Shine on, you crazy diamond!

Τα moleskine των ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης

Δημοσιεύθηκε στο The Bag Of Posts by Nina C στο Ιούλιος 31st, 2007

Για τα moleskine, τη συνάντησή μου μαζί τους και τον κεραυνοβόλο έρωτα που αναπτύχθηκε ανάμεσά μας, σας είχα μιλήσει ΕΔΩ.

Σήμερα σας έχω φωτογραφίες από τα moleskine διασήμων, ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης. Πάμε, λοιπόν!

Pablo Picasso

picasso-copertina-taccuino.gif

picasso-cahiers-copertina.jpg

picasso-pagina-papavero.jpg

picasso_turc.jpg

Vincent van Gogh

storiavangog.gif

gogh.jpg

Jean-Paul Sartre

sartre.jpg

Georges Bataille

taccuini-bataille.jpg

Guillame Apollinaire

taccuino-di-apollinaire.jpg

André Breton

andre-breton-moleskine.jpg

Stephane Mallarmé

stephane-mallarme.jpg

Ernest Hemingway

hemmin.jpg

Paul Bowles

bowles.jpg

James P. Chapin

chapin-lan.jpg

chapin-tes.jpg

Emily Sowden

sowden-con-transatlant.jpg

Joann Sfar

chabrol-1.jpg

chabrol-2.jpg

Gertrude Stein

taccuino-stein.jpg

Hugh MacLeod

hugh-macleod.jpg

Και φυσικά….

Composition Doll!!!

mol1.jpg

mol2.jpg

mol3.jpg

mol4.jpg


Του Ιούλη τα φεγγάρια

Δημοσιεύθηκε στο Memories Family And Friends, Places by Nina C στο Ιούλιος 30th, 2007

fullmoonsot.jpg

Κοιτώντας την αποψινή πανσέληνο, προσπάθησα να θυμηθώ τις δέκα πιο “δυνατές” μου νύχτες του Ιούλη, νύχτες που το φεγγάρι ήταν γεμάτο. Έτσι, χωρίς σειρά χρονολογική. Όπως μου έρχονται στο μυαλό.

*Αθήνα, 1984, όταν στο φεγγάρι είδα τα πρόσωπα των κοριτσιών μου.

*Αρχαία Επίδαυρος, 2006, όταν έκλαψα επειδή νόμισα πως ένας άντρας δεν με αγαπούσε.

*Κεφαλονιά, 1983, όταν ένας άντρας έκλαψε επειδή νόμισε πως δεν τον αγαπούσα.

*Σκόπελος, 1978, οι πρώτες διακοπές με παρέα, χωρίς γονείς.

*Κρήτη, 2004, χορεύοντας το πρώτο και τελευταίο ζεϊμπέκικο της ζωής μου, δημόσια.

*Καρνάκ, 1989, ο δίσκος του φεγγαριού πάνω από το Νείλο.

*Παρίσι, 1982, νιόπαντρη και πολύ ερωτευμένη, βολτίτσα αγκαλιά στις όχθες του Σηκουάνα.

*Ανάφη, 1995, με δάκρυα στα μάτια για την πιο μοναχική νύφη του κόσμου.

*Ρώμη, 2003, το τελευταίο φεγγάρι που μοιράστηκα με τον αδελφό μου.

*Κερατσίνι, 2005, φεύγοντας αργά από το γραφείο και έχοντας βγει το φεγγάρι, μου έφραξε το δρόμο στην ανηφοριά, μεγάλο σα σπίτι. Ένοιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται από την ομορφιά.

1. Η φωτό της πανσελήνου που κοσμεί το ποστ είναι του Σωτήρη Κ.

2. Ακούμε Τερζή γιατί έτσι γουστάρω.

3. Πανσέληνος του Ιούλη του 2007: τίποτα δεν έχει τελειώσει, όλα είναι δυνατά.

Ανακαλώ

Δημοσιεύθηκε στο Only When I Laugh by Nina C στο Ιούλιος 29th, 2007

oconnell.jpg

Εντάξει, έχεις δίκιο.

