Archive for Σεπτέμβριος, 2007
Ανεπίδοτο SMS I

Μέρες-δολοφόνοι, ώρες-καρμανιόλες, λεπτά-αγχόνες.
Είναι το τίμημα που πληρώνω για το βύθισμα στα χρώματα, το κολύμπι στο φως.
Κανείς δεν περνά αναίμακτα από το μονοπάτι της αγάπης, Αγάπη μου.
Andrei Romanovich Chikatilo - Ο Κόκκινος Αντεροβγάλτης II

Στο δεύτερο μέρος της υπόθεσης του «Κόκκινου Αντεροβγάλτη», Andrei Romanovich Chikatilo, που δημοσιεύεται σήμερα στο «Έγκλημα και Τιμωρία», παρακολουθούμε την αιματηρή πορεία του δολοφόνου, τη σπαρμένη με πτώματα. Ο σοκαριστικός αριθμός τους (αναγνωρίστηκαν τα 53, αλλά εικάζεται πως είναι πολύ περισσότερα) τον φέρνουν στις πρώτες σειρές των κατά συρροή δολοφόνων.
Η μέθοδος, τα θύματα και η ευκολία του να αλλάζει τρόπο και να προσαρμόζεται στις συνθήκες, ήταν η αιτία που παρέμεινε ασύλληπτος για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να μακραίνει διαρκώς η λίστα των θυμάτων του.
Διαβάστε ακόμα για τη δίκη και καταδίκη του, δείτε ένα ντοκουμέντο με τον ίδιο στην αίθουσα του δικαστηρίου, καθώς και τα trailers των δύο ταινιών που έχουν βασιστεί σ’ αυτή την υπόθεση.
Το υφαντό

Η ζωή μπορεί να συγκριθεί μ’ ένα κομμάτι κεντητό ύφασμα, που στο πρώτο μισό ο άνθρωπος το βλέπει απ’ την καλή του μεριά και στο δεύτερο μισό από την ανάποδη.
Η δεύτερη μεριά δεν είναι τόσο ωραία, αλλά είναι πιο εποικοδομητική, γιατί βοηθάει τον άνθρωπο να δει πώς συνδέονται μεταξύ τους τα νήματα.
Arthur Schopenhauer
Η ελευθερία της Ελευθερίας

