Αίτηση για Νυχτερινή Έξοδο με Αγόρια
Αγαπητοί αναγνώστες και αναγνώστριες,
Σας είναι, πλέον, γνωστός ο κοινωνικός χαρακτήρας του βλογ τούτου καθώς και το γεγονός ότι μετέρχεται παντός είδους μεθόδων προκειμένου να συμβάλει στην ομαλότητα, εμπιστοσύνη, καλή συνεννόηση και αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των μελών ενός ζευγαριού.
Είναι αλήθεια, αγαπητοί, πως έρχονται φορές στη ζωή δύο ανθρώπων που συμβιώνουν που, ο ένας από αυτούς, αισθάνεται έντονα την ανάγκη να συναγελασθεί με άτομα του ιδίου, με αυτόν, φύλου.
Με εμάς τις γυναίκες τα πράγματα είναι απλά και απολύτως επιτρεπτά. Το πρόβλημα κάνει την παρουσία του όταν ο καλός μας θέλει να βγει με «τα παιδιά» (ενίοτε αποκαλούμενα ως «τα αγόρια»).
Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται: είσαι εκ προοιμίου σίγουρη ότι η έξοδος θα περιλαμβάνει -το λιγότερο- αλκοόλ και πουτάνες. Και τότε αντιμετωπίζεις το μεγάλο δίλημμα: του το επιτρέπεις ή όχι; Αν κάνεις το μέγα σφάλμα να πεις «άσε τα σάπια, καλό μου, έχουμε πέντε μπουκάλια ουΐσκυ στο σπίτι και ξέρω κι εγώ να σου πάρω πίπα», κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς (από αυτόν και «τα αγόρια») ως: μέγαιρα, σκύλα, καταπιεστική, αρχιδοζουλήχτρα, ευνουχίστρια, μαλάκω, γαμώ την ώρα και τη στιγμή που σε γνώριζα και άλλα παρεμφερή (η σειρά είναι απολύτως ενδεικτική και ενδέχεται να εναλλάσσεται). Αν τον αφήσεις να βγει άνευ όρων, διατρέχεις τον κίνδυνο να στον φέρουν, τα άλλα ρεμάλια, λιάδα απ’ το ποτό και- το χειρότερο όλων- με σημάδια κραγιόν στον «μικρό» (σε μια εντελώς λαϊκή απόχρωση, εννοείται, που εσύ δεν θα τη φόραγες ΠΟΤΕ, καθώς το γούστο σου είναι μακράν καλύτερο). Τι κάνεις λοιπόν; Επιτρέπεις την έξοδο, ΑΛΛΑΑΑΑΑΑΑ με προϋποθέσεις. Και για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις και παρανοήσεις, κάποιες σκέφτηκαν πριν από μας για μας. Ιδού η «Αίτηση για Νυχτερινή Έξοδο με Αγόρια», η οποία, θαρρώ, πως καλύπτει όλες τις παραμέτρους. Εκτυπώστε τη και χρησιμοποιείστε τη. Εννοείται, ΟΧΙ παραπάνω από μια φορά το μήνα, έτσι;
(έφτασε ως εμένα με το e-mail, διαδώστε τη αρμοδίως)
Η δολοφονία της Sylvia Marie Likens - I

Φεγγάρι μου πούσαι ψηλά και χαμηλά κοιτάζεις
Και που φωτίζεις το blogroll, τα RSS, τις λίστες
Ρίξε το φως σου κι εδώ να, στο φτωχικό μπλογκάκι
Να λάμψει το ταλέντο ΤΟΥ που καρτερεί στη μπούκα.
Δώδεκα μήνους τόκρυβε, να μην του το ματιάσουν.
Το έπλυνε, τ’ αλάτισε, τόβαλε και στο μούσκιο
Και τώρα φτάνει η στιγμή που θα το φανερώσει.
Βαράτε κλαπατσίμπαλα ν’ ανοίξει η αυλαία
Να ξεμπουκάρει στο «Έγκλημα» και όποιον πάρει ο Χάρος.
Δεν είν’ η Composition Doll, μήτε ο πολύς ο Ράγκος
Ο Kopoloso είναι, ο Μaitre, και έγκλημα έχει γράψει.
Δώδεκα μήνους τόγραφε, το στόλιζε με λέξεις
Φωτογραφίες εύρισκε, από τις φρικαλέες
Κι ευθύς σαν το τελείωσε το έστειλε στο μπλόγκι.
Μην έγραψε για άλιεν, μην έγραψε για ζόμπι;
Μην έγραψε για μηχανές κιμά οπού σκουριάσαν;
Μηδέ για άλιεν έγραψε, μηδέ και για τα ζόμπι
Και μηχανές δεν είχανε στο έγκλημα ετούτο.
