Archive for Νοέμβριος, 2007
Little Rascals
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι!
















Η Ανναμπέλλα των πειρατών

Καλησπέρα, Κύριε. Τυφλός και ζητιάνος εγώ, έρχομαι στο τραπέζι σας. Κεράστε με κάτι να πιω και ιστορίες θα σας πω που σαν κι αυτές δεν θα έχετε ξανακούσει. Μην κάθεστε πολύ κοντά μου κύριε, βρωμάω σαν ασβός, αλλά θα μιλάω δυνατά και καθαρά για να μ΄ακούτε. Αρκεί να μου δώσετε ένα ποτήρι μπράντυ, που τόσο λαχταρά η ψυχή μου ή μια μπύρα, αν αυτό σας φαίνεται ακριβό. Ευχαριστώ, Κύριε. Μακροημέρευση και για τους δυο μας! Και τώρα θα σας διηγηθώ πώς κατάντησα έτσι.
Μια γυναίκα με έκανε έτσι, Κύριε, η Ανναμπέλλα με τ’ όνομα. Ναυτικός κι αυτή, σκληρή και άφοβη, όπως κι εγώ τότε, μόνο είκοσι χρόνια μεγαλύτερη. Σε γαλέρα πειρατική είμαστε, Κύριε, ο καπετάνιος μας ήταν ο φόβος και ο τρόμος της θάλασσας της Καραϊβικής, ο ξακουστός Καπετάν Μαυρογένης. Ντυμένη σαν άντρας η Ανναμπέλλα σφουγγάριζε το κατάστρωμα, σκαρφάλωνε στα άλμπουρα, μάζευε τα πανιά, βλαστημούσε όπως όλοι εμείς, απέφευγε τη στεριά, το νόμο, την οικογένεια. Είχε κότσια. Κρίμα που η φάτσα της δεν ταίριαζε με το όνομά της –Άννα η όμορφη- αλλά οι νεαροί άντρες θα γαμούσαν και τρύπες σε σανίδες, αν με εννοείτε Κύριε. Όλοι αυτοί που θέλησαν να κουνηθούν στην αιώρα της, μαζί της, την τρέλαναν. Μου έσπασε τη μύτη, Κύριε, με μια γροθιά, για τα μάτια ενός δεκατετράχρονου αγοριού που χαριεντιζόταν μαζί της.
Είναι παράξενο, Κύριε, πόσο ντροπαλή ήταν η Ανναμπέλλα, όταν ο ομορφονιός ήταν τριγύρω. Κόμπος δενόταν η γλώσσα της και δεν τον κοίταζε ποτέ στα μάτια. Όμως του μπάλωνε τα παντελόνια και κρατούσε τους κωλομπαράδες μακριά απ’ τον κώλο του. Πάνω στα κατάρτια ήταν ο σύντροφος που τον στήριζε, ήταν κοντούλης για ν’ ανεβεί μονάχος. Τις νύχτες έκλαιγε ο μικρός, όπως κι εγώ χρόνια πριν, όταν είχα πρωτομπαρκάρει. Μετά από κάμποσες γερές καμτσικιές ούτε που σκέφτηκα να ξανακλάψω, Κύριε. Αυτός, όμως, που θα μαστίγωνε το νεαρό Πρίγκηπα –έτσι τον λέγαμε- θα έπρεπε να περάσει πάνω από το πτώμα της Ανναμπέλλα πρώτα. Κανένας δεν τόλμησε.
Ήταν κακό για το αγόρι, Κύριε, να το αγαπάει η θηλυκιά τίγρης σαν να ήταν το κουτάβι της. Η μητρική της μανία το έπνιγε, τα αγόρια, ξέρετε Κύριε, μετά τα δέκα χρειάζονται άντρες για να τους μάθουν τους αντρικούς τρόπους. Α, γελάτε, Κύριε, θα με περάσατε για σοδομιστή. Ε , λοιπόν, βάλτε μου μια μπύρα ακόμα και θα σας εξηγήσω το λάθος σας. Ευχαριστώ. Στη θάλασσα, που λέτε, επιβιώνουμε βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Αν ο Πρίγκιπας ήταν άσχημος θα με εμπιστευόταν σαν αδελφό.
