Archive for Οκτώβριος, 2006
Παναγιώτη Βρυώνη, η ώρα σου ζυγώνει!

Τούτο έχω μόνο να πω (τραγουδιστά): ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ΕΦΤΑΣΕ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ!
Καιρός ήταν, μετανιώνω μόνο που δεν το σκέφτηκα εγώ πρώτη και με πρόλαβε ο μηνυτής του Τσιπρόπουλου. Διότι, κύριε Βρυώνη, αν δεν ήσουν εσύ, εγώ δεν θα είχα γνωρίσει όλους αυτούς τους βαρεμένους τύπους που αυτοαποκαλούνται μπλόγγερς (μεταξύ μας, για μασόνους τους κόβω), και που μας ζαλίζουν με τα εσώψυχά τους και τις άλλες παπαριές που γράφουν. Για να μην πω ότι ορισμένοι από δαύτους το παίζουν ποιητές και πεζογράφοι (ο Θεός να τους κάνει). Η κάποιοι άλλοι (χειρότεροι αυτοί) ΤΟΛΜΟΥΝ να αμφισβητούν τα ιερά, τα όσια και τα «δημόσια πρόσωπα».
Γειά σου κυρ-Εισαγγελέα με την επέμβαση την ωραία! (τραγουδιστά και αυτό). Και σε παρακαλώ να είσαι αμείλικτος, μην θορυβηθείς από μηνύματα συμπαράστασης που κατακλύζουν αυτά τα μπλογκς, κάνε δουλειά σου, κάνε έρευνά σου, κλείσε δεμένους χειροπόδαρα όλους τους εμπλεκόμενους σε αυτό που αυτοαποκαλείται «Ελληνική μπλογκόσφαιρα» και πρώτον απ’ όλους το Βρυώνη και τον άλλο (που μου διαφεύγει το όνομά του αλλά τρώει αυγά μάτια). Αν κι αυτός ο δεύτερος, μάλλον την είχε ψυλλιαστεί τη δουλειά και προσέχει τι ανεβάζει.
Μόνο θυμήσου, σε παρακαλώ, να πεταχτείς από το μανάβικο να πάρεις μερικούς τόνους μπανάνες. Νάχουμε κάτι τις να τρώμε εκεί ψηλά στα δέντρα, που θα ξανανέβουμε, ε?
Το banner έφτιαξε η magica κι εγώ το έκλεψα από του pascal. Παρακαλώ να συλληφθούν αμφότεροι!
Έτσι ή γιουβέτσι?
Αϋπνίες (updated)
Όποιος έχει αϋπνίες, μετακομίζει το blog του.
Αγοράσαμε κι εμείς penthouse, παρκάραμε και την porsche στο garage και ασχολούμεθα με τη διακόσμηση.
Mέχρι να ολοκληρωθεί, και επειδή αντιμετωπίζουμε ορισμένα προβληματάκια, την επίλυση των οποίων έχουμε αναθέσει στο συμμαθητή Χαρτοπόντικα, επιστρέφουμε εδώ.
Περνάω τα σχόλιά σας (όπως μπορώ) στο προηγούμενο ποστ και συγγνώμη για τα σούρτα - φέρτα.
Ναι, ναι, ξέρω για τα μεταξωτά βρακιά κ.λ.π. δεν χρειάζεται να μου το πείτε…….
Η δίψα των ψυχών
Ο Ιούλης στην Κούβα είναι ζεστός. Ζεστός και υγρός. Τη μέρα ποτάμια ιδρώτα κυλούν στο κορμί σου και τη νύχτα τροπικές καταιγίδες σε μουσκεύουν ως το κόκαλο. Οι πόλεις και τα χωριά ετοιμάζονται να υποδεχτούν την εποχή των τυφώνων και των τσουνάμι που θ’ αρχίσει σε λίγο. Στα παράθυρα μπαίνουν ταινίες σε σχήμα Χ, για να συγκρατήσουν τα σπασμένα τζάμια.
Περπατώντας στα δρομάκια του Τρινιδάδ, στην κεντρική Κούβα, τον πρόπερασμένο Ιούλη, έπιασα με την άκρη του ματιού, μια μισοσκότεινη είσοδο. Μέσα, μια κούκλα, ντυμένη με κάτασπρο μεταξωτό φόρεμα, ήταν καθισμένη σε μια παλιακή, ψάθινη καρέκλα. «Σαντερία», ψιθύρισα. Ναι, στεκόμουν μπροστά σε μιαν εκκλησία της Σαντερία, της τοπικής θρησκείας της Κούβας.
