Archive for Μαρτίου 17th, 2008
Τυχερή Μικέλα!

H Γαρουφαλιά σφουγγάρισε το τελευταίο σκαλοπάτι, άφησε σφουγγαρίστρα και κουβά δίπλα στην πόρτα και βγήκε να ξαποστάσει στην πρασιά της πολυκατοικίας. Κάθισε σ’ ένα πεζούλι κι έβγαλε ένα πακέτο Καρέλια από την τσέπη της ρόμπας της. Άναψε ένα τσιγάρο και λιαζόταν μέχρι να στεγνώσει η σκάλα και να μπορέσει ν’ ανέβει. Τρεις φορές την εβδομάδα έκανε τη σκάλα αυτής της πολυκατοικίας. Είχε άλλες επτά και τα έφερνε βόλτα. Τώρα πια δεν είχε ανάγκη από πολλά πράγματα, χρειάζονταν όμως λίγα ένσημα ακόμα για να βγει στη σύνταξη. Αυτασφάλιση έκανε, πάλι καλά που της είχε ανοίξει τα μάτια εκείνη η δικηγορίνα και θα έπαιρνε μια ψευτοσυνταξούλα σ’ ένα χρόνο.
Η Μικέλα εμφανίστηκε φορτωμένη σακούλες από το σούπερ μάρκετ. Ήταν η φιλιππινέζα οικιακή βοηθός της κυρίας του πέμπτου. Ήδη 40 χρονών, αλλά δεν έμοιαζε πάνω από 25. «Τι άτιμη φάρα», σκέφτηκε η Γαρουφαλιά, «δε γερνάνε οι ρουφιάνες!»
«Έλα εδώ, μωρή Μικέλα, έχω σφουγγαρίσει, μη μου γεμίσεις τον τόπο πατημασιές. Κάτσε εδωνά, δίπλα μου. Κάνε τσιγάρο. Κάνε λέω, δεν είναι εδώ η κυρά σου να σε μαλώσει, μη φοβάσαι, δεν θα το πω πουθενά. Τι θα μαγερέψεις σήμερα? Εγώ έκανα ψες βράδυ κοτόπουλο με τις μπάμιες, αρέσει στο γέρο μου. Φάγαμε ψες, θα φάμε και σήμερα το μεσημέρι. Για το βράδυ έχει ο Θεός, κάτι θα του ψήσω. Είναι λιχούδης ο γέρος μου, κάθε μέρα θέλει κι άλλο φαΐ.
Ααααχ, μ’ έχει πεθάνει η μέση μου, με σακατεύουν οι σκάλες. Αλλά τι να κάνω? Βλέπεις, τόσα χρόνια στα ξένα χέρια, δουλικό απ’ τα δεκαπέντε μου, και καμιά από τις κυράδες μου δεν φρόντισε για τα γεράματά μου. Εγώ δεν ήξευρα, ζώο ήμουνα, απ’ το χωριό του πατέρα μου κι απ’ την αγκαλιά της μάνας μου μπήκα στο πρώτο σπίτι. Αλλά αυτές? Οι κυρίες του κόσμου, οι μορφωμένες? Δεν ήξευραν για ΙΚΑ μίκα και λοιπά? Ήξευραν, Μικέλα, αλλά έκαναν τα παγώνια. Κοίταζαν να βγάλουν απ’ τη μύγα ξύγκι. Κι εγώ ήμουνα η μύγα. Εσείς σήμερα την έχετε καλά. Σας ντύνουνε, σας ταΐζουνε, σας ποτίζουνε, έχετε τα ρεπά σας, σας παίρνουνε στις εξοχές, ζάχαρη περνάτε. Εμένα ρώτα να σου πω, πώς περνάγαμε τότε. Του λιναριού τα πάθη τα ξεύρεις? Ε, αυτά περνάγαμε!
Κι έχετε και τόσες ευκολίες: στιρέλες, σκούπες ‘λεκτρικές, ένα σωρό αυτόματα πράματα για την κουζίνα. Να σε δω, μωρή Μικέλα, έτσι πού ’σαι μια σταλιά, να κουβαλάς τον πάγο για το ψυγείο. Να σε δω να παγαινοφέρνεις τα ταψά με τα κρέατα στο φούρνο της γειτονιάς και να σου πέφτουνε τα χέρια και η μέση από το βάρος. Να σε δω να σφουγγαρίζεις στα τέσσερα όλο το σπίτι, δυο φορές τη μέρα. Να σε δω με τα χέρια πληγιασμένα από τις αλισίβες και τις κόλες για τα πουκάμισα. Τυραννία και ταλαιπώρια, Μικέλα. Τυραννία και ταλαιπώρια.