Η ομορφιά του, όμως, την είχε τραβήξει κοντά του όπως η ζάχαρη τις μύγες. Η ζωή του στο καράβι θα ήταν ευκολότερη, αν η Ανναμπέλλα τον απελευθέρωνε απ’ το αγκίστρι της. Όταν εκείνη δεν ήταν τριγύρω, όλο και κάποιος από τους άντρες θα του φώναζε κοροϊδευτικά: «Και πώς είναι σήμερα η σύζυγός σας, η Πριγκίπισσα;» ή «Δεν έχετε γένια, σήμερα, Κύριε. Φαντάζομαι η Βασιλομήτωρ θα σας ξύρισε την ώρα που κοιμόσαστε». Αν φταρνιζόταν, θα πεταγόταν κάποιος ναύτης και θα του έλεγε: «Ντύσου καλά! Αν κρυώσεις η βασιλική νοσοκόμα θα μας κάνει τη ζωή κόλαση». Τότε, έφευγε όλο το αίμα από το πρόσωπό του, γινόταν πιο άσπρος κι απ’ τα πανιά του καραβιού και ούρλιαζε: «Δεν είναι δίκαιο αυτό! Δε χρειάζομαι, δε θέλω, δε μου αρέσει αυτή η κωλόγρια!». Αυτά όλα, βέβαια, όταν η Ανναμπέλλα δεν ήταν παρούσα.
Στο τέλος είπα: «Σταματήστε τη φλυαρία, άντρες!». Ξάπλωσα κάτω με μια γροθιά τον Έιμπ τον Εβραίο, που τον πείραζε περισσότερο απ’ όλους, και απείλησα πως ο επόμενος που θα συνέχιζε θα δοκίμαζε κι εκείνος τη γροθιά μου. Από τότε ο Πρίγκιπας με εκτιμούσε πολύ. Και η Ανναμπέλλα το ίδιο. Μου έσφιξε θερμά το χέρι. Ήμουν υπεύθυνος στη γάμπια. Η Ανναμπέλλα και ο Πρίγκιπας ήρθαν βοηθοί μου. Την πρώτη μέρα ο Έιμπ ο Εβραίος φώναξε: «Κοιτάξτε εκεί ψηλά, στα κατάρτια, άντρες! Η μαμά, ο μπαμπάς και το μωρό, η Αγία Οικογένεια σε πλήρη σύνθεση! Τι γλυκειά εικόνα!». Του μαύρισα και τα δυο μάτια, Κύριε.
Έτσι, πριν την τελευταία της ανάσα, η Ανναμπέλλα δεν γνώριζε πως ευχόμουν το θάνατό της. Δεν το είχα σχεδιάσει, Κύριε. Μια ξαφνική ριπή ανέμου την άρπαξε και, καθώς δεν ήταν καλά στηριγμένη, έχασε την ισορροπία της. Πρόλαβε να κρατηθεί από το ένα της χέρι και άπλωσε προς εμένα το άλλο, σίγουρη για τη βοήθειά μου. Δεν έκανα τίποτα, Κύριε. Έμεινα να την κοιτάζω στα μάτια, να βλέπω μέσα τους τη σιγουριά να γίνεται φόβος, την είδα να πέφτει κλωτσώντας τον αέρα, μέχρι που έσκασε στο κατάστρωμα, ογδόντα πόδια πιο κάτω, χωρίς να βγάλει ούτε φωνή.
Αυτό το τέλος στη θάλασσα, Κύριε, δεν είναι ασυνήθιστο, πολλοί σύντροφοι έχουν πέσει από τα ξάρτια. Εγώ όμως ήξερα. Και ο Πρίγκιπας ήξερε, και δεν ήθελε να είναι φίλος μου πια. Το ότι τον έσωσα από την ασφυκτική αγκαλιά της Ανναμπέλλα δεν το μέτρησε. Κι οι άλλοι, όμως, άρχισαν να μου φέρονται περίεργα, κι εγώ ο ίδιος άλλαξα, Κύριε. Δεν ανέβαινα πια, ανάλαφρα στα άλμπουρα, αλλά βαριά, σαν να έπρεπε να σπρώξω τον εαυτό μου με το ζόρι εκεί πάνω. Έχασα το κουράγιο μου, Κύριε, και το κουράγιο του ναυτικού είναι η τύχη του ξέρετε. Μέσα σε δυο μέρες είχα καταντήσει ο πιο κακοδιάθετος και βουβός ναύτης του πληρώματος.