Συγγνώμη που σου μίλησα άσχημα.

Το παίρνω πίσω:

ΣΑΛΤΑ ΚΑΙ ΞΕΓΑΜΗΣΟΥ!

Υπόθεση Lindbergh - Το έγκλημα του αιώνα V

Δημοσιεύθηκε στο Crime And Punishment by Nina C στο Ιούλιος 28th, 2007

443px-murder_on_the_orient_express_movie_poster.jpg

Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος της υπόθεσης Lindbergh, που ανέβηκε σήμερα στο “Έγκλημα και Τιμωρία”, παρακολουθούμε την πορεία των πρωταγωνιστών μετά το κλείσιμο της υπόθεσης, η οποία είναι εξίσου συναρπαστική και ενδιαφέρουσα: τη συμπάθεια του Charles Lindbergh για τους Ναζί, τις απεγνωσμένες προσπάθειες της Anna Hauptmann να αποδειχθεί η αθωότητα του άνδρα της, έστω και μετά θάνατο, τη συγγραφική καριέρα της Anne Lindbergh.

Ακόμα γίνεται αναφορά στα βιβλία και τις κινηματογραφικές ταινίες που βασίστηκαν στην υπόθεση της απαγωγής.

La tristesse durera toujours

Δημοσιεύθηκε στο Art, Faces by Nina C στο Ιούλιος 27th, 2007

vincent1.jpg

Άνοιξε τα μάτια του. Ο ήλιος του Ιούλη έλουζε το μικρό του δωμάτιο στην Πανσιόν Ravoux. Το στήθος του έκαιγε. Ο Theo* πλησίασε στα χείλη του ένα ποτήρι δροσερό νερό. Προσπάθησε να πιει. Αδύνατον. Έγειρε το κεφάλι ξανά στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια.

Είδε τον εαυτό του παιδί, στο Groot-Zundert, το πιο λιγομίλητο και ήσυχο ανάμεσα στα αδέλφια του. Η Elisabeth, η Anna και η Wil, οι τρεις του αδελφές να παίζουν με τις κορδέλες τους και οι αδελφοί του, ο Theo και ο Cor, να τον καλούν να τους συντροφέψει στα παιχνίδια τους. Μάλλον ήταν λυπημένος από μικρός.

vincent2.jpg

Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το σχολείο, ούτε υπήρξε αυτό που λένε “καλός μαθητής”. Χωρίς ποτέ να έχει επιδείξει ιδιαίτερο ταλέντο, αποφάσισε να γίνει ζωγράφος, αν και μέσα του πίστευε ότι το επάγγελμα του πατέρα του, πάστορας της προτεσταντικής εκκλησίας, θα του ταίριαζε καλύτερα. Άρχισε να ζωγραφίζει μα τα παράτησε γρήγορα και πήγε κοντά στους μεταλλωρύχους στο Borinage, ως ιερέας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εκεί ταυτίστηκε με τους μεταλλωρύχους, τον τρόπο ζωής τους και τις οικογένειές τους. Το πόσο επηρεάστηκε από αυτή την επαφή του με την εργατική τάξη θα φανεί αργότερα στο έργο του και, ιδίως, στις απεικονίσεις της ζωής στην ύπαιθρο.

Αποφάσισε να καταπιαστεί στα σοβαρά με τη ζωγραφική. Δεν πίστευε στο έμφυτο ταλέντο του, ένοιωθε ότι έπρεπε να τη σπουδάσει. Ο Theo ήταν πάντα κοντά του σε αυτές τις αναζητήσεις, σε αντίθεση με τους γονείς τους. Συχνά σκεφτόταν ότι αν δεν ήταν ο Theo, να τον στηρίζει ηθικά και οικονομικά, θα είχε γίνει πάστορας. Σκέφτηκε ότι αυτό που του χρειαζόταν ήταν η εξειδίκευση, Αποφάσισε να ξεχωρίσει ζωγραφίζοντας ανθρώπινες φιγούρες. Εξασκήθηκε πολύ, δοκίμαζε διάφορες τεχνοτροπίες και στυλ, πειραματίστηκε με διαφορετική θεματολογία, ασχολήθηκε με επιμονή με την προοπτική, τη σκίαση και την ανατομία.

