Το μαλλί που γελάει

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό ελληνικό χωριό, ζούσε μια κοπέλα. Φορούσε πάντα κόκκινα, γιατί της άρεσε αυτό το ζωηρό, χαρούμενο χρώμα. Αν φορούσε και ένα κόκκινο σκουφάκι, θα μπορούσε να ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. Αλλά σκουφάκι δε φορούσε, όχι γιατί δεν ήθελε αλλά γιατί δε μπορούσε.
Το κορίτσι αυτό αγαπούσε να γελάει. Γελούσε ολόκληρο: γελούσαν τα μάτια του, γελούσαν τ’ αυτιά του, γελούσε η μύτη του, γελούσαν τα χείλη του, γελούσαν τα χέρια του, γελούσε η καρδιά του. Το πιο αξιοθαύμαστο, όμως, απ’ όλα ήταν πως γελούσαν τα μαλλιά του!
Ναι, όσο περίεργο και αν σας φαίνεται αυτό, το κορίτσι μας είχε μαλλί που γελούσε. Ξεκαρδιζόταν το μαλλί του, έτσι που ούτε σκουφάκι, ούτε καπελάκι, ούτε ένα τόσο δα μαντήλι μπορούσε να σταθεί στο κεφάλι του. Μόλις πήγαινε να φορέσει οτιδήποτε από αυτά, το μαλλί του έπιανε να γελάει και παφ! το έριχνε κάτω.
Το μαλλί που γελάει είχε κάνει διάσημη την κοπέλα. Άνθρωποι από όλον τον κόσμο έρχονταν στο μικρό χωριό για να τη δουν και να φωτογραφηθούν μαζί της. Οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα της ζητούσαν συνεντεύξεις και ένας σκηνοθέτης ήθελε να γυρίσει και μια ταινία. Το κορίτσι είχε γίνει πολύ πλούσιο, με όλα αυτά, και ζούσε ευτυχισμένο.
Κάποια μέρα έφτασε στο χωριό ένας μεγάλος και σπουδαίος συγγραφέας. Είχε γίνει διάσημος για ένα βιβλίο που είχε γράψει, το θέμα του οποίου ήταν η Λύπη. Ο συγγραφέας ήταν ένας άνθρωπος που σπάνια γελούσε, σχεδόν ποτέ. Ήταν μεγάλος και κουρασμένος και απογοητευμένος. Δεν πίστευε ότι υπήρχε μαλλί που να γελάει κι έφτασε στο μικρό χωριό για να το διαπιστώσει μόνος του.
Συναντήθηκε με την κοπέλα ένα βράδυ, στην πλατεία του χωριού, σε έναν χορό.
-«Κάνε το μαλλί σου να γελάσει, να το δω», της είπε.
-«Μόνο εσύ μπορείς να κάνεις το μαλλί μου να γελάσει», του αποκρίθηκε. «Όλα πάνω μας γελάνε όταν κάποιος μας κάνει ευτυχισμένους».
-«Μα πώς μπορώ εγώ, ένας γέρος και μέτριος άνθρωπος, να σε κάνω ευτυχισμένη?», απόρησε ο συγγραφέας.
-«Με το να με αγαπάς», του απάντησε το κορίτσι.
-«Και φτάνει αυτό?», ρώτησε ο δύσπιστος συγγραφέας.
-«Φυσικά και φτάνει», τον διαβεβαίωσε η κοπέλα. «Δοκίμασε και θα δεις».
-«Σ’ αγαπώ», της είπε.
-«Πόσο?», ρώτησε το κορίτσι.
-«Επαρκώς», της απάντησε ο ορθολογιστής συγγραφέας. Το μαλλί της κοπέλας έπιασε να χαμογελάει.
-«Προσπάθησε λίγο ακόμη», του είπε. «Είμαι σίγουρη πως μπορείς καλύτερα. Πόσο με αγαπάς?», επέμεινε το κορίτσι.
Ο συγγραφέας της κοίταξε καλά-καλά. Είδε τα μάτια της να τον κοιτάζουν με αγάπη, τα αυτιά της να τον ακούν με προσοχή, τη μύτη της να οσφραίνεται τη μυρωδιά του, τα χείλη της να είναι έτοιμα να ακουμπήσουν στα δικά του, τα χέρια της να θέλουν να τον αγκαλιάσουν, την καρδιά της να είναι δική του. Και το μαλλί της να είναι έτοιμο να γελάσει. Η λύπη που τον συντρόφευε τόσα χρόνια, χάθηκε ως δια μαγείας.
-«Σ’ αγαπώ πολύ», είπε στο κορίτσι και εννοούσε κάθε λέξη.
Το μαλλί του κοριτσιού ξεκαρδίστηκε και, απ’ όσο μαθαίνω, γελάει ακόμη!
Το παραμυθάκι αυτό αφιερώνεται στον άντρα που με κάνει ευτυχισμένη και στο φίλο Γιάννη, που μου έστειλε τη ζωγραφιά, συνοδεύοντάς τη με ένα ποιηματάκι.
Η ευλογημένη καθημερινότητα

