Shine on, you crazy diamond!

Carpe diem!

Archive for Νοέμβριος 1st, 2007

Η Οδύσσεια μιας Ξεριζωμένης - Παρτ Ουάν

with 54 comments

weekends_thessaloniki.jpg

Εισαγωγή

Στη Θεσσαλονίκη έχω πολλούς φίλους: οικογενειακούς, φίλους από τα χρόνια της νιότης και των σπουδών, διαδικτυακούς κ.λ.π. Ανομοιογενείς παρέες, που δεν μπορώ να συνδυάσω πάντα κι έτσι τους βλέπω σε διαφορετικές στιγμές. Για το λόγο αυτό προτιμώ πάντα να μένω σε ξενοδοχείο και να αρνούμαι τις προσφορές των φίλων για φιλοξενία στα σπίτια τους. Έτσι διατηρώ την αυτονομία μου και έχω και μεγαλύτερη ευελιξία στον προγραμματισμό.

Στο δρόμο για το χοτέλ

Στη Θεσσαλονίκη καταλύω σε δυο ξενοδοχεία, τα ίδια πάντα: στο Ηλέκτρα ή στο Εγνατία Πάλας. Είναι κεντρικά –πράγμα που με βολεύει ιδιαίτερα- και, μετά από τόσα χρόνια, έχουν μάθει τις –όχι πολλές είναι η αλήθεια- ιδιοτροπίες μου και ιδιαίτερες επιθυμίες. Οι φίλοι με βρίζουν πάντα που «πετάω» τόσα λεφτά, εγώ όμως έχω βολευτεί.

Ένας από τους φίλους, λοιπόν, πήρε πρωτοβουλία σε αυτή την επίσκεψη και τηλεφώνησε περιχαρής για να μου την ανακοινώσει. «Αυτή τη φορά δεν θα ξοδέψεις μαλακισμένα λεφτά, σου έκλεισα δωμάτιο στο ξενοδοχείο ενός πελάτη μου». Ανοίγει παρένθεση. Να σημειώσω εδώ ότι ο φίλος είναι πολιτικός μηχανικός και είχε κάνει την επίβλεψη στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου. Η διευκρίνιση κρίνεται αναγκαία, για να μην φανταστείτε κι εγώ δεν ξέρω τι, ως προς το επάγγελμα του φίλου. Κλείνει η παρένθεση. Ρώτησα ποιο ήταν το ξενοδοχείο και έλαβα ως απάντηση ένα όνομα που αγνοούσα παντελώς. Διαμαρτυρήθηκα ότι θέλω οπωσδήποτε το ξενοδοχείο μου να βρίσκεται στο κέντρο, για να πηγαίνω παντού με τα πόδια. Η αποστομωτική του απάντηση «στο κέντρο είναι, πουλάκι μου, Κομνηνών και Τσιμισκή» μου έκοψε τη φόρα. Με διαβεβαίωσε πως είναι πολύ καλό (έψαξα κι εγώ στο ιντερνέτι και βρήκα να το δίνουν πέντε αστέρων) και ησύχασα. Να πω ότι ο φίλος μου ανέφερε ότι ενίοτε το επισκέπτονται και ζευγαράκια (γεγονός που δεν με θορύβησε, καθώς αυτό γίνεται σε όλα τα ξενοδοχεία πλέον), με ενθουσίασε και η «φιλική» τιμή (στο 1/3 των προηγουμένων που πήγαινα) και συμφώνησα. Που να μην έσωνα…