vincent31.jpg

Άρχισε μαθήματα με τον άντρα της ξαδέλφης του, τον Anton**. Τότε ήταν που γνώρισε και τη Sien***. Πόρνη και έγκυος, με ήδη ένα ζωντανό εξώγαμο παιδί και δύο πεθαμένα, βύθισε την οικογένειά του στην απελπισία και τη φρίκη. Έπεσαν όλοι πάνω του να την εγκαταλείψει. Εκείνος ζούσε μαζί της και τη χρησιμοποιούσε ως μοντέλο. Για ένα χρόνο. Μετά έφυγε, κυνηγώντας τα φαντάσματά του. Σκέφτηκε πως η οικογενειακή ζωή δεν ήταν για έναν μονήρη καλλιτέχνη.

Έφτασε στη Nuenen. Ο πατέρας του πεθαίνει κι αυτός φτιάχνει τον πίνακα που πάντα ονειρευόταν: μια πολυπρόσωπη σκηνή με χωρικούς. Τον ονομάζει “Οι Πατατοφάγοι”, και εφαρμόζει στις φιγούρες όλα όσα έχει μάθει. Απογοητεύεται, ο πίνακας δεν τον κάνει γνωστό και διάσημο. Η αυτοεκτίμησή του πέφτει ακόμη πιο χαμηλά. Kι ήταν κι εκείνος ο καθολικός παπάς, που τον κατηγόρησε πως άφησε έγκυο μια από τις νεαρές χωρικές που πόζαραν για τον πίνακα. Και απαγόρευσε στους ανθρώπους του χωριού να του κάνουν τα μοντέλα.

vincentthepotatoeaters.jpg

Ζωγραφίζει με χρώματα που αντικατοπτρίζουν τα συναισθήματά του: χρώματα γήινα, σκοτεινά, μουντά. Στο Παρίσι θα προσθέσει στην παλέτα του τα φωτεινά χρώματα των ιμπρεσιονιστών, θα επηρεαστεί από τη δουλειά τους, το πινέλο του θα αποκτήσει τις κοφτές κινήσεις του δικού τους. Θα γνωρίσει τον Paul**** και θα γίνουν στενοί φίλοι. Θα φύγει για άλλη μια φορά, στην Arles, και θα γράφει καθημερινά στον Paul, πιέζοντάς τον να τον επισκεφθεί.

Ο Paul φθάνει στην Arles κι εκείνος του ζωγραφίζει ηλιοτρόπια για να στολίσει το δωμάτιό του. Ζουν μαζί, ζωγραφίζουν μαζί, μιλάνε για τέχνη. Και διαφωνούν. Οι καυγάδες πυκνώνουν, τα ξεσπάσματά του είναι φοβερά. Διαισθάνεται ότι ο Paul θα φύγει και θα τον εγκαταλείψει. Του επιτίθεται με ένα ξυράφι, ο Paul φεύγει κι εκείνος κόβει το λοβό του αριστερού του αυτιού. Τον τυλίγει σε ένα κομμάτι εφημερίδα και τον προσφέρει, ως δώρο, στη Rachel.*****

Βυθίζεται στην κατάθλιψη και στο αψέντι, η υγεία του, σωματική και πνευματική, πάει από το κακό στο χειρότερο, ζωγραφίζει μανιασμένα, σχεδόν ένα έργο την ημέρα. Και εξακολουθεί να πιστεύει πως δεν αξίζει, πως δεν θα αφήσει πίσω του τίποτα σημαντικό για την ανθρωπότητα. Αποφασίζει να κλειστεί σε άσυλο, για να γιατρέψει τις πληγές στην ψυχή του και τους στροβίλους στο μυαλό του. Αυτούς του ίδιους στροβίλους που θα απεικονίσει στην “Έναστρη Νύχτα” του, ζωγραφισμένη στο άσυλο.

vangogh-starry_night.jpg

Τους τελευταίους τρεις μήνες ζει εδώ, στο πανδοχείο Ravoux, στην Auvers-sur-Oise. Προχθές τον τύλιξε, ξανά, η απελπισία, πιο άγρια και πιο επιθετική από ποτέ. Περπάτησε μέσα σ΄ ένα χωράφι και πυροβολήθηκε στο στήθος με το ρεβόλβερ του. Κι εδώ απέτυχε να έχει το αποτέλεσμα που ήθελε. Άχρηστος και ανίκανος, ακόμα και σ΄ αυτό.

