μαρουσώ με κάματε κι εθυμήθηκα τη δικιάνε μου νόνα! Γλυκές γυναίκες! Διαβάζανε τον καιρό, διαβάζανε τα μάτια, διαβάζανε τση καρδιές χωρίς ερόρε. Ξέρανε να στιμάρουνε με σένσο και σιλέντσιο.
Υ.Γ. Ορπίζω, καλή κυρά τση γραφής, απόψε που θα γείρω, να μου ‘ρτει και στο δικόνε μου ύπνο η νόνα μου, γιατί η σκιά τση (κι η ευκή τση) πολύ μου ‘λειψε.
Υ.Γ2. Τι όμορφος ο πίνακας του Λύτρα! Εφκειό το φιόρο το μπιάνκο, πόσο τονίζει το τέντωμα τση κοπελιάς, πώς ακομπανιάρει σαν σύδαυλο το ασπέτο τση. Σπολάτη, κυρά μου για το συνταίριασμα!
@Lardigos, τί όμορφο ήταν τούτο το σχόλιο!!!!
Βρε την νονα την ερμη τι επαθε…Κριμα! Πολυ με αρεσε το κειμενο,πολυ.
φιλι
@Φαραώνα, φιλί μεγαλύτερο! (τη μεζούρα, το αλτζχάιμέρ μου μέσα!!!)
Για μένα τραγουδούσες κι εγώ έλειπα;
Λοιπόν, το τραγούδι αυτό το πρωτάκουσα μικρή, αναμεσα σε μπάσα και ηλεκτρικούς ήχους και τρύπωσε στην πλάτη μου χωρίς να καταλάβω πως, φέρνοντάς μου πάντα ένα ρίγος. Το ίδιο ρίγος που μου προκαλούν και οι μικρές αφαιρέσεις στην αριθμητική, όπως π.χ :3-1 ή 4-2. Δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να το εξηγήσω, μου άρεσε αυτή η συγκίνηση.
Οι γυνάικες που διάλεξες κι η ιστορία που έφτιαξες, έχουν την καμπύλη αυτών των μικρών αφαιρέσεων. Ευχαριστώ θερμά.
@Λ.Κ., την επόμενη φορά που θα σας τραγουδήσω θα χρησιμοποιήσω και το μικρόφωνο, για να μ’ ακούσετε!
Φυσικά με τα αν δεν γράφεται η ιστορία.
Από την άλλη αν δεν ζήσεις πώς να ξέρεις!!
Σωστό κι αυτό.
Δεν είναι όμως πολλές οι φορές -ίσως και οι περισσότερες- που αυτό το “αν” τροφοδοτεί το όνειρο και δίνει νόημα στη ζωή;
Να πω για την αφήγηση; Λίγα θα πω, άρα δεν λέω…
Καλησπέρα
@Σωτήρη, μπορεί… Αλλά εξίσου μπορεί αυτό το “αν” να στην τρώει τη ζωή και να μην σ’ αφήνει να τη χαρείς όπως έρχεται.
Καλησπέρα και σ’ εσένα.
αν,(!) συμβεί αυτό, δεν θα ήταν αβάσιμο να εικάσει κανείς, πως και στην αντίθετη περίπτωση, η μιζέρια θα είχε πάρει τη θέση του ονείρου…
@Σωτήρη, εντάξει, σωστό και αυτό, αν και προσωπικά θα αντικαθιστούσα το “μιζέρια” με το “λύπη¨.