Πριν συνεχίσω την ιστορία μου, χρειάζομαι ενίσχυση, Κύριε. Λίγο μπράντυ, τώρα, η μπύρα δε βοηθάει πια. Έχετε τις ευχαριστίες μου.
Όταν επισκευάζουμε τα άρμενα, ένα χρήσιμο εργαλείο είναι ένα σιδερένιο πηρούνι, που τα δόντια του απέχουν το ένα από το άλλο όσο τα μάτια μεταξύ τους στο πρόσωπό μας. Μια νύχτα ξύπνησα από πόνο φριχτό και δεν ξαναείδα το φως ποτέ. Έμεινα βδομάδες ξαπλωμένος στην αιώρα μου, ευχόμενος το πηρούνι αυτό να είχε τρυπήσει και το μυαλό μου, εκτός από τα μάτια. Δεν έμαθα ποτέ ποιός με τύφλωσε, ούτε και που μ’ ένοιαζε.
Οι σύντροφοί μου, τώρα που είχα τυφλωθεί, έγιναν ξανά ευγενικοί μαζί μου, μου έφερναν φαΐ και ρούμι. Ο Πρίγκιπας είχε γίνει τώρα ο βασιλιάς του μεσιανού καταρτιού. Πολλές φορές έπλενε αυτά που κάποτε ήταν τα μάτια μου. Δε μου μιλούσε ποτέ, αλλά γνώριζα το άγγιγμά του. Ο Έιμπ ο Εβραίος, αυτός ο περίεργος τύπος, καθόταν δίπλα μου και μου μιλούσε για το θεό, τον αποκαλούσε «Αναγκαιότητα». Μια φορά τον ρώτησα, από περιέργεια: «Ποιος με τύφλωσε, Έιμπ;». Ο Έιμπ απάντησε βλοσυρά: «Η ερώτηση αυτή είναι εντελώς άχρηστη. Το παρελθόν δεν αλλάζει. Δουλειά σου είναι να σφιχταγκαλιάσεις το ΤΩΡΑ, με κάθε τρόπο. Ξέχνα τα μάτια σου. Μέρες πριν τα χάσεις είχες πάψει να τα χρησιμοποιείς σωστά. Σε όλους μας λείπει η Ανναμπέλλα, αλλά χαιρόμαστε που εσύ δεν είσαι νεκρός. Δυο φόνοι στο ίδιο ταξίδι είναι μεγάλη γρουσουζιά για το καράβι».
Ειλικρινά μιλώντας σας, Κύριε, η ψυχή μου γέμισε αγαλλίαση, ακόμα γεμάτη είναι. Παραδέχομαι ότι η παραδοχή της αισχρής ενοχής μου με απελευθέρωσε. Η τιμωρία μου ήταν δίκαιη. Από τότε που βγήκα στη στεριά ζητιανεύω από πόρτα σε πόρτα κι από ταβέρνα σε ταβέρνα, απολαμβάνω τη ζωή όπως μπορώ, ένας άκακος γέρος πια.
Ίσως αυτή η ζοφερή ιστορία να νομίζετε πως δεν αξίζει τα λεφτά που δώσατε για τα ποτά μου, Κύριε. Διαφωνώ. Είναι η ιστορία της ζωής μου, βλέπετε. Και, όπως όλες οι ιστορίες ζωής, έχει κι αυτή την αξία της.
(Μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε συμβεί πάνω στο QAR, το καράβι του Μαυρογέννη, που σκοτώθηκε σαν σήμερα, 22 Νοέμβρη του 1718)
Η μη ομολογία
Δεν θα παραδεχτείς ποτέ πόσο σημαντική ήμουν για σένα.
Δεν θα αναγνωρίσεις το φως που έφερα στη σκοτεινιά σου, τον ήλιο το ζεστό που υπήρξα για σένα.
Δεν θα ομολογήσεις ποτέ, ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό, το πώς ένοιωθες μαζί μου, την αναγέννηση κάθε κυττάρου σου, το ξαλάφρωμα της ψυχής σου, τη νιότη που επέστρεφε στην καρδιά σου.
