Archive for Ιούλιος 8th, 2007
Θα είμαστε ΟΛΟΙ εκεί;


Θέση Ε12

Ιούλης. Ζεστός και υγρός, σαν έρωτας. Και σκληρός, σαν έρωτας επίσης. Γεμάτος αλήθειες που πονάνε πολύ, που ξεσκίζουν καρδιές. Ζητάμε, επίμονα, την αλήθεια από τους άλλους, δεν την αντέχουμε πάντα, όμως. Και πώς να την αντέξεις, όταν σου λένε ότι δεν είσαι τόσο σημαντικός ώστε να αλλάξουν τη ρουτίνα και τη βολή τους για χάρη σου; Ποτέ δεν θα ξαναπεί αλήθεια σε ανθρώπους που συμπαθεί. Με ψέματα θα τους κανακεύει, για να μην ξεσκιστεί η καρδιά τους. Πώς να ζήσει, κανείς, με ξεσκισμένη καρδιά; Και ποτέ ξανά δεν θα απαιτήσει την αλήθεια. Μπορεί, ωραιότατα, να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της στο ψέμα.
Η φίλη της ξύπνησε χαράματα. Πέρασε μπροστά από το κρεβάτι της, πηγαίνοντας στην κουζίνα να πιει νερό. Έκλαιγε, μιλούσε και σκούπιζε τα μάτια της. Νόμισε πως ήταν ξύπνια, πλησίασε να την παρηγορήσει και να την αγκαλιάσει. Κοιμόταν, όμως. Κοιμόταν και έκλαιγε στον ύπνο της. Είχε βγάλει τη νύχτα στο μπαλκόνι, κλαίγοντας, και με το πρώτο φως μαζεύτηκε μέσα και την πήρε ο ύπνος. Το κλάμα την είχε ήδη παρμένη, και δεν την άφησε ούτε στα όνειρά της. Δεν την ξύπνησε, έσκυψε και τη φίλησε στα μαλλιά.
Την άλλη μέρα ζήτησε από όλους να φύγουν από το σπίτι. Ήθελε να μείνει μόνη, δεν μπορούσε να κλαίει μπροστά τους. Και είχε ανάγκη να κλάψει. Για όλα. Για τη “θυσία που γινόταν για το καλό της”, για την απαίτηση να σεβαστεί τη θέληση του άλλου, αποδεικνύοντας έτσι την χωρίς εγωισμό αγάπη της, για τα δικά της τα θέλω που δεν απασχολούσαν κανέναν. Οι μεγάλοι έφυγαν για Αθήνα, οι μικροί χαρτζιλικώθηκαν και πήγαν εκδρομή.
“Αυτοκτονείς”, της είπε η φίλη της πριν φύγει, κοιτάζοντας το γεμάτο αποτσίγαρα τασάκι.
Το φεγγάρι κομμένο στη μέση, αυτές τις μέρες. Έτσι νοιώθει κι εκείνη, μισή. Πάλι στο μπαλκόνι είναι, με τα κεριά. Έτσι που τρεμοπαίζουν οι φλόγες τους και ρίχνουν σκιές στο πρόσωπό της, δεν φαίνεται πως κλαίει. Μόνο που δεν μπορεί, πια, να δει τ΄ αστέρια και το φεγγάρι.
Το εισιτήριο για την παράσταση έμεινε αχρησιμοποίητο στο πορτοφόλι της. Αρρώσταινε στη σκέψη και μόνο να ντυθεί και να βγει, της φαινόταν Γολγοθάς ο δρόμος μέχρι το θέατρο. Δεν βρήκε και κανέναν να το χαρίσει. Μια άδεια θέση στο θέατρο απόψε.
Ο Νίκος, στο μαίηλ που της έστειλε, της έγραψε μια ρήση του Θαλή: “Δεν υπάρχει τίποτα σοφότερο από τον χρόνο. Ξεδιαλύνει τα πάντα”. Ναι, έτσι ήταν. Μόνο που αυτή τη στιγμή δεν την παρηγορούσε καθόλου. Μάλλον δεν υπήρχε τίποτα να την παρηγορήσει. Έστω, όχι ακόμα.
Τηλεφώνησε στη Χριστίνα να της ευχηθεί χρόνια πολλά. Έκλεισε τα 40. Αστειεύτηκε λίγο μαζί της, δεν την άφησε να καταλάβει τίποτα.
Κι έρχονται και τα γενέθλια του Μάνου σε λίγες μέρες. Μόνο που σ΄ αυτόν δεν μπορεί να ευχηθεί. Ο Μάνος σταμάτησε να μετράει κεριά στα 37.
Θα ήθελε να μη νοιώθει τίποτα. Θα ήταν ευλογία να μη νοιώθει τίποτα. Απόψε θα ήθελε να είναι η Φράνσις Φάρμερ, μετά τη λοβοτομή. Λένε πως όταν υποφέρεις, νοιώθεις ζωντανός.
Μα τότε αυτή γιατί είναι ήδη δυο μέρες πεθαμένη;
