Άνοιξε ξανά τα μάτια του. Ο Theo έσκυψε κοντά του, “Πες μου” του είπε.

“La tristesse durera toujours”******, αποκρίθηκε.

Ο Vincent van Gogh έκλεισε τα μάτια του για πάντα, στο πανδοχείο Ravoux. Ήταν 29 Ιούλη του 1890.

vincent4.jpg

*Theo van Gogh: αδελφός του ζωγράφου, ο άνθρωπος που πίστευε σε αυτόν όσο κανείς και που τον στήριζε σε όλη του τη ζωή.

**Anton Mauve: ξάδελφος εξ αγχιστείας του Vincent, δάσκαλος και φίλος του.

***Clasina Maria Hoornik, γνωστή ως Sien: πόρνη, μητέρα εξώγαμων παιδιών, αλκοολική, σύντροφος και μοντέλο του Vincent για ένα χρόνο. Κοντά στη Sien και στα παιδιά της, ο ζωγράφος βίωσε την ψευδαίσθηση της δικής του οικογένειας. Όταν την εγκατέλειψε, η Sien άφησε τα παιδιά της στα αδέλφια της και έφυγε για το Delft, όπου ξαναγύρισε στην πορνεία. Το 1908 αυτοκτόνησε, πέφτοντας στα νερά του ποταμού Scheldt, στην Αμβέρσα.

****Paul Gauguin: ο διάσημος ζωγράφος, που πέρασε εννέα εβδομάδες με τον Vincent στην Arles, και μοιράστηκε μαζί του το όνειρο για τη δημιουργία μιας καλλιτεχνούπολης, ενός κοινοβίου ζωγράφων και άλλων καλλιτεχνών. Η σχέση τους διαταράχτηκε λόγω των ξεσπασμάτων του Vincent και των τρομερών διαφωνιών τους πάνω στην τέχνη.

*****Rachel, αγνώστων λοιπών στοιχείων: πόρνη σε πορνείο της Arles, που βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι που διέμενε ο Vincent. Δέχτηκε ως δώρο τον κομμένο του λοβό, τυλιγμένο σε εφημερίδα, με την προτροπή “να φυλάξει αυτό το αντικείμενο προσεκτικά”.

****** La tristesse durera toujours: Η λύπη θα διαρκέσει για πάντα. Τα τελευταία λόγια του Vincent van Gogh, έτσι όπως τα άκουσε ο αδελφός του Theo.

“Vincent”, by Don McLean

Το Χάνι του Τίποτα

Δημοσιεύθηκε στο Read Me A Song by Nina C στο Ιούλιος 26th, 2007

hotel-california.jpg

Έβρεχε ραγδαία. Η βροχή τον τύφλωνε και το άλογό του τσαλαβουτούσε στη λάσπη. Η νύχτα είχε πέσει γοργά και πηχτό, αμετάκλητο σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα. Είχε κατεβάσει την κουκούλα του μανδύα του μέχρι τα μάτια, σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να προφυλάξει το πρόσωπό του από τις ριπές του ανέμου και του νερού.

Ξαφνικά, μέσα στο χαλασμό, του φάνηκε πως είδε ένα φως ν΄ αχνοφέγγει. Πίστεψε πως τα ταλαιπωρημένα μάτια του κάποιο παιχνίδι του έπαιζαν. Όταν το ξαναείδε να λάμπει μέσα στη σκοτεινιά του δάσους, βεβαιώθηκε πως ήταν αληθινό. Βίασε το άλογό του προς τα εκεί.