Θα αμφισβητείς για πάντα την αλήθεια μου, γιατί έτσι σε συμφέρει. Γιατί αν την δεχτείς θα πρέπει να αναθεωρήσεις τη ζωή σου όλη, να μαρτυρήσεις την πλαστότητά της, να κοιτάξεις γύρω σου τα άδεια, κρύα δωμάτια και να παραδεχτείς πως ο κήπος που σε οδήγησα ήταν απείρως ομορφότερος.
Δεν θα αποδώσεις ποτέ στους σπασμούς που έκανε το σώμα σου πάνω στο δικό μου την πραγματική τους σημασία. Θα τους υποβιβάσεις στο επίπεδο της «γενετήσιας ορμής». Γιατί, αλλιώς, θα πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως δεν θα ξανανοιώσεις έτσι ποτέ πια.
Δεν θα πεις ποτέ, σε κανένα, τη γεύση που άφηναν στα χείλη σου οι χυμοί μου, όταν άπληστα με ρουφούσες. Δεν θα ξεδιψάσεις ποτέ πια μ’ αυτό τον τρόπο.
Εγώ, όμως, για πάντα θα ορκίζομαι πως ήθελα μαζί σου να χαθώ στης γης τα πέρατα.
Κλείσε, ξανά, την πόρτα σου, μην μπει, μαζί με το άρωμα των λουλουδιών και το δικό μου, που απεγνωσμένα πασχίζεις να ξεχάσεις.
(Σου διάβασα το «Άβατο» του Γ. Ανδρέου, που ζήτησε ο Ioeu)
Μια βραδιά, άκρως αστυνομική
Στο κέντρο της Αθήνας, στη συμβολή των οδών Μπενάκη και Ακαδημίας, υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο διαφορετικό από τα άλλα. Το όνομά του είναι Cube και είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στα βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίου και ανεξήγητου. Στο μοντέρνο, άνετο και καλαίσθητο χώρο του, που αναπτύσσεται σε 160 τ.μ., θα βρείτε ελληνικά και ξενόγλωσσα βιβλία, DVDs, περιοδικά, κόμικς, καθώς και κάρτες, action figures, gadgets κ.λ.π.
Στο πατάρι του Cube τις Τρίτες του Νοέμβρη γίνονται προβολές αστυνομικών ταινιών και τις Πέμπτες
συζητήσεις για την αστυνομική λογοτεχνία. Την προηγούμενη Πέμπτη είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε τις ενδιαφέρουσες εισηγήσεις των συγγραφέων Ανδρέα Αποστολίδη και –του δικού μας- Δημήτρη Μαμαλούκα, τις οποίες ακολούθησε μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Αυτή την Πέμπτη, 22 Νοέμβρη, τη σκυτάλη παίρνουν οι συγγραφείς Φίλιππος Φιλίππου, Τιτίνα Δανέλλη και Γιάννης Ράγκος. Είναι μεγάλη μου τιμή που οι αρμόδιοι του βιβλιοπωλείου με προσκάλεσαν να συμμετέχω στο εξαιρετικό πάνελ, ως δημιουργό του μπλογκ «Έγκλημα και Τιμωρία».
Σας περιμένουμε, λοιπόν, για μια βραδιά γεμάτη μυστήριο, φόνους, θύτες και θύματα, αλλά και κουβέντα γύρω από την αστυνομική λογοτεχνία.
Βιβλιοπωλείο CUBE
Μπενάκη 32 & Ακαδημίας
Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007
21.00’ μ.μ.
Είσοδος ελεύθερη
Η μέσα αλήθεια
Είναι μια σκηνή στο «A Few Good Men», όπου ο Jack Nicholson υποδυόμενος τον Col. Nathan R. Jessep, την ώρα που δίνει κατάθεση και τον πιέζουν για την αλήθεια, λέει: «You CAN’T handle the truth». Αυτή η πρόταση, αν και ειπωμένη από τον «κακό» του έργου είναι, δυστυχώς, απόλυτα ακριβής.
Υπάρχουν φορές που όλα σου τα κύτταρα φωνάζουν την αλήθεια, που κάθε τρίχα από τα μαλλιά σου τη γνωρίζει, που είναι γραμμένη με ανεξίτηλα γράμματα στα φυλλαράκια της καρδιάς σου. Την αισθάνεσαι εκεί, βαθιά στην ψυχή σου, κι όσο κι αν την αντιμάχεσαι, ξέρεις πως έτσι είναι.