Μια κοπελίτσα σκότωσαν, μια χούφτα καλοπαίδια
Το πρώτο μέρος σήμερα, μα έχει και συνέχεια
Αργά να το διαβάζετε για να μας ε-φτουρίσει.
Κι ο Kopoloso σίγουρα θα μας ανατριχιάσει.
***
Στις 26 Οκτωβρίου 1965, ένας έφηβος τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα της Ινδιανάπολις και με νευρική φωνή, ανέφερε το θάνατο ενός κοριτσιού. Ο άγνωστος νεαρός, κατηύθυνε τους αστυνομικούς στον αριθμό 3850 της East New York Street όπου, όπως ισχυρίστηκε, θα έβρισκαν το πτώμα.
Όταν οι αστυνομικοί έφθασαν στο διώροφο ξύλινο σπίτι, βρήκαν τη 16-χρονη Sylvia Marie Likens να κείτεται νεκρή σ’ ένα βρώμικο στρώμα, που αποτελούσε τη μοναδική επίπλωση ενός από τα υπνοδωμάτια του επάνω ορόφου.
Στο “Έγκλημα και Τιμωρία” έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε το πρώτο από τα τρία μέρη της ιστορίας της, δια χειρός Kopoloso. Μην το χάσετε!
Το βατραχάκι
Ήταν ένας τύπος του οποίου η γυναίκα είχε τα γενέθλια της. Γνωρίζοντας ότι της αρέσουν τα ζωάκια, πηγαίνει σε ένα πετ σοπ. Έχοντας δει πολλά ζώα, παίρνει το μάτι του και ένα βατραχάκι.
- Αυτό εδώ πόσο κοστίζει;
- Ξέρετε, το συγκεκριμένο ζωάκι είναι ξεχωριστό και κοστίζει 300 ευρώ, λέει ο πωλητής.
- Τόσο πολύ, γιατί;
- Ξέρετε, το συγκεκριμένο βατραχάκι κάνει πολύ καλές πίπες, λέει ο πωλητής.
Χωρίς να το σκεφτεί ο τύπος το αγοράζει. Το πάει στη γυναίκα του για δώρο, χωρίς εκείνη να εντυπωσιαστεί πολύ. Κάθε μέρα ο τύπος σχολώντας από τη δουλειά, έπαιρνε το βατραχάκι και πήγαινε στην τουαλέτα. Αυτό γινόταν αρκετό καιρό και η γυναίκα του είχε
παραξενευτεί. Μια μέρα λοιπόν την έστησε πίσω από την πόρτα για να κρυφακούσει. Ακούει λοιπόν:
- Ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι, το σοτάρουμε σε λίγο λάδι και αφού το βάλουμε στην κατσαρόλα το ανακατεύουμε αργά. Ακούει αυτά η γυναίκα του και μπαίνει αιφνιδιαστικά στην τουαλέτα. Βλέπει το βατραχάκι να παίρνει πίπα στον άνδρα της και εκείνος να του διαβάζει τον τσελεμεντέ. Γυρίζει λοιπόν και της λέει:
- Έτσι και το μάθω και να μαγειρεύει, έχεις πάρει τον πούλο.
(ήρθε με e-mail)
Ελλήνων Πάσχα
Ποιός είναι ο Cesare Lombroso

O Cesare Lombroso (1835 – 1909), ιταλός πανεπιστημιακός καθηγητής και εγκληματολόγος, έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις μελέτες και τις θεωρίες του πάνω στο πεδίο της χαρακτηρολογίας ή, αλλιώς, της σχέσης ανάμεσα στα πνευματικά και στα σωματικά χαρακτηριστικά. Τόνισε τη σημασία της επιστημονικής μελέτης του εγκληματικού μυαλού, η οποία αργότερα έγινε γνωστή ως εγκληματολογική ανθρωπολογία.
Στο “Έγκλημα και Τιμωρία” ξεκινάει μια νέα ενότητα με τίτλο “Ποιός είναι”. Σ’ αυτήν θα γνωρίζουμε ανθρώπους που συνδέονται, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, με το έγκλημα. Η αρχή γίνεται με το άρθρο της Μαίρης Μαρούλη για τον Lombroso.
Ο πεσμένος της Γκερνίκα
*****
Το blog συμμετέχει στην επέτειο του βομβαρδισμού της Γκερνίκα, αναδημοσιεύοντας ένα παλιότερο ποστ.
*****
Ξύπνησε μόνος στο δωμάτιο του Van Gogh στην Arles. Δεν θυμόταν πως είχε βρεθεί εκεί. Το μόνο που θυμόταν ήταν η προηγούμενη νύχτα, έναστρη και κατάφωτη. Είχαν πιει κάμποσα pastis σ’ εκείνο το καφέ, καθισμένοι στα τραπεζάκια τα αραδιασμένα στον μικρό, λιθόστρωτο δρόμο. Ο ζωγράφος, που κατοικούσε το δώμα του Van Gogh, του μιλούσε διαρκώς. Εκείνος μόλις που άκουγε. Η Juana και το μωρό είχαν μείνει πίσω. Ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε.
Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό? Πώς άντεξε να τους αφήσει? Γιατί αφέθηκε να τον πείσουν ότι έπρεπε να πάει στη Γαλλία? Και χτες, Πρωτομαγιά, έφτασαν τα νέα. Η Γκερνίκα είχε ισοπεδωθεί από τις βόμβες των Ναζί, τέσσερις μέρες πριν, στις 26 του Απρίλη. Και η Juana με το μωρό τους ήταν εκεί.
Ένοιωσε να τον πνίγει το μικρό δωμάτιο. Βγήκε. Έξω η έρημος του Dali. Ένα κορίτσι βάδιζε μπροστά του κι ο Άγιος Αντώνιος ξόρκιζε τους πειρασμούς του. Άκουσε το ποδοβολητό ξετρελαμένων ελεφάντων και στο βάθος πέρασε ο Δον Κιχώτης με τον Σάντσο Πάντσα. Ο χρόνος μετριέται σε λειωμένα ρολόγια και η μνήμη εμμένει. Βιαζόταν. Έπρεπε να φτάσει στη Γκερνίκα, στη Juana και στο μωρό. Προσπέρασε αδιάφορος τους αγγέλους του Millet. Δεν πρόσεξε το φέρετρο του μικρού παιδιού ανάμεσά τους.
Και ξαφνικά την είδε. Η σπαραγμένη απ’ τον εμφύλιο Ισπανία ήταν εκεί, με τις ψυχές των αθώων τριγύρω της. Έπρεπε να φτάσει, να είναι μαζί με τη Juana. Και το μωρό.
Άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά της ύπαρξής του. Μιας ύπαρξης κενής και ανούσιας χωρίς τους αγαπημένους του. Τι να τον κάνεις τον αγώνα χωρίς κίνητρο? Για ποιόν ν’ αγωνιστεί? Το μωρό είχε χαθεί. Ανέβηκε ψηλά, πιο ψηλά, πιο ψηλά. Θρήνησε σπαρακτικά, με λύσσα. Και γκρέμισε την ψυχή του.
Τα κατάφερε. Έφτασε στη Γκερνίκα. Είναι ο πεσμένος. Πάνω από το κεφάλι του κλαίει η Juana με το μωρό στην αγκαλιά. Είναι πάλι μαζί. Για πάντα. Αθάνατοι.
Μεγάλη Παρασκευή
Στο Νησί από χθες το απόγευμα, αρκετά νωρίς για κάνουμε μια γρήγορη καθαριότητα και τον απαραίτητο πασχαλιάτικο στολισμό. Μη φανταστείτε τίποτα σπουδαίο, κεριά κυρίως, σε διάφορα χρώματα κι αρώματα και καλή διάθεση, απαραίτητη για να περάσεις καλά.
Αν και είναι ο τρίτος χρόνος που έχω το σπίτι στο Νησί, είναι μόλις το δεύτερο Πάσχα που θα περάσω εδώ. Πέρυσι ήμουν αλλού…
Η φύση εδώ είναι πανέμορφη και ανυπομονώ για τον αποψινό εκκλησιασμό. Πάντα πηγαίνω στην εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή, όχι για το θρησκευτικό μέρος της τελετουργίας, αλλά για το καθαρά λαογραφικό, καθώς και για την υπέροχη ατμόσφαιρα. Μ’ αρέσει να είμαι σε κάποια εκκλησία, σε μέρος εξοχικό, και να παρακολουθώ τη λειτουργία πάντα από το προαύλιο της εκκλησίας, ακόμα κι αν το κρύο είναι τσουχτερό. Εκεί, με το φως από το κερί να τρεμοπαίζει μπροστά στο πρόσωπό μου, απολαμβάνω τον Επιτάφιο Θρήνο με μάτια κλειστά, ρουθούνια ολάνοιχτα στις μυρωδιές της άνοιξης που κατακλύζουν τη νύχτα, και την καρδιά και το μυαλό στραμμένα στους ανθρώπους που αγαπώ.
Έτσι κι απόψε, θα πάμε με τους φίλους να κοινωνήσουμε της μαγείας της Μεγάλης Παρασκευής και να ακούσουμε το «Αι γενεαί πάσαι» από την υπέροχη γυναικεία χορωδία της εκκλησίας του Άη Νικόλα, εδώ στο Νησί.
«Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον τους δούλους».
Και μετά στου Λευτέρη, στο «Ακρογιάλι», για το τελευταίο δείπνο με νηστίσιμα, θαλασσινά δηλαδή.
Κι αύριο θ΄ αναστήσουμε.



