Περίπου τα τρία τέταρτα των Κουβανών πιστεύουν σε κάποιο είδος αφροκουβανικής θρησκείας. Οι πιστοί της Ρέγλα δε Ότσα Ιφά, γνωστής ως Σαντερία, ανήκουν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ακόμη και ο Φιντέλ υποτίθεται ότι πιστεύει στη Σαντερία. Την έφεραν μαζί τους οι αφρικανοί σκλάβοι κι αυτή τους εξασφάλισε το πνευματικό καταφύγιο και τη δύναμη που χρειάζονταν όταν ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες τους. Η Σαντερία τιμά τους προγόνους, αλλά δεν αποκλείει άλλες μορφές λατρείας, όπως τον καθολικισμό. Είναι πολυθεϊστική θρησκεία, της οποίας οι θεότητες ή Ορίσα, είναι θεοποιημένοι πρόγονοι. Οι Σαντέρο (πιστοί) τους επικαλούνται για να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας.
Κάθε Ορίσα αντιστοιχεί σε έναν καθολικό άγιο και έχει το δικό του χρώμα. Οι σαντέρο ντύνουν κούκλες με τα χρώματα του ορίσα στον οποίο είναι αφιερωμένες. Η ντυμένη στα λευκά κούκλα, που βρισκόταν στη μέση του δωματίου, ήταν αφιερωμένη στον Ομπαταλά, που συμβολίζει τη δημιουργία, την ειρήνη και την αρμονία. Το χρώμα του είναι, φυσικά, το λευκό.
Πέρασα το σκοτεινό κατώφλι και βρέθηκα μέσα στην εκκλησία. Μια αίθουσα, όλη κι όλη, με μια πορτίτσα που οδηγούσε σε μια δροσερή αυλή. Εκεί καθόταν η Μπαμπαλουά, η ιέρεια, και κάπνιζε το πούρο της. Σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. Την καλημέρισα και της ζήτησα την άδεια να μείνω και να βγάλω φωτογραφίες. Μου το επέτρεψε και ήταν πρόθυμη να απαντήσει σε όλες τις απορίες μου.
Στην άκρη της εκκλησίας ήταν ο βωμός. Από τα χρώματα, το λευκό και το μπλε, υπέθεσα ότι η συγκεκριμένη εκκλησία ήταν αφιερωμένη στη Γεμαγιά, σύμβολο της θάλασσας και της μητρότητας. Η Μπαμπαλουά επιβεβαίωσε τη σκέψη μου. Με ρώτησε πως ήξερα τόσα για τη Σαντερία και της εξήγησα τη μικρή μου διαστροφή: λόγω του αντικειμένου της συλλογής μου (όρα κούκλες), ενδιαφέρομαι για οτιδήποτε τις έχει ως στοιχείο, ακόμα και για θρησκείες. Η Σαντερία είναι μια από αυτές τις θρησκείες, η άλλη είναι εκείνη των Βουντού.
Με ξενάγησε στη μικρή εκκλησία και ήταν πρόθυμη να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις μου. Μου εξήγησε πως τα πνεύματα των Ορίσα έχουν ενσωματωθεί σε καθαγιασμένες πέτρες, που φυλάσσονται μέσα σε πήλινα ή πορσελάνινα σκεύη. Κάθε σαντέρο έχει, συνήθως, πέντε τέτοια σκεύη, που ταξινομούνται ανάλογα με την ιεραρχία: το ένα αφιερωμένο στον ορίσα που έχει αποδεχτεί και τα υπόλοιπα τέσσερα στους Ομπαταλά, Γεμαγιά, Οσούν (συμβολίζει το φρέσκο νερό, τη θηλυκότητα και τον έρωτα. Χρώμα της το κίτρινο) και Σανγκό (άρχοντας της αστραπής, της βροντής και των τυμπάνων, συμβολίζει την αρρενωπότητα και είναι ντυμένος στα κόκκινα και στα λευκά).
Τα σκεύη των ορίσα φυλάσσονται στο καναστιγιέρο, ένα έπιπλο που βρισκόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας και όπου οι πιστοί αφήνουν διάφορα αναθήματα, συνήθως κολιέ με χρωματιστές χάντρες, λουλούδια, φρούτα και, συχνά, ζώα, ανάλογα με την επιλογή του χρησμού. Έβγαλα φωτογραφίες.
