Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο
«…θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
… βεργούλες και με δείρανε…
…Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.
Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες».
Κατερίνα Γώγου

Στις 25 Φεβρουαρίου του 1973, ο Νίκος Κοεμτζής, από το Αιγίνιο της Πιερίας, κοντά στην Κατερίνη, μικροκακοποιός και γιος κομμουνιστή, με μικρή πολιτική δράση και ο ίδιος, σκοτώνει τρεις ανθρώπους και τραυματίζει άλλους έξι σε νυχτερινό κέντρο και λίγο αργότερα καταδικάζεται σε θάνατο. Η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια δεσμά και τελικά αποφυλακίζεται -πλήρως μεταμελημένος- με βούλευμα 23 χρόνια αργότερα.
Πέντε χρόνια μετά το πολλαπλό φονικό, το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα κάνει την ιστορία του Κοεμτζή τραγούδι στο δίσκο του «Ρεζέρβα». Κατά τη γνώμη μου, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο» αποτελεί ένα από τα κορυφαία τραγούδια του Νιόνιου που, όμως, η θεματολογία και η μεγάλη του διάρκεια δεν του επέτρεψαν να ακουστεί πολύ και να γίνει επιτυχία. Το τραγούδι διαρκεί 15 λεπτά περίπου και γραμμένο καταλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 90 στίχους –χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένας ως ρεφραίν. Πιστεύω πως δεν θα μπορούσε –και δεν θα έπρεπε- να είναι πιο σύντομο.
Θεωρώ πως καμία βιογραφία του Κοεμτζή δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα, από αυτό το ελεγειακό τραγούδι-ποταμό του Σαββόπουλου, την προσωπική και οικογενειακή ιστορία του Κοεμτζή, την ψυχική του κατάσταση την ώρα του μακελειού αλλά και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της εποχής, που οδήγησε σε αυτό.
Όταν ο Κοεμτζής «έβγαλε τη φαλτσέτα και θέρισε» ήμουν 13 χρονών και θυμάμαι πολύ καλά το περιστατικό, καθώς και το τραγούδι για το οποίο υποτίθεται πως έγινε. Δεν ήταν άλλο από τις «Βεργούλες» ή «Τα δυο σου χέρια πήρανε» του Μάρκου Βαμβακάρη. Από τον τύπο της εποχής το έγκλημα παρουσιάστηκε αποκλειστικά ως ποινικό, χωρίς να αναφερθούν οι πολιτικές του διαστάσεις. Ακόμα και ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αριστεράς, το μεγαλύτερο ενδεχομένως, αρνήθηκε να δει το πολιτικό μέρος του θέματος και περιορίστηκε να χαρακτηρίσει την ενέργεια του Κοεμτζή ως «τυπική αντίδραση ενός λούμπεν στοιχείου». Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια, να ακούσουμε το τραγούδι του Σαββόπουλου, να δούμε και την «Παραγγελιά», του 1980, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Παύλου Τάσιου, για να αντιληφθούμε την ιστορία του Κοεμτζή στις πραγματικές της διαστάσεις. Τον Νίκο Κοεμτζή υποδύθηκε ο Αντώνης Αντωνίου και τον μικρότερο αδελφό του Δημοσθένη ο Αντώνης Καφετζόπουλος.
Πιο κάτω παραθέτω ολόκληρο το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» του Διονύση Σαββόπουλου. Οι φράσεις με τα κόκκινα γράμματα δεν ακούγονται στο τραγούδι, αφού η λογοκρισία της εποχής ζήτησε την αφαίρεσή τους. Στη θέση τους στο τραγούδι υπάρχουν κάποιοι ήχοι, σαν κι αυτούς που ακούγονται όταν βάζουμε να παίξει πολύ γρήγορα ένα ηχητικό απόσπασμα. Αν κάποιος γυρίσει ανάποδα το βινύλιο ή έστω παίξει με κάποιο πρόγραμμα ανάποδα το σημείο αυτό στον Η/Υ, θα ακούσει τις φράσεις που κόπηκαν, καθώς και αποσπάσματα από κάτι που μοιάζει με παιδικό παραμύθι με φράσεις όπως «Βρισκόμαστε στη Φαρμακοχώρα κι εγώ είμαι η Ασπιρίνη, ίσως να με έχετε ακουστά», και επίσης φράσεις από τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά προγράμματα και διαφημίσεις. Ευφυώς ο Σαββόπουλος επέλεξε να ντύσει μουσικά την αφήγησή του με ένα ζεϊμπέκικο (αφού για ένα ζεϊμπέκικο έγινε το φονικό), πειραγμένο και πολύπλοκο όμως σε αρκετά σημεία, με μια ιδιαίτερη ενορχήστρωση, αφήνοντας παράλληλα το Θανάση Πολυκανδριώτη να κεντά με το μπουζούκι του αυτά που δε μπορεί να πει η γλώσσα για αυτόν τον μυστήριο χορό.
Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο
Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης
Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-
Γεννήθηκε σ’ ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη…
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.
Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ’ το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ’ τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ’ τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.
Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ’ την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν’ η παρανομία.
Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας
Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ’ την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού ‘παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!
Κι απ’ την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι οι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.
Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ’ ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν’ ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ’ αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»
Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο
«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.
Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.
Έξω απ’ την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το ‘χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.
Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»
Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο
Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν’ ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.
Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα ‘δινε σ’ αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού ‘ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του ‘δωσε μια με ένα καδρόνι…
Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν, μιαν άλλη απειλή.
Το ‘παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ’ αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.
Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ’ έχουν κυκλωμένο;
Ο ίδιος ξέγραψε απ’ αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του σε κουφούς, θαρρούσα δεν θ’ αντέξω.
Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ’ έξω.
Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;
Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ’ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.
Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.
Νίκο, ποτέ δεν θα ‘ναι έτσι.
Νίκο, είν’ η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ’ το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.
Πηγές
1. Δ. Καράμπελα, Διονύσης Σαββόπουλος (Εκδόσεις Μεταίχμιο)
2. Δ. Σαββόπουλου, Η Σούμα (Εκδόσεις Ιανός)
3. Κ. Γώγου, Τρία κλικ αριστερά (Εκδόσεις Καστανιώτη)
4. www.musicheaven.gr

















Aν και σαβοπουλικός.. δε ξέρω αν το έχω ξανακούσει ολόκληρο.. ο κόκκινος στοίχος πάντος από κάπου μου έχει κολλήσει..
δε θα τον ηρωωποιούσα.. αλλά και δε νομίζω ότι κι εγώ, χωρίς τις δικές του καταβολές, θα έπρατα διαοφρετικά.. έχω μπει σε πολλούς καβγάδες, υπέρ του αδυνάτου, στα νιάτα μου, και ήταν άγνωστος.. πόσο μάλλον..
Την καληνύχτα μου:):)
koulpa
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 12:47 πμ
Οι τρεις ψυχές που αστράψανε στο στίλβον εγχειρίδιο,
έχουν να πουν για το αν τα πράγματα καλώς έχουν καμωμένα.
Myshkin vs Raskolnikov
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 2:16 πμ
αυτό και “Η Μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη” για διαφορετικούς λόγους είναι κατ’εμέ τα πιο κορυφαία τραγούδια του Σαββόπουλου.
και η ιστορία, πάλι κατ’εμέ, θα μπορούσε να έχει διαστάσεις αρχαίου δράματος.
Кроткая
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 2:21 πμ
Πηγαίνει ακόμα ο Ν.Κοεμτζής στο Μοναστηράκι για να πουλήσει το βιβλίο του; Μέχρι πρόπερσυ τον έβλεπα. Τελευταία δεν τον συναντάω πια.
nik-athenian
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 11:37 πμ
Το ίδιο ρίγος, από την πρώτη φορά που μου έβαλε ο πατέρας μου να το ακούσω, λέγοντάς μου να μη γίνω χαζογκόμενα που χορεύει ζεϊμπέκικο για να ρίξει άντρα, γιατί αυτά κρύβουν τα πραγματικά ζεϊμπέκικα. Νομίζω πως ολόκληρο, 2 ή 3 φορές το έχω ακούσει…
QueenElisabeth
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 1:41 μμ
Εξαιρετικό, διαφωτιστικό ποστ. Κατά τύχη τις μέρες αυτές ακούω την “Ρεζέρβα” και είναι εξαιρετική με το “Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο” να αποτελεί το αποκορύφωμα. . .
Εύγε.
aeipote
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 2:06 μμ
Πολύ ωραίο, δεν το ήξερα!
αλεπού
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 2:55 μμ
Πολύ καλή η ανάρτησή σου.
Πράγματι ένα απο τα καλύτερα τραγούδια του Σαββόπουλου που περιέχεται στον καλύτερο ίσως δίσκο του, τη Ρεζέρβα. Μετά απ’ αυτο…
αλέξανδρος ανδρουλάκης
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 3:00 μμ
συμφωνω απολυτα με την Κροτ. ευτυχως που υπαρχει και το τραγουδι και μαθαινουν την ιστορια του Νικου και οσοι δεν την ξερουν ακομα
zetta
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 7:08 μμ
O Σαββοπουλος εχει γραψει πολλα και ωραια τραγουδια αλλα αυτο ειναι απ τα τρια κορυφαια του.