Κοίταξε την Ελευθερία, να διαβάζει το βιβλίο της, ξαπλωμένη στον βαθύ καναπέ του καθιστικού. Η μωβ πουκαμίσα της είχε ανέβει ψηλά στους γοφούς, αφήνοντας ακάλυπτα τα μακριά, νευρώδη της πόδια που κουβαλούσαν ακόμα πάνω τους τον ήλιο της Ικαριάς. Ο Θαλής σκέφτηκε πως μόλις είχε τελειώσει το ωραιότερο καλοκαίρι της ζωής του. Το πρώτο μιας μακριάς σειράς καλοκαιριών –ευχόταν- με αυτή τη γυναίκα στο πλάι του.
Όταν γνώρισε την Ελευθερία εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά της: μια νέα γυναίκα που, θαρρείς, ερχόταν από τα βάθη του κόσμου, αθώα από τις αμαρτίες του και αγνή σαν πρωτόπλαστη. Με αφέλεια παιδιού, ενθουσιασμό εφήβου και πείσμα υπερήλικα, η Ελευθερία δεν έμοιαζε με καμιά από τις γυναίκες που είχε γνωρίσει, συναναστραφεί ή σχετιστεί ο Θαλής.
Ανήκε σε ένα ξεχωριστό, ένα παράξενο είδος γυναίκας. Θα έλεγε κανείς πως ήταν όλες οι γυναίκες σε μια. Τη μια στιγμή έμοιαζε με εξεγερμένη νεαρή φοιτήτρια, την άλλη με βαμπ της εποχής του μεσοπολέμου, την τρίτη με ευαίσθητη ποιήτρια. Με την ίδια ευκολία και άνεση που φορούσε τζην ή μακριά, έθνικ φορέματα, την έβλεπες με καπέλα και μποά του ’30. Είχε κληρονομήσει μιαν εκπληκτική συλλογή καπέλων από τη γιαγιά της και δεν δίσταζε να τα φορά στις καθημερινές της εμφανίσεις.
Αυτό όμως που, αναφορικά με την Ελευθερία, πραγματικά εντυπωσίαζε τον Θαλή, ήταν η πολυσχιδής της προσωπικότητα. Ήταν μια γυναίκα που δεν σε έκανε να πλήξεις ποτέ, ένα πραγματικό σεντούκι θησαυρών, ένα μαγικό καπέλο μέσα από το οποίο μπορούσες να βγάλεις ό,τι τραβούσε η ψυχούλα σου. Και ένα φυσικό ταλέντο, με ο,τιδήποτε αποφάσιζε να καταπιαστεί. Ο Θαλής ήταν σίγουρος πως είχε βρει τη μοναδική γυναίκα του είδους της πάνω σ’ ολόκληρη τη γη.
Το σπίτι της Ελευθερίας ήταν γεμάτο από τα πιο ετερόκλητα αντικείμενα. Την πρώτη φορά που το είδε ο Θαλής σάστισε: παλιά παιχνίδια στοιβάζονταν πάνω σε έπιπλα-αντίκες, μουσικά κρουστά όργανα όλων των ειδών, κρυστάλλινα μπουκάλια σε όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Και βιβλία, βιβλία, βιβλία. Παντού βιβλία: σε βιβλιοθήκες και εταζέρες, σε τραπέζια και τραπεζάκια, σε πατώματα. «Ποιο είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχεις;», την είχε ρωτήσει εκείνη την ημέρα. «Το όνομά μου», του είχε αποκριθεί.
Η Ελευθερία είχε και μιαν άλλη, ουσιώδη διαφορά από τις γυναίκες που είχαν, μέχρι τότε, περάσει από τη ζωή του Θαλή. Ποτέ δεν προσπάθησε να εισβάλει στον προσωπικό του χώρο, ποτέ δεν διεκδίκησε περισσότερα από αυτά που ήταν διατεθειμένος να της παραχωρήσει. Δεν τον είχε ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο, δεν τον είχε αμφισβητήσει, δεν είχε γκρινιάξει ή μουτρώσει ποτέ. Στην αρχή αυτό άρεσε στον Θαλή, μετά τον έκανε να αμφιβάλει για τα αισθήματά της. «Δεν μ’ αγαπάς», της έλεγε, «σου είμαι αδιάφορος». «Σ΄ αγαπώ», του απαντούσε εκείνη, «αλλά και σε σέβομαι ταυτόχρονα. Σέβομαι την προσωπικότητά σου, τις ανάγκες σου, το χώρο σου. Βγάλε από το μυαλό σου τα στερεότυπα και αναγνώρισε τη μοναδικότητα της σχέσης μας».
