Archive for Αύγουστος 2nd, 2007
Παραίτηση

Μόλις είχαν κάνει έρωτα. Η Αγγέλα ήταν κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του. Το χέρι του τη χάιδευε στα μαλλιά, στο μπράτσο, στην πλάτη χαμηλά, όσο έφτανε. Ήταν η ώρα που εκείνη αγαπούσε περισσότερο απ΄ όλες, η ώρα που της ανοιγόταν, που της μιλούσε. Μόνο που σήμερα ήταν σιωπηλός, την κρατούσε αγκαλιά και κάπου-κάπου τη φιλούσε.
-Μίλα μου, καρδιά μου.
-Τι να σου πω, που δεν το ξέρεις;
-Να μου πεις αυτό που σε βασανίζει, αυτό που ρίχνει σκοτάδι στα μάτια σου ώρες-ώρες.
-Δεν έχω τίποτα, Αγγέλα μου, όλα καλά.
-Μη με κοροϊδεύεις, Χρήστο. Ξέρω ότι κάτι σε τρώει. Πες το να ξαλαφρώσεις. Δεν έχεις ακούσει που λένε πως όταν μοιράζεσαι τη χαρά γίνεται διπλή, και όταν τη λύπη αυτή κόβεται στη μέση;
Την κοίταξε βαθιά στα όμορφα μάτια της.
-Αλήθεια δεν έχω τίποτα. Τίποτα συγκεκριμένο τουλάχιστον. Μάλλον θα φταίει το ότι γερνάω, της είπε χαμογελώντας.
-Γερνάς όμορφα, τουλάχιστον. Άντε λέγε, θα σε ψυχαναλύσω. Ξέρεις πόσους έχω ψυχαναλύσει με μεγάλη επιτυχία; του γέλασε.
Την έσφιξε περισσότερο.
-Δεν ξέρω… ή μάλλον ξέρω. Φταίει που δεν κατάφερα και πολλά πράγματα στη ζωή μου. Και, πια, δεν έχω χρόνο για να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.
-Πάντα υπάρχει χρόνος, αγάπη μου. Ποτέ δεν είναι αργά για τα όνειρα να βγουν αληθινά.
-Λόγια, μωρό μου. Όμορφα, αλλά λόγια.
-Αλήθειες βγαλμένες από τη ζωή. Πόσοι και πόσοι δεν άλλαξαν τη ζωή τους και δεν πραγματοποίησαν όνειρα όταν όλοι οι άλλοι, και καμιά φορά και ο εαυτός τους, τους έλεγαν πως είναι αργά;
-Για μένα είναι. Όταν ήμουν μικρός πίστευα πως θα κατάφερνα τα πάντα. Μα τελικά συμβιβάστηκα. Και μάλλον, αυτό που με ενοχλεί περισσότερο, είναι η συνείδηση του ότι, προφανώς, δεν ήμουν για περισσότερα. Και νοιώθω παραιτημένος, μουδιασμένος. Και το χειρότερο είναι πως δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια για να το αλλάξω.
Αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά του και τον κοίταξε θυμωμένη, μ΄ αυτό το μυωπικό της βλέμμα που τόσο τον διασκέδαζε.
-Για άκου να σου πω, Παπαδόπουλε. Φιλοφρονήσεις ψαρεύεις; Θέλεις να σου απαριθμήσω όλα όσα έχεις καταφέρει στη ζωή σου; Όλα αυτά για τα οποία κάποιοι άλλοι, θα σκότωναν για να τα αποκτήσουν; Την οικογένεια που έφτιαξες; Τη δουλειά σου και όσα έχεις πετύχει εκεί; Τον άνθρωπο που είσαι; Την υγεία σου; Για να μη μιλήσω και για μένα που ομορφαίνω τα “γηρατειά” σου, συμπλήρωσε φιλώντας τον. Ξέρεις πόσοι θα ΣΕ σκότωναν για να ΜΕ αποκτήσουν; αστειεύτηκε.
-Αυτό είναι σίγουρο, Αγγελούδι μου! της είπε φιλώντας τη. Ναι, αυτά που λες ισχύουν. Αλλά ισχύουν και αυτά που λέω εγώ. Μια μέτρια ζωή έχω. Μια ζωή κοινή, όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι. Είμαι μια μετριότητα, από όλες τις απόψεις. Όμως, όταν ήμουν παιδί, φανταζόμουν πως θα ζούσα μια ζωή γεμάτη συναρπαστική δημιουργία, μια ζωή που θα κατέληγε επιτυχημένη κι ευτυχισμένη. Όνειρα παιδιού, θα μου πεις, που όμως βασανίζουν και θλίβουν τον ενήλικα που το παιδί έγινε. Γιατί δεν είναι δυνατόν να τρέξει πίσω τους πια. Επειδή δεν μπορεί. Ή επειδή, πια, δεν θέλει.
Η Αγγέλα σώπασε. Ακούμπησε ξανά το κεφάλι της στο αγαπημένο στήθος. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της και έσφιξε και τα χείλη της. Για να μη μιλήσει. Να μην του πει αυτό που σκεφτόταν. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να του το πει. Ήταν κάτι που έπρεπε μόνος του να δει, μόνος του να αποφασίσει. Και ήταν κάτι που μόνο από φίλο θα ήταν σωστό να ακούσει. Φίλους, όμως, ο Χρήστος δεν είχε, έτσι κουβαλούσε το βάρος μόνος του.
Κι εκείνη δεν μπορούσε να είναι φίλη του. Ήταν μόνο η γυναίκα που τον αγαπούσε πολύ.
(Σου διάβασα το Comfortably Numb των Pink Floyd, που ζήτησε η Evelina)
