Ξυπνάει κάθε πρωί από ύπνο ανήσυχο, γεμάτο από όνειρα που δεν θυμάται ποτέ. Πλένεται, ντύνεται, πίνει τον καφέ του στο μάρμαρο του νεροχύτη της κουζίνας. Μικρές, βιαστικές γουλιές. Στα όρθια. Αλλάζει την άμμο του γάτου, του ανοίγει μια κονσέρβα και φεύγει για τη δουλειά, με το μικρό, παλιό, τριμμένο του αμάξι.
Στο δρόμο για το γραφείο συναντά πάντα κίνηση, εκνευρίζεται, βλαστημά. Φτάνει ήδη κουρασμένος. Μουρμουρίζει μια καλημέρα στο συνάδελφο και χώνεται στα χαρτιά του.
Κατά τις 11.00 κάνει διάλειμμα για κολατσιό. Κατεβαίνει στο κυλικείο του πρώτου ορόφου και αγοράζει μισή φρατζόλα ψωμί με βούτυρο, ομελέτα, λουκάνικο και πατάτες. Στις τελευταίες εξετάσεις η κακιά χοληστερίνη είχε χτυπήσει κόκκινο, αλλά την αγνοεί και ελπίζει να κάνει κι εκείνη το ίδιο. Πίνει και μια κόκα κόλα. Light.
Επιστρέφει στο κοσκίνισμα των χαρτιών του μέχρι τις 2.30. Πετάει ένα «άντε γειά» στον απέναντι και παίρνει το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Μπαίνει μέσα και το γατί τρίβεται στα πόδια του. Ποια του είχε πει πως «το να σου δείχνει αγάπη η γάτα σου, καθόλου δε σημαίνει πως είσαι καλός άνθρωπος»? Δε θυμάται πια, όχι ότι έχει και ιδιαίτερη σημασία.
Το μεσημέρι θα ξαπλώσει για δυο ώρες, το έχει ανάγκη, δεν αντέχει αλλιώς. Είναι κι αυτές οι άπνοιες που κάνει στον ύπνο του και νοιώθει πάντα κουρασμένος. Οι γιατροί του είπαν να κοιμάται με μάσκα, αλλά αυτός αρνείται, δεν τον βολεύει. Όταν ξυπνήσει θα πιει άλλον έναν καφέ, μπροστά στην τηλεόραση. Κι εκεί θα παραμείνει μέχρι ν΄αρχίσει να κουτουλάει από τη νύστα. Και τότε μόνο θα πάει στο κρεβάτι του.
Ξυπνάει το πρωί από ύπνο ανήσυχο, γεμάτο από όνειρα που δεν θυμάται ποτέ. Πλένεται, ντύνεται, πίνει τον καφέ του στο μάρμαρο του νεροχύτη της κουζίνας. Μικρές, βιαστικές γουλιές. Στα όρθια. Αλλάζει την άμμο του γάτου, του ανοίγει μια κονσέρβα και φεύγει για τη δουλειά, με το μικρό, παλιό, τριμμένο του αμάξι.
Και η ρουτίνα του αρχίζει, ξανά και ξανά. Και είναι αυτή η ευλογημένη η καθημερινότητα που τον κρατά σε μιαν επίφαση ζωής. Και που τον εμποδίζει να στουκάρει το αμάξι στην πρώτη κολώνα που θα συναντήσει.
Στο μπαλκόνι με πανσέληνο

