Shine on, you crazy diamond!

Carpe diem!

Archive for Ιανουάριος 26th, 2007

Κάποτε στην Τεοτιουακάν

with 19 comments

Ο Σιγιάτζ Κ’ανχκ’ ήπιε λαίμαργα νερό από το κύπελλο που του έδωσε ο νεαρός Αμέκα. Σκούπισε τα χείλη του με την ανάστροφη της παλάμης του και κατευθύνθηκε στο Ναό του Φτερωτού Φιδιού. Έπρεπε να κάνει σπονδή στους θεούς και να λάβει χρησμό. Σκόπευε να επιβάλει στο θρόνο του Τικάλ τον Ατλάλτ Τεκολόλτλ και ήθελε να πληροφορηθεί την πιθανή έκβαση του εγχειρήματός του.

Μέσα στο ναό ήταν μόνος. Πλησίασε το βωμό της θεάς Τσαλτσιουτλίκουε και γονάτισε. Έμεινε αρκετή ώρα έτσι. Όταν βγήκε ο ήλιος έδυε πίσω από την πυραμίδα της Σελήνης. Ο Σιγιάτζ Κ’ανχκ’ περπάτησε στην Οδό των Νεκρών με κατεύθυνση το σπίτι του. Ανέβαλε την επίσκεψή του στο ανάκτορο του Κετζαπαπαλότλ για την επομένη. Ένοιωθε κουρασμένος και μόνος.

Έφτασε στο, χτισμένο σύμφωνα με το νέο ρυθμό (που αιώνες αργότερα θα ονόμαζαν talud-tablero), σπίτι του. Ο υπηρέτης του είχε έτοιμο το δείπνο του, από κουνέλι μαγειρεμένο με καλαμπόκι. Ο Σιγιάτζ Κ’ανχκ’ τον έστειλε για ύπνο και δείπνησε μόνος.

Σαν απόφαγε, βγήκε στη μικρή αυλή του για να θαυμάσει τον κατάσπαρτο με αστέρια ουρανό, πριν κοιμηθεί. Ήταν η ώρα που απολάμβανε περισσότερο, η ώρα που τα έλεγε με τον εαυτό του και κατάστρωνε τη στρατηγική του. Ένα σούρσιμο στα δεξιά του τον έκανε να γυρίσει απότομα, φέρνοντας ταυτόχρονα το χέρι στη, ζωσμένη στη μέση του, ματσέτα. Η Ναγκουάλ πρόβαλε πίσω από τον δυτικό τοίχο και ρίχτηκε στην αγκαλιά του.
Ο Σιγιάτζ Κ’ανχκ’ την έσφιξε έκπληκτος ανάμεσα στα μπράτσα του. «Πώς βρέθηκες εδώ?» τη ρώτησε φιλώντας τη. «Δεν περίμενα να σε δω πριν από αύριο που θα πάω στο Κετζαπαπαλότλ για να μιλήσω με τον πατέρα του Ατλάλτ. Μετά θα ερχόμουν σ’ εσένα». Η Ναγκουάλ ξέφυγε από τα χέρια του και στάθηκε θυμωμένη απέναντί του. Το άσπρο της φόρεμα φαινόταν γαλάζιο στο φως του φεγγαριού και τα μαύρα της μαλλιά ήταν ένα με τη νύχτα.

«Αυτή σου η ιδέα θα είναι η καταστροφή μας, Σιγιάτζ. Ξέρεις πως ο ηγεμόνας με θέλει για σύζυγο του Ατλάλτ. Ξέρεις πως και ο ίδιος ο Ατλάλτ συμφωνεί. Αν καταφέρεις να τον ανεβάσεις στο θρόνο του Τικάλ, τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα γίνω η βασιλική σύζυγος?»