Την προσοχή μου τράβηξε ένα τραπέζι στον απέναντι τοίχο, φορτωμένο με δοχεία, κανάτες και ποτήρια γεμάτα νερό. Ρώτησα για τη χρήση του. Μου είπε πως οι ψυχές διψούν. Πρέπει, λοιπόν, πάντα να υπάρχει φρέσκο νερό σε διαφανή ποτήρια για να πίνουν. Η Σαντερία είναι μια θρησκεία που βασίζεται στη νεκρομαντεία. Τα πνεύματα των νεκρών προγόνων είναι αυτά που ερωτώνται και δίνουν τους χρησμούς.
Η μέριμνα για τις ψυχές των νεκρών δεν συναντάται μόνο στη Σαντερία. Στην αρχαία Ελλάδα όσοι ζητούσαν χρησμό από νεκρομαντείο έπρεπε, εκτός του άλλου τελετουργικού, να εξευμενίσουν τις ψυχές των νεκρών με χοές, προσφορές δηλαδή, από μέλι, γάλα, νερό, κρασί και ιδίως αίμα από τα θυσιαζόμενα ζώα. Πίνοντας από τις χοές οι ψυχές αποκτούσαν συνείδηση, εξευμενίζονταν και μπορούσαν να αποκαλύψουν το μέλλον. Στην αρχαία Αίγυπτο άφηναν τροφή για το νεκρό μέσα στον τάφο. Και το ίδιο συναντάμε και σε πολλούς άλλους λαούς και θρησκείες.
Μετά την «ξενάγηση» με κάλεσε να καθίσουμε στην αυλή για ένα ποτηράκι ρούμι κι ένα τσιγάρο. Είχα ήδη στήσει την παρέα μου, αλλά δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Η δροσιά της αυλής ήταν καλοδεχούμενη και ήθελα οπωσδήποτε ένα τσιγάρο. Η Μπαμπαλουά με ρώτησε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, αν ήθελα κανέναν χρησμό. Απάντησα καταφατικά, έτσι για την εμπειρία, και έφερε ένα ποτήρι με νερό για την ψυχή του ορίσα που θα μας απαντούσε. Πριν αρχίσει το τελετουργικό, της ζήτησα την άδεια να τη φωτογραφήσω. Όπως βλέπετε, είναι εκπληκτικά γραφική φιγούρα και, πραγματικά, σε κάνει να θέλεις να τη φωτογραφήσεις. Το βράδυ στο μπαράκι που μαζεύτηκε η παρέα, έκαναν θραύση οι φωτό μου!
Οι ψυχές των νεκρών διψούν, λοιπόν. Και όταν πιουν θυμούνται και μιλάνε. Δίνουν χρησμούς, μαντεύουν τα μελλούμενα, προειδοποιούν και συμβουλεύουν. Και οι ψυχές των ζωντανών?
Ω, μα αυτές είναι που διψούν το περισσότερο. Και όχι για νερό ή αίμα. Γι’ αγάπη διψούν και για συγγνώμη, για παραδοχή και αναγνώριση, για φιλία και εκτίμηση, για έναν καλό λόγο και για ένα χάδι του κορμιού.
Κι αυτά, δυστυχώς, δεν μπαίνουν σε ποτήρια διαφανή…
Περσεφόνη 025
Σήμερα το πρωί που ξύπνησα, η Μαμά ήταν στο σπίτι. Στην αρχή μου φάνηκε περίεργο, γιατί χτες ήταν Κυριακή και σήμερα Δευτέρα και η Μαμά έπρεπε να είναι στο γραφείο της.
Μετά θυμήθηκα: σήμερα θα πήγαινα για πρώτη φορά στο σχολείο. Η Νονά μου είχε φέρει, πριν λίγες μέρες, μιαν ωραία σάκα. Ήταν καφέ δερμάτινη και έκλεινε με λουριά. Μου έφερε και μιαν όμορφη κόκκινη θήκη, που τη λένε «κασετίνα». Και κάτι χρωματιστά μπαστουνάκια, που μοιάζουν με το ζυμάρι που πλάθει η Τασία όταν φτιάχνει πίτες. Μόνο που αυτό το ζυμάρι που μου έφερε η Νονά, είναι κόκκινο και μπλε και κίτρινο και το λένε «πλαστελίνη». Μου έφερε και ένα πράγμα που το λένε «ξύστρα» και ξύνεις τα μολύβια κα τις μπογιές για να μπορείς να γράφεις και να ζωγραφίζεις. Και ένα άλλο που το λένε «γόμα» και όταν γράφεις γράμματα και μετά δεν τα θέλεις πια, παίρνεις αυτό το πράγμα και τα γομάς. Χαίρομαι πολύ που σήμερα θα πάω σχολείο να γομήσω!!!