Πλησιάζοντας είδε πως επρόκειτο για ένα χάνι. Απόρησε γιατί ήταν μίλια μακριά από το πιο κοντινό χωριό. Ευχαρίστησε, όμως, την καλή του τύχη για την έμπνευση του πανδοχέα να το χτίσει εκεί, στη μέση του τίποτα. Και, για δες, αυτό ήταν και το όνομά του: “Το Χάνι του Τίποτα”, γραμμένο με κόκκινα γράμματα στην ξύλινη ταμπέλα που κρεμόταν πάνω από την πόρτα, η οποία ήταν ορθάνοιχτη.

Στο άνοιγμά της στεκόταν ένα πανέμορφο κορίτσι. Φορούσε ένα άσπρο μακρύ φόρεμα και κρατούσε μια λάμπα θυέλλης. Από μέσα ξεχύνονταν στη νύχτα γέλια και φωνές και η μυρωδιά ψητού γουρουνόπουλου. Θυμήθηκε πως είχε δυο μερόνυχτα να βάλει κάτι στο στόμα του.

Ένας άντρας οδήγησε το κατάκοπο άλογό του στο στάβλο, για να ταϊστεί και να ποτιστεί. Όσο για εκείνον, ακολούθησε την ξωτικιά που τον υποδέχθηκε.

Κόσμος πολύς μέσα, ατέλειωτα δωμάτια. Κοιτώντας κανείς το χάνι απ΄ έξω δεν θα φανταζόταν ποτέ πως ήταν τόσο μεγάλο. Γέλια, φωνές, μουσικές και τραγούδια ακούγονταν από όλα τα δωμάτια. Μυρωδιές από τα καλύτερα και πλουσιότερα φαγητά που θα μπορούσε να επιθυμήσει. Και κάτι ακόμα, που δεν ξεχώρισε με την πρώτη. Ψίθυροι και αναστεναγμοί, λαχανιάσματα και βογκητά πόθου. Κάποιοι έκαναν έρωτα και τους άκουγαν όλοι!

Ζαλισμένος από όλα αυτά, αφέθηκε να τον οδηγήσουν σ΄ ένα δωμάτιο όπου ένα τραπέζι ήταν στρωμένο με όλα τα καλούδια, μόνο για την αφεντιά του. Κάθισε κι έφαγε με απόλαυση, προσμένοντας την ώρα που θα ξάπλωνε το κουρασμένο του κορμί σ΄ ένα στεγνό κρεβάτι.

Σαν απόφαγε, έψαξε να βρει την κοπέλα, που υπέθετε πως θα ήταν η κόρη του πανδοχέα, μια και ήταν πολύ νέα για να είναι γυναίκα κάποιου. Ήθελε να της ζητήσει ένα δωμάτιο, καθώς ένοιωθε πως τα πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Άρχισε να την αναζητά στα διάφορα δωμάτια.

Στο πρώτο που μπήκε, γυναίκες διαφόρων ηλικιών δοκίμαζαν φορεσιές και κοσμήματα. Είχαν όλες περίπλοκα χτενίσματα, τα πρόσωπά τους φτιασιδωμένα, πασαλειμμένα πομάδες και μπογιές. Οι τοίχοι του δωματίου ήταν καλυμμένοι από τεράστιους καθρέφτες, όπου οι γυναίκες θαύμαζαν τα είδωλά τους. “Φύγε”, του είπε κάποια απ΄ αυτές. “Δεν έχεις καμιά δουλειά στο δωμάτιο της γυναικείας φιλαρέσκειας”.

Η δεύτερη αίθουσα ήταν μεγάλη και λαμπρή, πλούσια διακοσμημένη. Ένας χρυσός θρόνος υψώνονταν στη μέση της και πάνω του εναλλάσσονταν άντρες όλων των ηλικιών. Πίσω από το θρόνο στεκόταν ένας υπηρέτης με κουρασμένο βλέμμα, κρατώντας μια κορώνα, την οποία εναπόθετε στα κεφάλια που διαδέχονταν το ένα το άλλο. “Κόπιασε παλικάρι”, του φώναξε χαρούμενα ένας ηλικιωμένος άντρας. Έλα να γίνεις κι εσύ βασιλιάς. Άφησε το δωμάτιο της ματαιοδοξίας των αντρών και συνέχισε την αναζήτηση της οικοδέσποινας.