Πρώτη να ξυπνάς στο σπίτι και τελευταία να κοιμάσαι. Και να μην έχεις αναπαμό όλη τη μέρα. «Γαρουφαλιά εκείνο… Γαρουφαλιά το άλλο…. Γαρουφαλιά κι ετούτο…». Ούτε να φαρμακώσω δε μπόραγα. Τρώγανε όλοι στην τραπεζαρία κι εγώ στην κουζίνα, μπας και τους μολύνω το τραπέζι. Αλλά κι εκεί στην ησυχία μου δε μ’ αφήνανε. Πότε με φωνάζανε για νερό, πότε για κρασί, πότε για συμπλήρωμα, μια ο κύριος να πεταχτώ στο περίπτερο να του πάρω την Ακρόπολη, μια η κυρία να πάω στη Σταθούλα την κομμώτρια να της πω να περάσει να της φρεσκάρει το χτένισμα. Σαν το Βέγγο στις ταινίες έτρεχα ολημερίς. Τον ξέρεις το Βέγγο, μωρή Μικέλα? Ε, σαν αυτόνε.
Όλη μέρα να τους φροντίζω, να τους γνοιάζομαι σαν εδικούς μου, να τους μαγερεύω, να καθαρίζω τις βρωμιές τους, να σκεπάζω τις πομπές τους, να είμαι κερί αναμμένο. Κι αυτοί ποτέ δε με κοιτάξανε στα μάτια. Παράπονο τόχω, μωρή Μικέλα, μια φορά, μόνο μια να με βλέπανε σαν άνθρωπο. Μιλάγανε για μένα σα να μην ήμουνα μπροστά, σα να μην άκουγα, σα να μην είχα αισθήματα. Και ξες ποιο με φαρμάκωνε περισσότερο απ’ όλα? Το ότι δε μου επιτρέπανε να μπω στο μπάνιο του σπιτιού, παρά μόνο για να το καθαρίσω. Στο πλυσταριό με στέλνανε για το ψιλό και το χοντρό μου και για να πλυθώ. Στο πλυσταριό στην ταράτσα, ακούς? Να ’ναι χειμώνας τώρα, να βρέχει και να χιονίζει κι εγώ να πρέπει να ανεβαίνω νυχτιάτικα στις ταράτσες. Το σκυλί στο σπίτι τα ‘κανε και τα μάζευα, αλλά εγώ έπρεπε ν’ ανεβαίνω στο πλυσταριό. Ά, βρε Μικέλα τυχερή, που κάνεις και αφρόλουτρα!
Και το βράδυ, πια, έπεφτα κατάκοπη στο κρεβάτι μου και ξεραινόμουνα. Στο πιο μικρό και σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού. Αλλά δε μ’ ένοιαζε, ήτανε δικό μου και τις νύχτες, τουλάχιστο, μ’ αφήνανε ήσυχια. Αν και ξεύρω ότι άλλες δεν τις αφήνανε ούτε τις νύχτες. Αν καμιά μας ήτανε ομορφούλα και φρέσκια, τη βατεύανε τ’ αφεντικά, πατεράδες και γιοι. Ευτυχώς, εγώ τέτοια ρεζιλίκια δεν έπαθα, αλλά ξεύρω άλλες που τα περάσανε. Και σπείρανε και μούλικα στα ορφανοτροφεία, αγνώστου, λέει, πατρός. Μωρέ τι αγνώστου, του κύρη τους ήτανε. Και μετά τις λέγανε πουτάνες και τις πετούσανε στο δρόμο. Ε, οι περισσότερες αυτό γίνανε στο τέλος. Λυπησιάρικες ιστορίες, Μικέλα. Λυπησιάρικες κι αληθινές.
Μέχρι το ’70 ήμουνα εσωτερικιά σε σπίτια. Μετά παντρεύτηκα το γέρο μου και με σταμάτησε. Δούλεψα πάλι στα σπίτια αλλά μεροκάματο. Καλύτερα ήταν έτσι, το απόγεμα ήμουνα εγώ κυρά στο σπίτι μου. Μόνο αυτά τα ένσημα, που δε μου κολλάγανε, να μην ήτανε… Θάχα βγει στη σύνταξη εδώ και χρόνια. Αλλά δε βαριέσαι, κοντεύω, ένας ψωριάρης χρόνος έμεινε, θα τον φάω. Και μετά να δεις μεγαλεία, μωρή Μικέλα. Θα πάρω το γέρο μου και θα πάω στο χωριό. Εκεί να πεθάνουμε βλέποντας τον ήλιο να κρύβεται πίσω απ’ το βουνό. Ομορφιές, Μικέλα, ομορφιές!
Άντε, πάμε, στέγνωσε η σκάλα, πρέπει να πάω και στη διπλανή πολυκατοικία. Δωσ’ μου δυο σακούλες να σε βοηθήσω. Δωσ’ μου λέω, αντέχω ακόμα. Σε ζάλισα με δαύτες τις ιστορίες γι’ αγρίους, ε? Για λέγε, λοιπόν, τι θα μαγερέψεις σήμερα? Εγώ έχω κοτόπουλο με τις μπάμιες από ψες.»
*Γράφτηκε για το Φιλοξενείο και ανέβηκε εκεί στις 22/1/2007.
