Ο Θαλής, όμως, ανησυχούσε. Φοβόταν πως, κάποια στιγμή, η Ελευθερία θα έβγαινε από το ζωή του το ίδιο ξαφνικά όπως είχε μπει. Της ζήτησε να τον παντρευτεί κι εκείνη αρνήθηκε. Του είπε ότι προτιμούσε να του ανήκει επειδή το ήθελε η ίδια και όχι επειδή θα την «υποχρέωνε» η σύμβαση ενός γάμου. Ο Θαλής την πίεσε τόσο έντονα και ασφυκτικά που, στο τέλος, δέχτηκε. Και τώρα ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ του.
Όσο περνούσε ο καιρός, ο Θαλής ένοιωθε όλο και πιο πλήρης, όλο και πιο ευτυχισμένος. Ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι τους και να βρεθεί κοντά στην Ελευθερία. Δεν ήθελε να την αποχωρίζεται ούτε στιγμή και, όταν ήταν αναγκασμένος να βρίσκεται μακριά της, μετρούσε τα δευτερόλεπτα μέχρι την ώρα που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Η Ελευθερία όμως, πράγμα παράξενο, θάλεγες πως θάμπωνε με το πέρασμα του χρόνου, πως ξεθώριαζε, πως εξατμιζόταν. Είχε χάσει αυτή τη μοναδική της λάμψη, αυτό το ξεχωριστό της πνεύμα, είχε πάψει να είναι η προσωποποίηση της χαράς της ζωής. Βούλιαζε ολημερίς στον καναπέ μ’ ένα βιβλίο στα χέρια που, τις περισσότερες φορές, δεν διάβαζε. Η αγαπημένη της ενασχόληση είχε γίνει η ατέρμονη προσήλωση του βλέμματός της στο ταβάνι.
Τη μέρα που η Ελευθερία χάθηκε ο Θαλής θα τη θυμάται όσο ζει. Γύρισε σπίτι από τη δουλειά και δεν τη βρήκε. Όλα της τα ρούχα και τα πράγματα ήταν στις θέσεις τους και ο καναπές διατηρούσε ακόμα το «βούλιαγμα» από το κορμί της. Εκείνη, όμως, δεν ήταν πουθενά. Την αναζήτησε παντού, πήγε σε όλα τα μέρη που είχαν πάει μαζί, πήγε και σε άλλα που υπέθεσε πως θα της άρεσαν. Όλες του οι προσπάθειες αποδείχτηκαν μάταιες: εκείνη είχε πάψει, απλά, να υπάρχει.
Μετά από τόσα χρόνια, ο Θαλής εξακολουθεί να στριφογυρίζει στο μυαλό του εκείνη την κουβέντα της Ελευθερίας, πως το πιο πολύτιμο πράγμα γι΄ αυτήν ήταν το όνομά της. Και ήταν η θυσία αυτού ακριβώς που αξίωσε ο Θαλής, ήταν αυτό που της είχε στερήσει και που οδήγησε στο χαμό της.
Η Ελευθερία δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ελευθερία της, κι εκείνος είχε αποδειχτεί πολύ λίγος για να το καταλάβει και να το σεβαστεί.
(Σου διάβασα το «Strange Kind Of Woman» των Deep Purple, που ζήτησε ο Diastimata).
Pin-up girls: 2.Alberto Vargas