Στα επόμενα δύο δωμάτια, παρέες γλεντοκόπων έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Φαίνονταν να διασκεδάζουν αλλά, μια πιο προσεκτική ματιά, σε έκανε να διαπιστώσεις ότι δεν υπήρχε πραγματική χαρά. Μια επίφασή της μονάχα, σαν όλοι αυτοί, να ήταν ηθοποιοί σε κάποια παράσταση. Υποδύονταν τη χαρά, υποδύονταν τη διασκέδαση. Ακόμα και οι μουσικοί και οι τραγουδιστές έπαιζαν και τραγουδούσαν χωρίς ψυχή. Μια γυναίκα ξεχώρισε από το πλήθος και πλησίασε. Τον άρπαξε από το χέρι και τον τράβηξε μέσα. “Έλα να διασκεδάσεις μαζί μας, όμορφε ξένε. Τι αξία έχει η ζωή χωρίς ατελεύτητη διασκέδαση; Έλα να χορέψουμε. Χορεύοντας ξεχνάς. Ή θυμάσαι”, κατέληξε μελαγχολικά. Αρνήθηκε ευγενικά και προχώρησε, αφήνοντας πίσω του τις αίθουσες των εφήμερων απολαύσεων.

Το θέαμα που συνάντησε στο επόμενο δωμάτιο τον κατέπληξε. Γυμνοί άνδρες και γυναίκες, σε συμπλέγματα που δεν θα μπορούσε ποτέ του να διανοηθεί. Ώστε από εδώ έρχονταν οι αναστεναγμοί και τα βογκητά που τον είχαν παραξενέψει! Και τότε την είδε, ανάμεσα σε τρεις άντρες. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε με μισόκλειστα από την ηδονή μάτια. Του έκανε ένα νεύμα με το χέρι της να πλησιάσει. “Έλα”, του είπε, “έλα να νοιώσεις την ηδονή όπως δεν την έχεις νοιώσει ποτέ”.

Τότε ήταν που τα κατάλαβε όλα. Αυτό το μέρος, που παράδεισος του είχε φανεί στην αρχή, δεν ήταν παρά η χειρότερη κόλαση. Ναι, όλα αυτά που ένας άνθρωπος θα μπορούσε να επιθυμήσει, βρίσκονταν εκεί. Σ΄ αυτό το μέρος η ζωή έμοιαζε με ατέλειωτη γιορτή, με πανηγύρι που κρατάει για πάντα, με ξεφάντωμα που ούτε ο θάνατος θα σταματούσε. Όμως, είχε καταλάβει το καλά κρυμμένο μυστικό: πουθενά, σε κανένα από τα δωμάτια του μαγικού αυτού πανδοχείου, δεν είχε συναντήσει την αγάπη. Οι άνθρωποι μέσα σ΄ αυτό δεν αγαπούσαν κανέναν και τίποτα, ούτε καν τους εαυτούς τους. Γιατί όταν αγαπάς τον εαυτό σου δεν του στερείς το πιο βασικό από τα απαραίτητα για να ζήσει. Κατάλαβε και το όνομα του πανδοχείου. Το έλεγαν Χάνι του Τίποτα, γιατί τα πάντα ήταν τίποτα όταν έλειπε η αγάπη.

Έτρεξε προς την έξοδο. Δεν θα έμενε άλλο εκεί, θα πήγαινε να πάρει το άλογό του από το στάβλο και θα έφευγε. Κάτι άλλο θα έβρισκε πιο κάτω. Ξαφνικά εκείνη εμφανίστηκε μπροστά του από το πουθενά. Φορούσε πάλι το νεραϊδένιο λευκό της φόρεμα. “Που νομίζεις ότι πας;” τον ρώτησε θυμωμένα. Τώρα που την παρατηρούσε από πολύ κοντά δεν του φαινόταν πια τόσο νέα. Ούτε τόσο όμορφη. “Φεύγω από το Τίποτα” της είπε. “Κανείς δεν μπορεί να φύγει από το Τίποτα. Μην ξεχνάς πως οικειοθελώς βυθίστηκες μέσα του. Το μόνο που μπορείς πια να κάνεις, είναι να διαλέξεις με ποιο τρόπο θα περάσεις τις αιωνιότητες που σου απομένουν”.