Οι υποψίες, όχι πολύ έντονες είναι η αλήθεια, άρχισαν να με ζώνουν από τη στιγμή που βγήκα από το αεροδρόμιο και μπήκα στο ταξί. «Πού πάμε;» ρώτησε ο νεαρός οδηγός. Έδωσα όνομα και διεύθυνση ξενοδοχείου. Με κοίταξε εξεταστικά μέσα από τον καθρέφτη. «Πρώτη φορά στην πόλη μας;», ερωτά. «Όχι δα, είμαι σχεδόν επίτιμη πολίτισσα», απαντώ. Με ξανακοιτάζει, πιο εξεταστικά. «Έχετε ξαναμείνει σ’ αυτό το ξενοδοχείο;», ερωτά διερευνητικά, ανασηκώνοντας το δεξί φρύδι. «Όχι, πρώτη φορά», απαντώ η αθώα παιδίσκη, «ένας φίλος μου το έκλεισε». Ο ταξιτζής χαλαρώνει και ξεσπά σε γέλια. «Χαχαχα, πλάκα σε κάνανε, κοπελιά, πλάκα σε κάνανε! Πάρε τηλέφωνο να σε πούνε σε ποιο ξενοδοχείο να πάμε».

Με όση αξιοπρέπεια και σοβαρότητα μου είχε απομείνει, τον διαβεβαίωσα ότι ΕΚΕΙΝΟ ήταν το ξενοδοχείο μου και απέκλεισα κάθε άλλη συζήτηση γυρνώντας το κεφάλι επιδεικτικά προς τη μεριά του παραθύρου.

Στο χοτέλ

Τα ευτράπελα συνεχίστηκαν στη ρεσεψιόν, όταν η κοπέλα που καθόταν εκεί κοίταξε μία εμένα, μία τη βαλίτσα μου, μετά ξανά μία εμένα και, τέλος, το κενό πίσω από την πλάτη μου, σαν να περίμενε και κάποιον ακόμα να προβάλει.

dsc00130.jpg

«My name is Doll. Composition Doll. Έχω κάνει μια κράτηση», της είπα γλυκά. Ορκίστηκε στην ομορφιά μου πως ουδεμία κράτηση είχε γίνει στο όνομά μου, ούτε στο όνομα του φίλου μου, ούτε σε κανένα άλλο όνομα του τηλεφωνικού καταλόγου γιατί, απλούστατα, το συγκεκριμένο ξενοδοχείο δεν έκανε κρατήσεις. Και δεν έκανε κρατήσεις γιατί, απλούστατα πάλι, ήταν ξενοδοχείο για ζευγάρια. Προσέξτε, όχι ΚΑΙ για ζευγάρια. ΜΟΝΟ για ζευγάρια. Υπάρχει διαφορά και μάλιστα ειδοποιός. Γι αυτό και φρίκαρε η κοπελιά στη ρεσεψιόν και δεν ήξερε πώς να με χειριστεί. Μέχρι να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη, ο οποίος της επιβεβαίωσε την κράτηση, με έβαλε να δω ένα dvd με τα δωμάτια για να διαλέξω ποιο ήθελα. Ξέχασα να σας πω πως το ξενοδοχείο είχε «θεματικά» δωμάτια, το καθένα δηλαδή είχε το δικό του μοναδικό ύφος, προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια: από τα έπιπλα και τα υφάσματα που το έντυναν, μέχρι τα μικροαντικείμενα που συμπλήρωναν τον διάκοσμο. Εξήγησα στην –στα όρια του πανικού- ρεσεψιονίστα, πως ουδόλως με ενδιέφερε το στυλ του δωματίου, αρκεί να είχε ένα μικρό ψυγείο, ώστε να βάζω το φρέσκο γάλα που χρειάζομαι μόλις ανοίξω τα μάτια μου. Με ενημέρωσε ότι αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα, μια και αρκετά δωμάτια είχαν μίνι-μπαρ. Διάλεξε ένα και μου έτεινε το κλειδί. Πριν προλάβω να το πάρω, το ξανατράβηξε πίσω αναφωνώντας: «α, όχι! Αυτό δεν έχει ντουλάπα. Εσείς χρειάζεστε και ντουλάπα, ε;» κι έριξε μια ματιά στη σεβαστού μεγέθους βαλίτσα μου. Δεν απάντησα. Δεν είχα πια κουράγια.

