Archive for Οκτώβριος 11th, 2007
Το σκουλαρίκι
Άναψε τα φώτα. Το σούρουπο είχε κατέβει από ώρα και το σκοτάδι άρχισε να τυλίγει τις κάμαρες. Το δυνατό φως τον τύφλωσε. Τα έσβησε ξανά και άναψε την παλιά λάμπα της μάνας του, που βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού. Το γλυκό, κίτρινο φως τον τύλιξε σαν χάδι. Κάθισε δίπλα της, με το βιβλίο του στα γόνατα. Μετά από μια ώρα το βιβλίο ήταν ακόμη κλειστό, κι αυτός κοίταζε ένα αόρατο, θαρρείς, σημάδι στον απέναντι τοίχο.
Στα δάχτυλά του έπαιζε το σκουλαρίκι. Το σκουλαρίκι της. Το μοναδικό πράγμα που άφησε πίσω της φεύγοντας, ένα κομψοτέχνημα από ασήμι και φίλντισι, που της είχε αγοράσει σε μια φθινοπωριάτικη εκδρομή στην Ύδρα. Την επομένη της αναχώρησής της είχε τηλεφωνήσει για να το ζητήσει. Το βρήκε κάτω από το κρεβάτι, τρεις μέρες μετά. Δεν της το έδωσε ποτέ.
Όλα αυτά τα χρόνια το είχε φυλάξει σαν φυλαχτό. Τις νύχτες το έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι του και τις μέρες το κουβαλούσε στο βάθος της τσέπης του. Έτσι μπορούσε να το αγγίζει συνεχώς. Δεν το αποχωρίστηκε ούτε λεπτό. Με τα χρόνια άρχισε να του αποδίδει «μαγικές» ιδιότητες. Έφτανε να το χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλα για να φτιάξει η διάθεσή του, να το σφίξει στη χούφτα του για να πάρει κουράγιο, να το φέρει στα χείλη του για να ξορκίσει το φόβο του.
Έτσι κι απόψε, μέσα στο ημίφως της κάμαρας, το κρατούσε στα χέρια του. Κοίταζε το θαμπό ασήμι και τη γυαλάδα του φίλντισι, που έμοιαζε να κιτρινίζει στο φως της λάμπας. Το θυμήθηκε κρεμασμένο στο μικρό αυτάκι της, που τόσο του άρεσε να φιλά. Θυμήθηκε την υπέροχη, φυσική μυρωδιά της. Κανένα άρωμα δεν θα της ταίριαζε καλύτερα. Μα, τι ήταν αυτό; Ένα μικρό σβωλαράκι από ασήμι, κολλημένο εκεί, στο κάτω μέρος, που χαλούσε την τελειότητα του κοσμήματος. Ένα ασημένιο μπαλάκι που –ήταν σίγουρος- δεν υπήρχε πριν.
Το έτριψε με τον αντίχειρα προσπαθώντας να το ξεκολλήσει. Μια εκτυφλωτική λάμψη αναδύθηκε από το σκουλαρίκι, που τον τρόμαξε και το μικρό κόσμημα του έπεσε από το χέρι και κύλησε στο χαλί. Το άσπρο φως άρχισε να παίρνει μορφή μπροστά στα μάτια του, μέχρι που έγινε ένας ηλικιωμένος άντρας με μακριά, κατάλευκη γενειάδα. «Ποιος είσαι;», ψέλλισε. «Τι συμβαίνει;». «Ήρθα να σου προσφέρω ό,τι θέλεις» του απάντησε η οπτασία. «Τι θέλεις; Μπορείς να έχεις τα πάντα, εκτός από την κάτοχο αυτού του σκουλαρικιού».
Ο άντρας χαμογέλασε πικρά. Ήταν το μόνο που ήθελε, το μόνο που έλειπε από τη ζωή του. ΄Ηταν τόσο σημαντικό, όμως, που χωρίς αυτό η ζωή του έμοιαζε άδεια, άχρηστη, περιττή. «Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο, μόνο αυτή. Φέρτη μου, κάνε να έρθει. Κι αν δεν μπορείς να την κάνεις να μείνει, δεν πειράζει. Κάνε να έρθει μόνο για μια νύχτα, να τη δω, να την ακούσω, να την αγγίξω, να τη μυρίσω, να τη γευτώ. Να χορτάσω τις αισθήσεις μου μ’ εκείνη. Και μετά ας φύγει πάλι, θα μπορέσω ν’ αντέξω πολλούς χειμώνες με τη θύμησή της. Έτσι κι αλλιώς, η θύμησή της είναι που με κρατάει σε αυτή τη ματαιότητα που λέμε ζωή».
Ένοιωσε έναν οξύ πόνο στον αυχένα. Τον είχε, πάλι, πάρει ο ύπνος σε αυτή την άβολη στάση στην πολυθρόνα. Τεντώθηκε, μάζεψε το σκουλαρίκι από το χαλί και κατευθύνθηκε, με βαριά βήματα στην κάμαρά του. Έβαλε το σκουλαρίκι της κάτω από το μαξιλάρι του και ξάπλωσε σφαλίζοντας τα μάτια.
Και απόψε στο όνειρό του, θα την είχε δική του.
(Σου διάβασα το «Ας Ερχόσουν Για λίγο» των Μίμη Τραϊφόρου – Μιχάλη Σουγιούλ, που ζήτησε η Scalidi)
