«Καλή μου, ο Ατλάλτ είναι η μόνη λύση για τη σωτηρία του λαού της Τεοτιουακάν. Τα έχουμε συζητήσει τόσες φορές αυτά, εδώ, κάτω από τα ίδια αστέρια. Η κοιλάδα της Τεοτιουακάν συγκεντρώνει τον περισσότερο λαό απ΄ όλες τις πόλεις τριγύρω. Ζούμε σε σπίτια φτιαγμένα από πέτρα και όχι σε αχυρένιες καλύβες. Είναι λογικό να προσελκύουμε εχθρούς. Ο λαός του Τικάλ είναι εχθρικός απέναντί μας δεκάδες χρόνια. Αν καταφέρουμε ένας δικός μας, και συγκεκριμένα ο γιός του βασιλιά μας, να γίνει βασιλιάς τους, έχουμε οφέλη τεράστια. Από εχθρούς τους κάνουμε συμμάχους και υποτελείς. Και όλα αυτά αναίμακτα, χωρίς να κινδυνέψουν οι άντρες του λαού μας. Η κατάκτηση του Ματακαπάν και του Καμιναλτζουγιού, μας έφερε πλούτη και εύφορα εδάφη, αλλά μας στοίχισε σε ζωές νέων και εύρωστων αντρών του λαού μας».

«Μη μου μιλάς σαν να είμαι ένας από τους στρατιώτες σου, Σιγιάτζ Κ’ανχκ’. Αυτά που λες δεν με ενδιαφέρουν. Τι να τα κάνω εγώ τα εδάφη, και τα πλούτη, και τα ορυχεία του οψιδιανού και την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, όταν δεν θα έχω τα χέρια σου να με κρατάνε και τα μάτια σου να βλέπω όταν ξυπνώ? Και πως θ’ αντέξεις εσύ, Σιγιάτζ Κ’ανχκ’, να υπηρετείς πιστά έναν βασιλιά που θα μπαίνει στο κρεβάτι μου σαν πολέμαρχος κάθε βράδυ?» Ο Σιγιάτζ Κ’ανχκ’ προσπάθησε να ψελλίσει κάτι για το ιερό χρέος του πολεμιστή, για το καλό της πόλης, για τους θεούς που έστειλαν θετικά μηνύματα. Η Ναγκουάλ δεν τον άφησε να συνεχίσει.

«Πήγαινε να παίξεις το παιχνίδι της εξουσίας, Σιγιάτζ Κ’ανχκ’, εκεί που είσαι τόσο καλός. Το παιχνίδι της αγάπης άστο, δεν είναι για σένα, δεν το ξέρεις και θα χάσεις. Και ξέρουμε και οι δύο πως δεν σου αρέσει να χάνεις, Σιγιάτζ Κ’ανχκ’. Φεύγω. Και μη με ψάξεις αύριο στο παλάτι. Όταν τελειώσεις τη δουλειά σου φύγε και γύρνα εδώ, μόνος. Περίμενε να νυχτώσει και βγες πάλι στην αυλή σου, μόνος. Και μην ελπίζεις πως θα πεταχτώ ξανά από καμιά γωνιά. Μόνος θα είσαι και μόνος θα μείνεις. Ρίξε όμως μια ματιά στ’ αστέρια, που τόσο σ’ αρέσουν, και ρώτα τα, πού είναι πιο σημαντικό να κερδίζει ένας άνθρωπος? Στον πόλεμο ή στην αγάπη? Και άκουσε την απάντησή τους, Σιγιάτζ Κ’ανχκ’. Θα έχεις ατέλειωτα χρόνια μοναξιάς για να την καταλάβεις».

Η Ναγκουάλ γύρισε και χάθηκε στη νύχτα. Για λίγο, ο Σιγιάτζ Κ’ανχκ’, μπορούσε να βλέπει το λευκό της φόρεμα που ξεμάκραινε. Φαινόταν γαλάζιο κάτω από το φως του φεγγαριού.

(Τεοτιουακάν, Μεξικό, μια ζεστή νύχτα του 400 μ.Χ.)

Written by Nina C

Ιανουάριος 26th, 2007 στο 1:07 π.μ.

Posted in Exercises