Στο δωμάτιο

Τελικά μου έδωσε ένα κλειδί και με ενημέρωσε πως το δωμάτιο λεγόταν Africa. Και, πράγματι, σκέτη Άφρικα ήταν. Τι λεοπαρδαλέ κουρτίνες και κλινοσκεπάσματα, τι αραπίνες λάγνες ερωτιάρες στους τοίχοι, τι κούτσουρα διάσπαρτα στα έθνικ κιλίμια, να σακατεύεις αστράγαλο σε κάθε βήμα και να βλαστημάς σε όλες τις αφρικανικές διαλέκτους, τι καλάμια να καβαλάς αν σου έκανε κέφι, μια χλίδα αφρικάνικη σας λέω! Για να μη μιλήσω για την τηλεόραση που, εκτός των άλλων, είχε και τρία κανάλια με εκπαιδευτικό πρόγραμμα, Ντοκυμαντέρ έδειχνε, ξέρετε, για την αναπαραγωγή του ανθρωπίνου είδους και τα σχετικά.

dsc00114.jpg

dsc00115.jpg

dsc00116.jpg

Άδειασα τη βαλίτσα, άλλαξα και βγήκα για τον πρώτο καφέ στη Θεσσαλονίκη. Μόλις θα άρχιζα να συναντώ τους φίλους μου. Για να μη σας κουράσω, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ οι συναντήσεις με φίλους οικογενειακούς και προσωπικούς, θα περιοριστούμε σε αυτές με φίλους-βλόγερς.

Οι φίλοι μου: αυτή, αυτός και τα μυστήρια

Α) Αυτή

Η πρώτη που συνάντησα ήταν η Silia, που «κατηφόρισε» μέχρι τη Θεσσαλονίκη για να βρεθούμε. Δεν θα σας πω πως είναι μια γοητευτική γυναίκα που διηγείται ιστορίες με τρόπο μαγικό, ούτε πως είναι ένας υπέροχος, ζεστός, γλυκός άνθρωπος. Και δεν θα σας τα πω αυτά γιατί, απλούστατα, άλλαξα γνώμη. Και άλλαξα γνώμη γιατί με πήγε για καφέ. Αυτό από μόνο του κακό δεν είναι. Το κακό είναι ότι ήρθε και κάθισε στο διπλανό τραπεζάκι ο Γιωργάκης με την κουστωδία του. Και να οι φωτογράφοι και οι κάμεραμεν, να οι κυρίες να τον σαλιώνουν με τα φιλιά τους, να οι παρατρεχάμενοι να κοιτάζουν τριγύρω ως περισκόπια υποβρυχίων. Όμως το χειρότερο δεν είχε έρθει. Γυρνώντας να βρίσω χυδαία τη Silia για την επιλογή της καφετέριας, τη βλέπω να κοιτάζει λιγωμένα το Γιωργάκη και την ακούω να μου λέει: «Μα δεν είναι γλύκας; Πολύ μ’ αρέσει!». Την πήρα και φύγαμε άρον-άρον.

Πήγαμε να φάμε στο «Κουρδιστό Γουρούνι». Θες το προηγούμενο κακό συναπάντημα, θες το όνομα του μαγαζιού, γεγονός είναι πως καθόμουν σ’ αναμμένα κάρβουνα Έχει γούστο, έλεγα μέσα μου, να επιλέξει αυτό ακριβώς το μαγαζί ο Μπένι για να γευματίσει. Με την κρυφοπασόκα που συνέτρωγα και με τη γκαντεμιά μου, όλα ήταν δυνατά. Ευτυχώς το γεύμα μας ολοκληρώθηκε χωρίς απρόοπτα και ήταν απολαυστικό, όπως και η κουβέντα που το συνόδευσε. Μερίμνησε γι αυτό ο Άη Δημήτρης, μεγάλη η χάρη του!