Καθώς την ακολουθούσε ξανά μέσα, ένοιωσε την ψυχή του να στεγνώνει και να συρρικνώνεται.

(Σου διάβασα το Hotel California των Eagles, που ζήτησε η En vain encre)

Κάτι κάνουμε λάθος…

Δημοσιεύθηκε στο Blogging by Nina C στο Ιούλιος 25th, 2007

blogmail.jpg

Έλαβα σήμερα αυτό το e-mail:

“Καλησπέρα φίλε
Διάβασα με προσοχή το blog σου και μπορώ να πω ότι είναι αρκετά ενδιαφέρον.. Είμαι ο κάτοχος του blog XXXXXXXXXX και θα ήθελα να ρίξεις μια ματιά στο blog μου. Αν δεις ότι σε ενδιαφέρει, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια ανταλλαγή links (εννοώ να βάλεις το link μου στο blog σου και εγώ στο δικό μου) και φυσικά σε ανταλλαγή comments.. Δηλαδή να σχολιάζεις τα κείμενά μου -αν θεωρείς κάτι ενδιαφέρον φυσικά- και εγώ τα δικά σου..
Νομίζω ότι θα ωφεληθούμε και οι δυο από αυτή την κίνηση.. Τι λες??
Περιμένω απάντησή σου..

xxxxxxx”

Και απαντώ:

Αγαπητέ ΧΧΧΧΧΧ,

Αν είχες διαβάσει, έστω και απρόσεκτα, το blog μου θα είχες διαπιστώσει πως είμαι φίλη και όχι φίλος. Αν πάλι το έχεις προσέξει, αλλά αυτό που έστειλες είναι ένα e-mail με πολλούς παραλήπτες, θα ήταν σκόπιμο να απευθυνθείς στον καθένα με προσφώνηση που να ανταποκρίνεται στο φύλο του ή, ακόμα καλύτερα, με το nick του.

Μου ζητάς να ρίξω μια ματιά στο blog σου και αν το βρω ενδιαφέρον να προχωρήσουμε σε ανταλλαγή links. Έριξα, λοιπόν, και αποφάσισα ότι η θεματολογία του δεν με ενδιαφέρει. Από την άλλη όμως, εσύ βρήκες το δικό μου αρκετά ενδιαφέρον. Οπότε αυτό που πρέπει να γίνει είναι να με βάλεις εσύ στα links σου, ενώ εγώ όχι!

Νομίζεις πως έχουμε να ωφεληθούμε αμφότεροι από την ανταλλαγή links. Προσωπικά δεν έχω να ωφεληθώ τίποτα από την προσθήκη του blog μου στα links σου και, σε διαβεβαιώ, ούτε εσύ από αυτή στα δικά μου. Η όποια καταξίωση ή αναγνώριση ή αναγνωσιμότητά μας εδώ μέσα έχει να κάνει αποκλειστικά με αυτά που γράφουμε και με αυτούς στους οποίους απευθυνόμαστε. Κάνε το κέφι σου, λοιπόν, γράφε ότι γουστάρεις, και άσε αυτούς που θέλουν να σε βάλουν στα links τους να το κάνουν από μόνοι τους. Τα blogs μας είναι πρωτίστως για εμάς και δευτερευόντως για όποιον ενδιαφέρεται να τα διαβάσει.

Σου εύχομαι καλή συνέχεια στη blogoland.

Composition Doll”

Η εμπεριστατωμένη απάντηση που έλαβα ήταν η εξής:

“ok,pantws xalarwse ligaki kai min eisai stin tsita oli tin wra

Κάτι κάνουμε λάθος, μάγκες….