Διήμερο
«Θάλασσες, πόλεις και λιμάνια του κόσμου»
Μια παράσταση σε σκηνοθεσία Μάνιας Παπαδημητρίου και μια συζήτηση με την Ιωάννα Καρυστιάνη και τον Τζώρτζη Μαράτο
Στον Πειραιά, σ’ένα μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα, σ’ένα μπαλκόνι που μοιάζει με κουβέρτα καραβιού (Κτίριο Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς – OΛΠ, Ακτή Μιαούλη 10) την πρώτη πανσέληνο του καλοκαιριού (1η και 2 Ιουνίου), η ομάδα πολιτισμού από το “Λιμάνι της Αγωνίας” διοργανώνει ένα διήμερο με θέμα «Θάλασσες, πόλεις και λιμάνια του κόσμου».
Το διήμερο αυτό περιλαμβάνει την θεατρική παράσταση «Μ’ ένα καράβι φορτηγό» από τη θεατρική ομάδα «Πας παρτού», σε σκηνοθεσία Μάνιας Παπαδημητρίου, παράσταση βασισμένη σε αληθινές αφηγήσεις και αλληλογραφία ναυτικών και πλαισιωμένη από ζωντανή μουσική (από ρεμπέτικα μέχρι τζαζ). Η παράσταση αυτή είναι μία από τις οκτώ που επιλέγησαν από το ελληνικό τμήμα του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (σε συνεργασία και με την υποστήριξη του ΥΠΠΟ), για να παρουσιαστούν σε ξένους θεατρικούς παραγωγούς και να παιχτούν στο εξωτερικό. Μετά την παράσταση μ’ ένα ποτήρι κρασί θα γνωριστούμε και θα απολαύσουμε μουσικές απ’ όλο τον κόσμο, για θάλασσες και λιμάνια. (Παρασκευή 1η Ιουνίου, 9μμ, είσοδος 15 ευρώ)
Τη δεύτερη μέρα, Σάββατο 2 Ιουνίου πάντα στις 9μμ και στον ίδιο χώρο, με ελεύθερη είσοδο, μιλάμε με την Ιωάννα Καρυστιάνη για το «Σουέλ» (εκδ. Καστανιώτης) και για τις σιωπηρές και μοναχικές πορείες, είτε πλάι στο βουβό κυματισμό του ωκεανού, είτε όχι. Μαζί μας και ο καπετάν Τζώρτζης Μαράτος, ναυτικός και συγγραφέας, (τελευταίο βιβλίο του «Απαγορευτικόν απόπλου» από τις εκδόσεις της Εστίας) για να μοιραστούμε μαζί του εικόνες και εμπειρίες. Ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός θα διαβάσει αποσπάσματα και από τα δυο βιβλία. Το διήμερο κλείνει πάλι με κρασί ή μπύρα, μουσική και…χορό.
Το λιμάνι αν και συνδέεται με την ζωή του Πειραιά πάνω από δυο χιλιετίες, τα τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι έχει αποξενωθεί από την πόλη στην οποία ανήκει και ότι αυτή η παμπάλαιη όσμωση μεταξύ πόλης και λιμανιού χάνεται. Το διήμερο αυτό το διοργανώνουμε λοιπόν επειδή το λιμάνι και ότι αυτό συνεπάγεται σε μύθο, φαντασίωση και πραγματικότητα, θέλουμε να το «ξαναβάλουμε» στη ζωή μας, να το φέρουμε και πάλι σ’επαφή με την πόλη, τους κατοίκους και τους επισκέπτες της. Θέλουμε ακόμη, αξιοποιώντας τις υποδομές και τους χώρους του (διατηρώντάς τους και αναδεικνύοντάς τους), να το βάλλουμε στο κέντρο πολλαπλών και πολύπλευρων εκδηλώσεων. Γιατί θέλουμε να το «ζούμε», και όχι να το βλέπουμε να μετατρέπεται σε «έρημη χώρα» ουρανοξυστών και εμπορικών κέντρων. Γι αυτό άλλωστε στόχος μας είναι το διήμερο αυτό να το διοργανώνουμε κάθε χρόνο διευρύνοντας το είδος και τη θεματική των εκδηλώσεων, κρατώντας όμως πάντα το ίδιο πλαίσιο: θάλασσες, πόλεις και λιμάνια του κόσμου.
Τον καιρό μου μέσα!

Αηδία κατάντησε ο καιρός!
Δε λέει να σταματήσει η βροχή, εδώ στο Νησί, με αποτέλεσμα να τσαλαβουτάμε στα νερά κάθε φορά που δρασκελάμε το κατώφλι του σπιτιού μας. Όχι ότι μας πτοεί ιδιαίτερα αυτό αλλά, όπως και να το κάνεις, δεν είναι ό,τι καλύτερο να έχεις λασπώσει όλα τα ζευγάρια παπούτσια που έχεις κουβαλήσει, των βατραχοπέδιλων συμπεριλαμβανομένων!
Έτσι επιστρέφουμε εις το κλεινόν άστυ, όχι γιατί μας τρομοκράτησε ο καιρός (τον έχουμε γραμμένο εκεί που δεν πιάνει η μελάνη), αλλά γιατί έχουμε επείγουσες υποθέσεις που πρέπει να διεκπεραιώσουμε. Υποβολή φορολογικής δήλωσης (επιτέλους…), μια διήμερη εκδήλωση, στην οποία θα παραβρεθούμε, μια παρουσίαση βιβλίου (προσεχώς οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες), μια επίσκεψη ιατρικού περιεχομένου και εορτασμός γενεθλίων πολυαγαπημένων προσώπων. Χώρια οι φίλοι που θέλουμε να δούμε και να μας δούνε.
Εκτός απροόπτου, λοιπόν, θα επανακάμψουμε εις την Επιδαύριαν Νήσον γύρω στις 20 Ιουνίου. Ελπίζουμε, μέχρι τότε ο καιρός να έχει συμμορφωθεί, αν και τον κόβω για κίναιδο και ποτέ δεν ξέρει κανείς… Όπως και νάχει, θα επιστρέψουμε αποφασισμένοι να απολαύσουμε το θέρος!!!
Και εις άλλα με υγεία!
Αδελφοί Χριστοφιλέα: Μπόνυ και Κλάιντ α λα ελληνικά I