Αφού έφαγα το γάλα με την παπάρα μου, ξεκινήσαμε για το σχολείο. Η Μαμά δεν με έντυσε με τα κανονικά μου ρούχα, αλλά μου φόρεσε ένα μπλε φορεματάκι που το έλεγε «ποδιά» και που πρέπει να το φοράω όταν πηγαίνω σχολείο. Έχει και ένα άσπρο γιακαδάκι που το φοράς από πάνω και κουμπώνει με ένα μικρό κουμπί. Πήρα τη σάκα μου, αλλά η Μαμά είπε πως σήμερα δεν θα μου χρειαζόταν, γιατί θα κάναμε «αγιασμό», που δεν ξέρω τι είναι, αλλά σίγουρα δεν έχει γράμματα. Αν είχε θα με άφηναν να πάρω τη σάκα μου για να τα βάλω μέσα.
Το σχολείο είναι κοντά στο σπίτι, έτσι πήγαμε με τα πόδια. Είχα περάσει πολλές φορές απ’ έξω, όταν πηγαίναμε με την Τασία στον κήπο. Καμιά φορά, ακούγαμε και τα παιδάκια να φωνάζουν, και τότε η Τασία μου έλεγε πως «κάνουν διάλειμμα». Μια φορά τα είχα ακούσει και να τραγουδάνε. Ωραίο μέρος μου φαινόταν το σχολείο!
Μετά από λίγο φτάσαμε. Για πρώτη φορά είδα τη μεγάλη σιδερένια πόρτα ανοιχτή. Φαινόταν μια αυλή γεμάτη παιδάκια και μαμάδες. Είχε και μερικούς μπαμπάδες, αλλά πολύ λίγους. Έσφιξα το χέρι της Μαμάς. «Μη φοβάσαι, Περσεφόνη», μου είπε. «Θα δεις, θα περνάς καλά εδώ».
Περάσαμε στην αυλή. Το σχολείο έμοιαζε με το σπίτι που είχαμε μείνει στις Σπέτσες, το περασμένο καλοκαίρι. Είχε κεραμίδια και πολλά δωμάτια που τα λένε «αίθουσες». Μέχρι ν’ αρχίσει ο αγιασμός, η Μαμά με πήγε να τα δω. Ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα που έτριζε. Οι αίθουσες είχαν διπλές, ξύλινες πόρτες. Πάνω σε κάθε πόρτα, στο κομμάτι που δεν άνοιγε, υπήρχε μια σιδερένια ταμπελίτσα. Η Μαμά με πήγε σε μια αίθουσα και μου είπε ότι εκεί ήταν που θα μάθαινα τα γράμματα. Μου είπε ακόμα ότι η ταμπελίτσα στην πόρτα έγραφε «Α Τάξις», δηλαδή Πρώτη Τάξη, δηλαδή η τάξη μου. Έσκυψα και έβαλα μέσα το κεφάλι μου να δω. Είχε τρεις σειρές καθίσματα, που τα λένε «θρανία». Εκεί κάθονται τα παιδάκια. Είχε και ένα γραφείο που ήταν πάνω σε ένα βάθρο, πιο ψηλά από τα θρανία. Αυτή ήταν η «έδρα». Εκεί κάθεται η Δασκάλα. Αυτά δεν μου τα είπε η Μαμά, τα ήξερα από το βιβλίο μου «Η Λιλίκα πάει σχολείο», που έχει ζωγραφιές και μου τις έχει εξηγήσει η Τασία.