Πολλές φορές δεν τη θέλεις την αλήθεια αυτή, δε σε συμφέρει, σε πονάει, σε ξεσκίζει, σε διαλύει. Εύχεσαι να μην υπήρχε, να μεταλλασσόταν σε ψέμα, γιατί δεν μπορείς να την παραδεχτείς.
Προσπαθείς να την αγνοήσεις, εθελοτυφλείς, υποκρίνεσαι. Για την αποφυγή αυτής της αλήθειας πας στους ψυχιάτρους και μπουκώνεσαι χάπια, γι’ αυτήν περνάς τόσες ώρες στα μπαρ πίνοντας ό,τι πίνεται –και πολλές φορές κι αυτά που δεν πίνονται-, γι’ αυτήν καις τα εγκεφαλικά σου κύτταρα μπροστά στην οθόνη μιας τηλεόρασης που παίζει αδιάκοπα –αδιάφορο τι-, γι’ αυτήν καταπονείς τους καρπούς σου στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, γι’ αυτήν χώνεσαι στο καβούκι που το λένε ρουτίνα και που εσύ ονομάζεις ασφάλεια. Για να κρυφτείς από την ανελέητη, άσχημη αλήθεια, που η ψυχή σου αναγνωρίζει πολύ πριν από το νου σου.
Και τα καταφέρνεις; Φυσικά και όχι. Κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί απ’ την αλήθεια για πολύν καιρό, κανένας δεν μπορεί να παίξει μαζί της και να βγει νικητής. Είναι εκεί, σε παραμονεύει, και ό,τι κι αν κάνεις για να την αποφύγεις θα βρει την κατάλληλη στιγμή να σου χιμήξει. Θα σε σαρώσει σαν ένας από αυτούς τους τυφώνες με τα γυναικεία ονόματα, θα σε αρπάξει και θα σε ανεβάσει ψηλά, μόνο και μόνο για να σε αφήσει, στη συνέχεια, να πέσεις σε βάραθρο άγριο και σκοτεινό. Και θα γίνεις κομμάτια.
Σώσου, λοιπόν. Όταν θα νοιώσεις τη μέσα σου αλήθεια παραδέξου τη. Είναι προτιμότερο να πονέσεις όταν πρωτοκάνει την εμφάνισή της, παρά να ζήσεις μιαν επίφαση ζωής για να καταλήξεις στο γκρεμό. Σώσου. Στο φωνάζω.
Με ακούς ή είναι πολύ βαθύ το βάραθρο που βρίσκομαι;
Τιμωρία
Στη γωνία, πάνω στο σκαμνί. Ή όρθια, στο ένα πόδι. Έτσι με έχεις βάλει τιμωρία. Σαν να μην ήξερα την αλφαβήτα μου ή σαν να τραβούσα την κοτσίδα της μπροστινής.
Το μόνο που μένει είναι να μου φορέσεις μέχρι τ΄ αυτιά κι εκείνο το χαζό, χάρτινο καπέλο των κακών μαθητών, αυτό ντε, που φοράνε στη Δύση, το dunce cap.
Κι όμως… Όλα τα γράμματα τα ξέρω εγώ.
Σ, Α, Γ, Α, Π, Α, Ω.
Είδες;
Ο φρικαλέος κ. Eddie Gein II

Η Pseftra ξαναχτυπά στο “Έγκλημα και Τιμωρία”, με το δεύτερο μέρος της -μοναδικής στα εγκληματικά χρονικά- ιστορίας του Eddie Gein. Τα φρικιαστικά ευρήματα που οι σοκαρισμένοι αστυνομικοί ανακαλύπτουν στην αγροικία, η δίκη και η απαλλαγή του Eddie, τα χρόνια που έζησε ως το θάνατό του από καρκίνο.
Ακόμα, το Παράρτημα με αφίσσες και trailers από τις ταινίες που βασίστηκαν στην ιστορία του, σχετικά βιβλία, μουσικά συγκροτήματα που φέρουν το όνομά του, αντικείμενά του που δημοπραττούνται στο διαδίκτυο καθώς και πρόσφατες φωτογραφίες από την ιδιοκτησία του.
















