Archive for Αύγουστος 9th, 2007
Πρώτος έρωτας
Καθόταν στη βεράντα, στο σπίτι στο νησί, με το notebook στο ξύλινο τραπέζι μπροστά του. Έγραψε μια παράγραφο ακόμα για να ολοκληρώσει το κεφάλαιο. Το βιβλίο προχωρούσε, ήταν αρκετά ικανοποιημένος. Εδώ στο νησί, μακριά από το θόρυβο και τις προκλήσεις της Αθήνας, μπορούσε να γράφει απερίσπαστος. Είχε φτιάξει και το σπίτι κατά πως ήθελε, το είχε αλλάξει απ΄τα θεμέλια. Δυο χρόνια μετά το θάνατο και της μάνας του, πήρε την απόφαση να το φτιάξει. Πέρυσι τελείωσε, του έφαγε πολύ χρόνο και χρήμα, αλλά είχε γίνει όπως το ονειρευόταν.
Σηκώθηκε και πλησίασε στην άκρη της βεράντας. Κρεμασμένη στο κενό, είχε μιαν απίστευτη θέα στη θάλασσα και τα φώτα της χώρας. Μονόχνωτος άνθρωπος ο πατέρας του, παθολογικά ζηλιάρης για την όμορφη γυναίκα του, έχτισε το σπίτι στην άκρη του πουθενά, έξω από το χωριό. Μιαν ώρα έκαναν με το ζώο να κατέβουν στη Χώρα. Γειτόνους δεν είχαν, την έτρωγε η μοναξιά τη μάνα του όλη μέρα. Εκείνος στο σχολειό, ο πατέρας στα χτήματα και στα μελίσσια, έμενε μόνη με τους καημούς της.
Μέχρι που άνοιξε η τράπεζα.
Ήταν στα 10 όταν έγινε αυτό. Τα τελευταία χρόνια το νησί είχε αρχίσει να μαζεύει τουρίστες “από τας Ευρώπας”. Έρχονταν σε ζευγάρια ή παρέες και εύρισκαν γοητευτικά τα πάντα: τον ήλιο, τη θάλασσα, τα χωριατόσπιτα, τα μποστάνια, τα λιθάρια, τα γαϊδούρια. Και άφηναν και χρήμα. Έτσι άνοιξε το πρώτο τραπεζικό υποκατάστημα στο νησί. Διευθυντής του ένας ωραίος τύπος από την Αθήνα, που βαρέθηκε τη ζωή της πόλης, πήρε τη γυναίκα και τη μικρή του κόρη και ήρθε στο νησί. Τον τρίτο χρόνο είχε χτίσει το σπίτι τους, ψηλά, πάνω από τη χώρα, κοντά στο δικό τους. Ο πατέρας του στραβομουτσούνιασε, η μάνα του χάρηκε που “θα είχε την Αθηνιά να λέει καμιά κουβέντα”. Κι εκείνος έλιωσε όταν είδε την Άννα.
Ήταν το καλοκαίρι που είχε τελειώσει το δημοτικό. Δώδεκα χρονών αντράκι, το φθινόπωρο θα πήγαινε γυμνάσιο. Ήταν καλός μαθητής, αλλά ο πατέρας τον ήθελε στα χτήματα. Πρώτη φορά που ύψωσε φωνή η μάνα: “θα μάθει γράμματα!”. Και ο πατέρας υποχώρησε, για πρώτη και τελευταία φορά. Αλλά του έβγαζε το λάδι, αυτό το καλοκαίρι. Τον έτρεχε από το μελίσσι στο μποστάνι και ξανά μπρος-πίσω. Και δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι “έπρεπε να γίνει άνθρωπος σωστός και όχι χαραμοφάης. Το βιος που θα περνούσε σ΄ αυτόν μια μέρα έπρεπε να έχει ποτιστεί και από το δικό του τον ιδρώτα”.
Έτσι, εκείνο το απομεσήμερο γύριζε από τα μελίσσια. Περπατούσε αργά, κλωτσώντας μια πέτρα και μασουλώντας ένα κομμάτι κερήθρα. Μάσαγε κι έφτυνε και κλώτσαγε την πέτρα. Στο ένα μάγουλο αποθήκευε το μέλι, στο άλλο το κερί. Και προχωρούσε μπουκωμένος και σκοτισμένος, γιατί μετά το φαΐ τον ήθελε ο πατέρας στο χτήμα. Και γινόταν έξαλλος σαν τον έβλεπε να κάθεται χωρίς να κάνει τίποτα.
“Αγοράκι, μπορείς να με κουνήσεις λίγο;”, άκουσε μια κοριτσίστικη φωνή και αναπήδησε. Γύρισε και την είδε. Ντυμένη στα κόκκινα, με μια κορδέλα στα μαλλιά και μάτια ακόμα πιο όμορφα κι από της Μέλπως, της γαϊδάρας τους! Ήταν η κόρη του Διευθυντή της τράπεζας, και καθόταν στην κούνια που της είχε κρεμάσει ο πατέρας της σ΄ ένα δέντρο του κήπου. Προσπαθούσε να πάρει φόρα και δεν τα κατάφερνε. Πλησίασε διστακτικά. “Έλα από πίσω μου και σπρώξε με δυνατά, θέλω να φτάσω στον ουρανό”, του είπε. Πήγε αμίλητος πίσω της και άρχισε να την σπρώχνει. “Κι άλλο!”, φώναξε ενθουσιασμένη. “Πιο ψηλά!”. Την κούνησε κάμποσο και –ταυτόχρονα- κοίταζε αλαφιασμένος το μονοπάτι, μη τυχόν και φανεί ο πατέρας του. Τον είχε απειλήσει πως “αν τον πιάσει να τεμπελιάζει θα τον έστελνε μούτσο στα καράβια και να ξεχνούσε γράμματα και μεγαλεία”.
“Πώς σε λένε; Άννα εμένα”.
“Δημήτρη”, είπε χαμηλόφωνα.
“Έχεις άλλη μαστίχα να μου δώσεις κι εμένα, Δημήτρη;”
“Δεν είναι μαστίχα, κερήθρα είναι, απ΄ το μελίσσι”, της αποκρίθηκε και, μάλλον, εκείνη ήταν η ακριβής στιγμή που αποφάσισε πως όταν μεγάλωνε θα την παντρευόταν.
“Ποτέ δεν έχω δει μελίσσι”.
“Αν θες, αύριο το πρωί που θα ξαναπάω σε παίρνω μαζί”.
……
Η Άννα βγήκε στη βεράντα και τον αγκάλιασε από πίσω. “Τι σκέφτεσαι, ατίθασο αγόρι;”, τον ρώτησε ακουμπώντας το πρόσωπο στην πλάτη του. “Μμμμ… τον πρώτο και μοναδικό έρωτα της ζωής μου”, αποκρίθηκε γυρνώντας και κλείνοντάς τη στην αγκαλιά του. “Αυτό το χαζοπούλι που δεν είχε δει μελίσσι;”, τον ρώτησε παιχνιδιάρικα. “Αυτό ακριβώς”, της απάντησε και έσκυψε να τη φιλήσει.
(Σου διάβασα το Ho Visto Nina Volare του Fabrizio de André)

