νατασσα
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 7:40 μμ
Δυσκολο θεμα,για να παρει κανεις θεση……
Kaveiros
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 10:21 μμ
@Καλησπέρες σε όλους. Να ξεκαθαρίσω κάτι, δεν υποστήριξα ποτέ και πουθενά ότι ο Κοεμτζής ορθώς έπραξε και σκότωσε τρεις ανθρώπους. Όπως εναντιώνομαι στη θανατική ποινή, έτσι εναντιώνομαι και στο φόνο: πολύ απλά, δεν μπορείς να καταστρέφεις κάτι που δεν έχεις τη δυνατότητα να δημιουργήσεις. Η δική μου πρόθεση ήταν να θέσω έναν προβληματισμό ως προς το γεγονός ότι το φονικό του Κοεμτζή δεν ήταν, απλά, μια ποινική υπόθεση και θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τον κοινωνικοπολιτικό περίγυρο της εποχής, καθώς και συγκεκριμένα, πλήρως αποδεδειγμένα, γεγονότα, τα οποία τον οδήγησαν σε αυτή την καταδικαστέα μεν, πράξη απελπισίας δε.
Όσο για το τραγούδι του Νιόνιου, συμφωνούμε όλοι πως είναι από τα κορυφαία του.
Nina C
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008 στίς 10:45 μμ
Γνωστή η υπόθεση -το ποινικό της σκέλος- γιατί θυμάμαι που το διάβαζε στην εφημερίδα ο μπαμπάς μου. Είδα την Παραγγελιά πολλά χρόνια αργότερα .
renata
Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008 στίς 11:03 πμ
@Renata, κι εγώ το θυμάμαι πολύ καθαρά.
Nina C
Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008 στίς 2:52 πμ
[...] τέχνη Εδώ και μερικές μέρες, με αφορμή τα ποστ της Ντόλυ και του Αμετανόητου, στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου [...]
δλδ εγώ τώρα είμαι παράνομη? « Кроткая
Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008 στίς 1:13 πμ
Εκπληκτικό ποστ. Μπράβο.
Stratos
Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008 στίς 11:33 πμ
Καλησπέρα και απο εμένα.Είχα ακούσει για την ιστορία του Νίκου αλλά δεν είχα δει την ταινία.Μπήκα σε κάποια σελίδα και την είδα και την κατέβασα.Να πώ μόνο ότι είμαι 25 χρονών και όταν έγινε αυτό δεν ζούσα.Αν υπολογίσει κανένας πως ζούσαν τότε και τι σήμαινε η “παραγγελιά” νομίζω πως μπορεί να δικαιολογήσει κάπως αυτόν τον άνθρωπο.Ίσως να ήταν λίγο τραβηγμένο και φυσικά κακός σκότωσε 3 ανθρώπους αλλά θα μπορούσαν και εκείνοι να μην τον είχαν προκαλέσει.Δεν ξέρω αν ζει αυτός ο άνθρωπος τώρα αλλά καλή του ώρα όπου και να είναι.Όσο για τον Νιόνιο νομίζω τα λόγια είναι περιττά.Δεν είμαι φανατικός του ακροατής αλλά νομίζω ότι πρέπει να ακούσω και τα υπόλοιπα τραγούδια του.Όντως ήταν μια συγκλονιστική ερμηνεία.
Kostas
Κυριακή, 13 Απριλίου 2008 στίς 5:47 μμ
@Στράτο,
@Κώστα,
Ευχαριστώ πολύ. Καλωσορίσατε.
Nina C
Κυριακή, 13 Απριλίου 2008 στίς 10:22 μμ
molis eida ti paraggelia kai mpika na enimrwthw..poli xrisimo post mesa sto xamo apo asxeta tou internet! euxaristw!!
Maria
Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008 στίς 12:20 πμ
καλησπερα Νινα. ωραια συμφωνουμε οτι υπηρχαν ασχημες κοινωνικοπολιτικες συνθηκες εκεινη την εποχη, περισσοτερο κατακριτεες απο οτι τα φονικα του κοεμτζη.ε ναι δηλαδη! γιατι αυτες οι συνθηκες δημιουργησαν χειροτερα εγκληματα απο 3 φονικα. αλλα παρολα αυτα (το ταλεντο του σαββοπουλου δεν μπορει κανεις να το αμφισβητησει) πιστευω οτι το θεμα του τραγουδιου ειναι αυτο που κανει εναν απλο φονια να φαινεται ηρωας, μιας και η ιστορια του καταγραφετε ως αξιοσημειωτη. ας μη ξεχναμε οτι κ αλλοι ανθρωποι περασαν απο τετοιες κοινωνικοπολιτικες συνθηκες και απο χειροτερες και απο χειροτερα βιωματα και δεν εγιναν φονιαδες. (οχι πως και τα θηματα δεν ηταν φονιαδες!)
ΤΟΝΙΑ
Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009 στίς 11:57 μμ
ti kaneis θειε ειμαι η Γαληνη
ΓΑΛΗΝΗ
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009 στίς 1:29 μμ
ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΟ Κ ΘΑ ΤΟ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕ ΕΙΠΕΣ . ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ ΠΟΥ ΣΕ ΕΙΔΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ !!!!!!!!!!
ΓΑΛΗΝΗ
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009 στίς 1:33 μμ