Archive for Ιούλιος 12th, 2007
Να μην αλλάξεις τόπο

Η Καίτη πιάστηκε από το σίδερο της πόρτας και κατέβηκε από το τραίνο, κουβαλώντας τη μεγάλη κόκκινη-μαύρη καρώ βαλίτσα της. Μαζί της κατέβηκαν καμιά δεκαριά φαντάροι, που την κοίταξαν χαζογελώντας και της πέταξαν πειράγματα, ένας τύπος συνοφρυωμένος και σοβαρός και μια κυρούλα με ένα μεγάλο καλάθι. Κοίταξε ένα γύρω στο σκονισμένο σταθμό. “Σκατότοπος”, κατέληξε η Καίτη.
Και ήταν. Δεν είχε τίποτα να επιδείξει στον επισκέπτη που θα έφθανε μέχρι εκεί. Και έφθαναν αρκετοί, όχι όμως για τουρισμό. Έφθαναν για να δουν τους ανθρώπους τους στη φυλακή. Και στο στρατώνα.
Το μπουρδέλο της Αθηνάς ήταν σε ίση απόσταση και από τα δυο. Ο ταξιτζής που πήγε την Καίτη μέχρι εκεί την κρυφοκοίταγε από τον καθρέφτη και όλο σαν κάτι να ήθελε να της πει. Όταν έφτασαν, της πήγε τη βαλίτσα μέχρι την πόρτα και της είπε πως θα πέρναγε να τη “δει” μιαν από αυτές τις μέρες. Η Καίτη του χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι.
Η Ασημίνα ήταν άξια γυναίκα. Είχε αναστήσει το μοναχογιό της, το Νικόλα, μοναχή της, από τότε που ο προκομμένος ο άντρας της έχασε όλο του το βιος, μαζί και την προίκα της, χαρτοπαίζοντας. Στο καφενείο του Γιακουμή ξημεροβραδιαζόταν, παίζοντας και πίνοντας, χάνοντας και ξαναπίνοντας. Κι όταν τα έχασε όλα, πήρε των οματιών του και πήγε στην πρωτεύουσα, για να δουλέψει, λέει, να ξαναφτιάξει την περιουσία τους. Αηδίες. Ίδια τα χούγια του κι εκεί. Και το πιοτί ήταν αυτό που του σάπισε το συκώτι και τον έστειλε στον τάφο πριν την ώρα του. Κι έμεινε η Ασημίνα να παλεύει τα απάλευτα. Να βγάζει τα μάτια της στο βελόνι για να μεγαλώσει ο Νικόλας και να σπουδάσει.
Και τα κατάφερε η Ασημίνα. Χιλιόμετρα ύφασμα είχε κάνει κουρτίνες και καλύμματα και φουστάνια και παλτά και απ΄ όλα. Και μπόρεσε να κρατήσει το σπίτι της, να μην της το πάρουν οι πιστωτές του αντρός της. Και μεγάλωσε κι ο Νικόλας της, κι έγινε άνθρωπος σωστός και μετρημένος, όχι σαν τον πατέρα του. Και του έδωσε ευχή και κατάρα η Ασημίνα: “εδώ να μείνεις, Νικόλα μου, να μην αλλάξεις τόπο. Μη σε πλανέψει η ξενιτιά και μ΄ αφήκεις μονάχη”. Και τον όρκισε. Κι έμεινε ο Νικόλας, και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, δυο ώρες δρόμο απ’ την πόλη του, και πήρε το πτυχίου του γιατρού και γύρισε να υπηρετήσει τη θητεία του. Ήταν προστάτης, μεσολάβησε και ένας μπάρμπας του που είχε τα μέσα, και βρέθηκε να υπηρετεί στο στρατώνα της πόλης του. Χάρηκε και η Ασημίνα, που κάθε μεσημέρι ο Νικόλας έτρωγε σπίτι.
Ένα βράδυ ο Μιχάλης κι ο Θανάσης τον παρέσυραν στο μπουρδέλο της Αθηνάς. Δε σκόπευε να πλαγιάσει με τα “κορίτσια” ο Νικόλας, πήγε μόνο και μόνο για να μη χαλάσει το κέφι της παρέας. Και γνώρισε την Καίτη.
Τρελάθηκε η Ασημίνα σαν της έφεραν τα μαντάτα πως ο γιος της τραβολογιέται με μια από τις πουτάνες της Αθηνάς. Έκλαιγε και ξέσκιζε τα μάγουλά της για το κακό που τη βρήκε. Τον έπιασε με το καλό, τον έπιασε με το άγριο, ανένδοτος ο Νικόλας. Την αγαπούσε, λέει, και ήθελε να τη στεφανωθεί. “Στεφάνι στην κηδεία μου θα φέρεις, αν μου κουβαλήσεις το πουταναριό στο σπίτι”, του ξέκοψε. Και ξέκοψε ο Νικόλας. Όχι από την Καίτη. Από την Ασημίνα.
Έπιασαν ένα σπίτι με την Καίτη στην άκρη του χωριού, δυο κάμαρες όλες κι όλες. Και ζούσαν με έρωτα. Μόνο που ο Νικόλας δεν ήθελε πια να δουλεύει η Καίτη, να την πηδάει ο ένας και ο άλλος. Ζήλευε σαν τρελός, την ήθελε όλη δικιά του. Η Καίτη όμως δεν ήθελε να ξεκόψει. Είχε κάνει το κουμάντο της, θα δούλευε δυο-τρία χρονάκια ακόμα και μετά θα σταματούσε. Είχε γερό κομπόδεμα. Και είχε περάσει πολλά για να καταλήξει να εξαρτιέται οικονομικά από έναν άντρα.
Οι καυγάδες πλήθαιναν. Σε έναν από αυτούς ο Νικόλας σήκωσε το χέρι του και τη χτύπησε. “Αν ήμουν νοικοκυροκόριτσο, σαν αυτά που σου προξενεύει η μάνα σου, δεν θα τολμούσες να με αγγίξεις, θάχες να κάνεις με τον πατέρα και τ΄ αδέλφια μου”, του είπε πικραμένη η Καίτη. “Αλλά πουτάνα με βλέπεις κι εσύ όπως όλοι. Και τέτοια είμαι. Άδειασέ μου τη γωνιά, λοιπόν, κι άντε να χωθείς στην ποδιά της μάνας σου”. Ο Νικόλας θόλωσε. Όταν συνήλθε, η Καίτη ήταν νεκρή στα πόδια του, της είχε πάρει τη ζωή με τα ίδια του τα χέρια.
Στη θέα του Νικόλα, να ανεβαίνει δεμένος στο τραίνο που θα τον πήγαινε στην Πάτρα για τη δίκη, η Ασημίνα λιγοθύμησε.
Είναι πέντε χρόνοι τώρα, που ο Νικόλας είναι κλεισμένος στη φυλακή της πόλης του. Στο επισκεπτήριο, που πάει η Ασημίνα να τον δει, αστειεύεται μαζί της. “Είδες, μάνα; Δεν πάτησα τον όρκο μου. Εδώ έμεινα, τόπο δεν άλλαξα”.
Και αν για κάτι έχει μετανιώσει η Ασημίνα, είναι γι αυτό τον όρκο που έδεσε το γιο της.
(Σου διάβασα το The House Of The Rising Sun, των Animals)
















