Archive for Ιανουάριος 13th, 2007
Η γραφομηχανή
Ακούμπησε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα. Δεν θα χτυπούσε παρά μερικούς χαρακτήρες, όσους χρειάζονταν για να σχηματίσουν τον τίτλο του βιβλίου, που μόλις είχε ολοκληρώσει, και το όνομά του. Ήθελε να καθυστερήσει τη στιγμή, την απόλαυση. Κάθε φορά που τοποθετούσε τη Salter στο γραφείο του, το έκανε ευλαβικά, με αγάπη, σαν να μετακινούσε την πολυθρόνα του πατέρα του κοντά στο παράθυρο του ασύλου, έτσι όπως είχε κάνει την πρώτη και τελευταία φορά που τον είδε μετά το φευγιό του.
Οι γονείς του γνωρίστηκαν στην μετεμφυλιακή Αθήνα. Γιος μαυραγορίτη εκείνος, με τεράστια περιουσία, που εξανεμίστηκε στους γιατρούς για την αρρώστια της αδελφής του, πριν ακόμα τελειώσει ο πόλεμος. Εκείνης ο πατέρας πέθανε στο βουνό. Η οικογένειά της έφριξε με τον παράταιρο έρωτα. «Πώς μπορείς?», τη ρώτησε η μάνα της με σκοτεινιασμένα μάτια. «Τον αγαπώ», απάντησε εκείνη με ολόφωτα.
Έφυγαν για το Λονδίνο. Παντρεύτηκαν στην ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, αμέσως μόλις επαναλειτούργησε μετά την επισκευή από τη λαίλαπα του πολέμου. Εκείνος σπούδαζε φιλολογία, εκείνη δούλευε σε ένα βιβλιοπωλείο. Εκείνος ήθελε να γίνει συγγραφέας. Εκείνη τον στήριζε με όλες της τις δυνάμεις. Εκείνος πόθησε τη γραφομηχανή. Εκείνη την πλήρωσε με δυο μισθούς. Εκείνος γύριζε τις νύχτες με τους μποέμ φίλους στο Soho. Εκείνη κοιμόταν για να πάει την άλλη μέρα στη δουλειά. Εκείνος δεν έγραφε. Εκείνη ήταν έγκυος. Εκείνος μεθούσε. Εκείνη γέννησε μόνη. Εκείνος γυρνούσε με γυναίκες. Εκείνη μεγάλωνε το παιδί. Εκείνος την εγκατέλειψε. Εκείνη πήρε το παιδί και γύρισε στην Ελλάδα. «Προδότης, σαν τον πατέρα του!», είπε η μάνα της με ολόφωτα από θρίαμβο μάτια. «Τον αγαπούσα», απάντησε εκείνη με σκοτεινιασμένα.
Η μητέρα του δούλεψε σκληρά, μέρα-νύχτα, εκείνον τον πρόσεχε η γιαγιά του. Σε λίγο καιρό είχε το δικό της βιβλιοπωλείο στη γειτονιά της, τα Εξάρχεια, σε μια κάθετη της Σόλωνος, στη γειτονιά των βιβλιοπωλείων και των εκδοτικών οίκων. Ο μικρός μεγάλωσε μέσα στα βιβλία και τις λογοτεχνικές παρέες της μάνας του. Έμαθε ν’ αγαπά την ανάγνωση, τη μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού, τις άκοπες σελίδες των βιβλίων. Μεγαλώνοντας άρχισε να γράφει. Η μάνα του τον ενθάρρυνε πάντα.
Είχε ήδη εκδώσει τα δύο πρώτα του βιβλία, όταν ήρθε το γράμμα από το Λονδίνο. Αποστολέας ήταν κάποια κυρία Jones, διευθύντρια του Redford Lodge Psychiatric Hospital. Απευθυνόταν στη μητέρα του, και την ενημέρωνε ότι ο σύζυγός της, Γ.Ε., ήταν στα τελευταία του και ότι, ίσως, έπρεπε να κάνει ένα ταξίδι μέχρι εκεί. Έμεινε εμβρόντητος: ο πατέρας του, όχι μόνο ζούσε, αλλά ήταν τρόφιμος σε ψυχιατρείο! Και η μητέρα του γνώριζε, όλα αυτά τα χρόνια γνώριζε, και του το είχε κρατήσει κρυφό.
Μπήκε στο βιβλιοπωλείο της έξαλλος. Εκτός εαυτού, της φώναζε, την κατηγορούσε ότι του είχε στερήσει τον πατέρα, πέταγε τα βιβλία από τους πάγκους. Οι δύο υπάλληλοι της μητέρας του τον κοιτούσαν έκπληκτοι και φοβισμένοι. Ξαφνικά ηρέμησε, κατέρρευσε σε μια καρέκλα και οι ώμοι του έπιασαν να τραντάζονται από ένα βουβό κλάμα. Ένοιωσε το χάδι της μάνας στα μαλλιά του. «Ήταν καλύτερα έτσι, αγόρι μου», του είπε. «Σου γνώρισα έναν πατέρα που έφυγε όμορφος, νέος και δυνατός. Δεν σε άφησα να γνωρίσεις κάποιον που ζει δεκαετίες σ΄ ένα ψυχιατρείο με σαλεμένο, από τη σύφιλη, μυαλό».
Και έπιασε να του εξηγεί. Την άστατη ζωή του πατέρα του, τις πολυάριθμες ερωτικές συντρόφους της μιας νύχτας, τη σύφιλη που αρνήθηκε να θεραπεύσει, ή που δεν διέγνωσε έγκαιρα, το γράμμα που την ειδοποιούσε για την κατάστασή του, τον εγκλεισμό στο ψυχιατρείο, τα έξοδα που πλήρωνε εκείνη. Και πήγαν μαζί στο Λονδίνο να τον δουν.
Ο πατέρας του καθόταν σε μιαν αναπηρική πολυθρόνα, κοντά σε ένα τραπέζι όπου τέσσερις άλλοι ασθενείς έπαιζαν ένα παιχνίδι με χαρτιά. Ήταν περιποιημένος και καθαρός με μια καφετί ρόμπα και ένα καρώ fleece κουβερτάκι να του σκεπάζει τα πόδια. Ήταν ήσυχος και κοίταζε το κενό. «Είναι τυφλός, εδώ και τέσσερα χρόνια», είπε η μητέρα του. Τον πλησίασε και τον παρατήρησε προσεκτικά. Αναγνώρισε στο πρόσωπό του, το δικό του. Ίδια μύτη, ίδιες γραμμές, ίδιο στόμα. Έσπρωξε την πολυθρόνα του κοντά στο μεγάλο παράθυρο με τα κάγκελα, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί του. Και έμεινε εκεί, χωρίς να του μιλάει, μόνο κοιτώντας τον. Έμειναν και οι δύο εκεί, μέχρι που ο ήλιος βασίλεψε και οι ασθενείς αποτραβήχτηκαν στα δωμάτιά τους για τη νύχτα. Την ίδια νύχτα που ο πατέρας του έφυγε για πάντα.
Άρχισε να γράφει στη γραφομηχανή:
Η ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ
Του
Πέτρου Αναστασιάδη
(αφιερωμένο στον Πατέρα μου)
«Μέχρι το επόμενο», σκέφτηκε. «Μέχρι το επόμενο».

