Β) Αυτός

Αυτός είναι ο Κωστής ΜΟΥ. Γι αυτόν έχω γράψει ΕΔΩ. Δεν ήταν, λοιπόν, δυνατόν να είμαι στη Θεσσαλονίκη και να μην τον δω, και αυτόν και τη Νανούκα. Τι τόθελα, χριστιανοί; Γιατί δεν καθόμουν στ’ αυγά μου; Έπρεπε να με υποψιάσει το γεγονός ότι επέμειναν να περάσουν από το ξενοδοχείο, παρ’ όλο που πρότεινα να συναντηθούμε σε όποιο σημείο της πόλης ήταν πιο βολικό γι αυτούς. Όμως όχι, ήθελαν να έρθουν να με πάρουν από το ξενοδοχείο. Κολακεύτηκα που οι φίλοι μου δεν ήθελαν να ταλαιπωρηθώ. Αμ δεν ήξερα, δε ρώταγα; Τα κίνητρά τους ήταν εντελώς σκοτεινά. Κατ’ αρχήν δεν περίμεναν να κατέβω, ανέβηκαν εκείνοι στο δωμάτιο. Ο ναυαρχούκος έκανε ενδελεχή και εμπεριστατωμένο έλεγχο σε όλο το χώρο και κατέληξε ότι πολύ του αρέσει. Στη συνέχεια μου έδωσε χαρτζιλίκι να πάω για καφέ και κανένα σινεμά, όσο εκείνος και η Νανά του θα εξέταζαν την ποιότητα των λεοπαρδαλέ σεντονιών και θα παρακολουθούσαν ένα πρόγραμμα στην εκπαιδευτική τηλεόραση. Μόνο η υστερία που με έπιασε και η κατάποση δύο χαπιών τους απέτρεψε από το να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους. Με πήραν και φύγαμε για το «Kitchen Bar», όπου θα συναντούσαμε και το ένα από τα δύο μυστήρια.

Γ) Τα Μυστήρια

Μυστήριο Πρώτο: ο Yiannish. Από τους πρώτους φίλους στο χώρο των βλογς, δεν είχαμε καταφέρει να συναντηθούμε μέχρι τώρα. Βρεθήκαμε δυο φορές στο διάστημα της παραμονής μου, μία με τους ναυαρχαίους και μια μόνοι μας. Μου αποκάλυψε πως ήμουν το πρώτο άτομο από τα βλογς που συναντούσε. Κατέληξε πως ήταν σίγουρος ότι δεν ήθελε να γνωρίσει άλλο. Αναρωτιέμαι γιατί…

Μυστήριο Δεύτερο: ο Diastimata. Τον συνάντησα μόνο και μόνο επειδή απείλησε κατά σειρά να: πηδήξει από το Λευκό Πύργο, φουντάρει στο Θερμαϊκό, αυτοπυρποληθεί μπροστά απ’ την Αγιά-Σοφιά. Δεν είχα χρόνο για ανακρίσεις και τα σχετικά, οπότε συμφώνησα να βρεθούμε. Ας πρόσεχα. Με ένα ηλίθιο χαμόγελο με ενημέρωσε ότι τελείωνε τη δουλειά του γύρω στις 12 (ναι, παιδιά, για τα μεσάνυχτα μιλάμε…) και ότι γύρω στις 12.30’ θα ήταν στο χοτέλ μου για να πάμε όπου θέλαμε. Εγώ το μόνο μέρος που ήθελα να πάω ήταν το κρεβάτι μου και το κατέστησα σαφές. Η συνάντησή μας, λοιπόν, έγινε επί της κλίνης μου και διήρκεσε τόσο ώστε να κάνει τον ρεσεψιονίστα να παρατηρήσει τον Diastimata με θαυμασμό τύπου «γρήγορο πιστόλι ο έτσι!».

ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΤ ΟΥΑΝ. ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΑΡΤ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΣΜΙΛΟΔΟΝΤΑ.

Written by Nina C

Νοέμβριος 1st, 2007 στο 3:18 π.μ.