Απορία αναγνώστριας

Επειδή διαβάζω, δεξιά και αριστερά, διάφορες απόψεις ότι το πρόβλημα και η διαμάχες στο ΠΑΣΟΚ έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο, μήπως θα μπορούσε, κάποιος, να μου εξηγήσει ποιες ΑΚΡΙΒΩΣ ιδεολογικές διαφορές έχουν οι διάφορες τάσεις μεταξύ τους που, ταυτόχρονα, τους διαφοροποιούν και από τη Δεξιά ή την Αριστερά;
Έχω μπερδευτεί, άσε που είμαι και εκ φύσεως καχύποπτη. Ψυχανεμίζομαι πως ο καυγάς είναι για το πάπλωμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση την προεδρία του κόμματος και ΜΟΝΟ.
Το Μουσείο της Νύχτας

Η Zxyb, από τον πλανήτη Ζ-21306, επέστρεψε από το σχολείο εκνευρισμένη. Ο νέος καθηγητής Πλανητικής Ιστορίας δεν της είχε αρέσει καθόλου. Πρώτο μάθημα μαζί του και τους φόρτωσε με ένα σωρό εργασίες. Στην Zxyb είχε αναθέσει να σκεφτεί* για τη Γήινη Νύχτα. Άκου για τη γήινη! Ο συγκεκριμένος πλανήτης δεν υπήρχε καν, εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Τα ηλίθια όντα που τον κατοικούσαν είχαν καταφέρει να τον σβήσουν από τον αστρικό χάρτη. Η Zxyb πέταξε, μουτρωμένη, τη σάκα της σε μια άκρη και κάθισε στο τραπέζι για το γεύμα.
Το κατσούφιασμα της Zxyb διέλυσε το χαμόγελο της μαμάς της. Της υποσχέθηκε πως θα της έλεγε ό,τι ήξερε για τις νύχτες των γήινων, έτσι ώστε η εργασία της να είναι η καλύτερη στην τάξη. Η μαμά της Zxyb άρχισε να μιλά, ενώ η ίδια κρατούσε σημειώσεις με το γνωστό τρόπο.
«Όταν ήμουν στην ηλικία σου περίπου, μου είχαν αναθέσει την ίδια εργασία. Βλέπεις, οι καθηγητές Πλανητικής Ιστορίας δεν είναι ιδιαίτερα ευφάνταστοι. Από την άλλη, η Γη ήταν ένας υπέροχος πλανήτης, ίσως ο πιο όμορφος σε όλα τα σύμπαντα. Ήταν γεμάτος χρώματα, ήχους, μυρωδιές και πλάσματα. Η μεγαλύτερη ποικιλία πλασμάτων που μπορείς να διανοηθείς, πλάσματα κάθε είδους και μορφής. Το κυρίαρχο πλάσμα ήταν ο Άνθρωπος, αλλά υπήρχαν και άλλα που ανήκαν σε άλλα είδη: Ζώα, Έντομα, Πουλιά, Ψάρια, Φυτά. Ορισμένα από αυτά ζούσαν πάνω στη Γη, άλλα στον αέρα της, κάποια στα έγκατά της και μερικά στο νερό της που το έλεγαν θάλασσα. Ο Άνθρωπος ήταν το μόνο πλάσμα που πήγαινε παντού. Ταξίδευε στον αέρα σαν πουλί, κολυμπούσε σαν ψάρι, δούλευε κάτω από τη γη με ευκολία. Είχε κατακτήσει τη Γη, μα δεν τη σεβόταν κι έτσι την κατέστρεψε.
Για την εργασία μου, λοιπόν, χρειάστηκα κι εγώ βοήθεια. Τότε η γιαγιά σου με πήγε στο Μουσείο της Νύχτας, που δεν υπάρχει πια, καταστράφηκε στον τελευταίο πόλεμο με τους κατοίκους του Ω-11607. Ήταν ένας τεράστιος χώρος, με αμέτρητες οθόνες, πάνω στις οποίες μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τις νύχτες σε όλους τους πλανήτες. Οι οθόνες που έδειχναν τις νύχτες της Γης, συγκέντρωναν πάντα τους περισσότερους επισκέπτες.
Τις νύχτες η Γη ήταν πιο όμορφη, πιο ήσυχη, πιο γοητευτική. Τα περισσότερα πλάσματά της ησύχαζαν από τον κάματο της μέρας. Οι Άνθρωποι ήταν μαζεμένοι, οι περισσότεροι, στα σπίτια τους και τα υπόλοιπα πλάσματα στις φωλιές τους. Θυμάμαι πολλές όμορφες εικόνες: ένα ζευγάρι ανθρώπων να κοιμάται αγκαλιασμένο και να ονειρεύεται τα ίδια όνειρα, ένα καλάθι με μια γάτα και τα γατάκια της, ένα σκύλο στα πόδια του κοιμισμένου του αφεντικού, μια οικογένεια λιονταριών στη σπηλιά τους, έναν αετό στη φωλιά του να σκεπάζει με τις φτερούγες του τα αετόπουλά του.
Υπήρχαν, όμως, αρκετοί που δεν κοιμόνταν: ένα ανθρώπινο ζευγάρι που ζούσε χώρια και που έστελνε το παράπονό του στ’ αστέρια του νυχτερινού ουρανού, πλάσματα όλων των ειδών που πονούσαν (πάντα, τη γήινη νύχτα, οι πόνοι είναι μεγαλύτεροι), άνθρωποι που μίκραιναν τον καημό τους ή μεγάλωναν τη χαρά τους με μουσική και αλκοόλ, άνθρωποι που έγραφαν σε χαρτί ή σε υπολογιστές κάτω από το φως μιας λάμπας, άνθρωποι που δούλευαν για τον επιούσιο και άνθρωποι που ξόδευαν αυτά που είχαν κερδίσει.
Γεμάτες όνειρα, έρωτα, πόνο, γέλιο, δάκρυ ήταν οι νύχτες των ανθρώπων. Αλλά και αίμα. Ήταν πολλές οι νύχτες σε ανθρώπινους τόπους που ο θάνατος έβγαινε σεργιάνι. Οι φλόγες από τα όπλα έκαναν τη νύχτα να μοιάζει με μέρα και το αίμα κυλούσε στις πόλεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι πολεμούσαν και παρέσυραν στο χαμό, εκτός από το είδος τους, και όλα τα άλλα είδη των γήινων πλασμάτων. Έτσι, νύχτα με τη νύχτα και μέρα με τη μέρα πολεμούσαν οι Άνθρωποι. Κι όταν δεν πολεμούσαν μεταξύ τους, τα έβαζαν με τη Φύση, προσπαθώντας να την υποτάξουν, να τη δαμάσουν, να τη διαφεντέψουν και να την εκμεταλλευτούν. Κατέληξαν, απλώς, να την τραυματίσουν θανάσιμα. Μα η Φύση αποδείχτηκε πιο δυνατή. Με την καταστροφή της εξαφανίστηκαν και όλα τα είδη των γήινων πλασμάτων και, τέλος, εξαφανίστηκε και η ίδια η Γη, αυτός ο υπέροχος γαλαζοπράσινος πλανήτης.
Εμείς, όμως, εδώ στον Ζ-21306, διδαχτήκαμε από αυτή την καταστροφή της Γης και δεν ξαναείχαμε πόλεμο με τον Ω-11607. Και θα ξαναφτιάξουμε και το Μουσείο της Νύχτας.
Μόνο που, αυτή τη φορά, δεν θα έχει οθόνες με νύχτες γήινες».
*Στον Ζ-21306 οι μαθητές δεν γράφουν. Αρκεί να σκεφτούν την εργασία τους και εκείνη μεταφέρεται, μέσω νοητικών κυμάτων, σε ένα είδος οθόνης, όπου και οπτικοποιείται.
