Η δράση των αδελφών Ανδρέα και Κούλας Χριστοφιλέα και της συμμορίας τους (η πολύκροτη «σπείρα Ροκαμβόλ»), τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1920, ίσως σήμερα -80 χρόνια μετά- φαντάζει κάπως «αφελής» και «απλοϊκή». Εντούτοις, εκείνη την εποχή αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα το φόβητρο για τους κατοίκους της Αθήνας και των γύρω περιοχών, αλλά και τον μεγαλύτερο «πονοκέφαλο» των διωκτικών αρχών της πρωτεύουσας, που τους χαρακτήριζαν ως τους Μπόνι και Κλάιντ της Ελλάδας.
Στο «Έγκλημα και Τιμωρία» το πρώτο από τα δύο μέρη της ιστορίας τους, από τον Γιάννη Ράγκο.
Καλό ταξίδι, Όμορφη!

Ζηλεύγει ο Χάρος. Με χωσιά μακρά τήνε βιγλίζει,
κ’ ελάβωσέ της την καρδιά και την ψυχή της πήρε.
Μπάμπης Σχοινάς

[…Ήταν ιδεολόγος του κίτρινου τύπου. Από μικρός του άρεσε το κουτσομπολιό. Μεγάλωσε με τη γιαγιά του και τη θεία του στις αυλές των σπιτιών του Κορυδαλλού και έμαθε να εκτιμά τις φήμες και τις διαδόσεις γύρω από τα προσωπικά και τα απόκρυφα των ανθρώπων της συνοικίας. Από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου διάβαζε όλο τον κίτρινο τύπο, όπως άλλοι διάβαζαν τότε «Μικρό Ήρωα» ή «Ταρζάν».
Του άρεσαν επίσης οι κοσμικές στήλες με τις φωτογραφίες στο «Φαντάζιο» και τα γυναικεία περιοδικά, κι αν μάλιστα περιείχαν κανένα στιγμιότυπο όπου η φούστα κάποιας πλούσιας και ωραίας είχε ανασηκωθεί από απροσεξία ή επίτηδες, άναβε ολόκληρος. Όσο μεγάλωνε, η ηδονοβλεπτική του διάθεση γινόταν ακόρεστη.
Από έφηβος είχε καταλάβει ότι η αδιακρισία ήταν κάτι που τον ερέθιζε, ότι του άρεσε να προκαλεί αμηχανία στους γύρω του, θίγοντας πράγματα που κανονικά δε λέγονται ανοιχτά. Το μάτι και το αυτί του ήταν έτοιμα κάθε στιγμή να συλλέξουν τις πολύτιμες πληροφορίες, κινήσεις ή εκφράσεις που έδιναν τροφή στις μπηχτές ή τα υπονοούμενά του.
Τελειώνοντας το εξατάξιο Γυμνάσιο συνειδητοποίησε πως η κλίση του αυτή του έτρωγε έτσι κι αλλιώς χρόνο και έβαλε στόχο να συνδυάσει την καθημερινή του ασχολία με το βιοπορισμό.
Ξεκίνησε από χαμηλά, σαν απλός δημοσιογραφίσκος στο «Πάρε με», πέρασε από το «Ναι μεν, αλλά», έγινε συντάκτης του «Γλείψε με» και καταδικάστηκε για πορνογραφία, συνέχισε πιο προσεκτικά με το «Όλα όσα θέλω να ξέρω για τη νύχτα» και το «Πικάντικο», για να καταλήξει ιδιοκτήτης και εκδότης του «Κους-Κους», που κρατούσε τα σκήπτρα του κίτρινου τύπου…]
Απόσπασμα από το κεφάλαιο 17 του βιβλίου «Λοβοτομή – Ελληνικό ταμπλόιντ», του Ανδρέα Αποστολίδη. Εκδόσεις «Άγρα» - Ιούλιος 2002.
