Τότε ακούσαμε ένα κουδούνι να χτυπάει. «Πάμε κάτω», είπε η Μαμά, «θ’ αρχίσει ο αγιασμός». Κατεβήκαμε γρήγορα τη σκάλα και βγήκαμε πάλι στην αυλή. Τα παιδιά σχημάτιζαν σειρές, δυο-δυο, το ένα ζευγαράκι πίσω από το άλλο, μπροστά τα κορίτσια και πίσω τ’ αγόρια. Όλα, εκτός από εμάς, τα πιο μικρά, που ακόμα κρατάγαμε τις μαμάδες μας από το χέρι. Ένας κύριος με κοστούμι και γραβάτα είπε: «Οι μαθητές της πρώτης τάξης να σχηματίσουν δυάδες μπροστά από τη δασκάλα τους». Και μας έδειξε μια κυρία με γυαλιά και φουσκωτά μαλλιά, που φορούσε ένα σκούρο πράσινο φουστάνι. Εγώ δεν κατάλαβα πολύ καλά τι έπρεπε να κάνω, εκείνο το «σχηματίσουν δυάδες» δεν ήξερα τι είναι. Όμως η δασκάλα μας χαμογελούσε. Μου φάνηκε καλή, έτσι άφησα το χέρι της Μαμάς και έτρεξα κοντά της. «Τι όμορφες μπουκλίτσες είναι αυτές!», μου είπε. «Πως σε λένε, γλυκειά μου?» «Περσεφόνη», απάντησα. «Κάτσε, Περσεφόνη, να σου βρούμε άλλη μια κατσαρομάλλα για παρέα», είπε, και έπιασε ένα άλλο κοριτσάκι με μπουκλίτσες, πιο κοντές από τις δικές μου, και το έφερε δίπλα μου. «Γνωριστείτε», είπε, «θα είστε η μία το ζευγαράκι της άλλης». Κοίταξα το κοριτσάκι δίπλα μου και με κοίταξε κι αυτό. Μετά βάλαμε τα γέλια. «Πως σε λένε?» με ρώτησε. «Περσεφόνη, εσένα?» «Κατερίνα» «Θέλεις να γίνουμε φίλες?»
Μετά, ένας παπάς, ο παπα-Γιώργης, που τον ήξερα γιατί τον φώναζε και η γιαγιά η Φόνη στο σπίτι μας καμιά φορά, έκανε αγιασμό. Δηλαδή, κράταγε ένα ματσάκι χόρτα και το βούταγε σε μια λεκανίτσα με νερό και μετά μας κατάβρεχε. Είχε πολλή πλάκα! Η Κατερίνα κι εγώ που είμαστε μπροστά-μπροστά στη γραμμή, φάγαμε τις πιο πολλές πιτσίλες. Εγώ σκούπιζα τα μούτρα μου με τα μανίκια της ποδιάς μου κι εκείνος ο δάσκαλος με το κοστούμι και τη γραβάτα μου είπε πως τον αγιασμό δεν τον σκουπίζουμε, μόνο κάνουμε το σταυρό μας. Ευτυχώς που η γιαγιά η Φόνη με είχε μάθει να κάνω το σταυρό μου. Ο Μπαμπάς φώναζε και της έλεγε «να παρατήσει το παιδί ήσυχο» -εμένα δηλαδή- αλλά η γιαγιά έλεγε πως «όταν πάει σχολείο και δουν πως δεν ξέρει να κάνει το σταυρό της θα μας περάσουν για αντίχριστους!». Και όταν έκανε την προσευχή της στα εικονίσματα που είχε στο δωμάτιό της, με έπαιρνε μαζί για να βλέπω και να μαθαίνω. Έκανα, λοιπόν, το σταυρό μου, αφού δεν ήμουν «αντίχριστη» αλλά, κρυφά, σκούπισα και τις πιτσιλιές από τη μούρη μου.
Όταν τελείωσε ο αγιασμός, τρέξαμε πάλι στις μαμάδες μας. Η Μαμά γνώρισε τη μαμά της Κατερίνας και χάρηκαν πολύ. Μετά πήγαμε να γνωρίσουμε τη Δασκάλα μου.
Η δασκάλα της πρώτης τάξης ήταν αυτή η καλή κυρία με τα γυαλιά, τα φουσκωτά μαλλιά και το πράσινο φόρεμα. Η Μαμά της συστήθηκε και της ευχήθηκε «Καλή χρονιά» και «Καλή δύναμη». Εγώ δεν κατάλαβα τι τη χρειάζονται τη δύναμη οι δασκάλες, αφού δε χρειάζεται να σηκώνουν βαριά πράγματα, όπως είχα δει να κάνουν εκείνοι οι άντρες στο λιμάνι, που ο Μπαμπάς μου είπε πως λέγονται «αχθοφόροι». Μόνο βιβλία και τετράδια κουβαλάνε οι δάσκαλοι, κι αυτά δεν είναι καθόλου βαριά!
Νυχτερινή οδήγηση

Έξι παρά τέταρτο το πρωί. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο, τεντώνεσαι, χασμουριέσαι. Φοράς ζώνη, ανοίγεις το ραδιόφωνο, ανάβεις φώτα, βάζεις όπισθεν. Βγαίνεις από το πάρκινγκ και παίρνεις το δρόμο της επιστροφής. Με τους προβολείς αναμμένους. Το σκοτάδι είναι πηχτό ακόμη και δεν βλέπεις τίποτα αλλιώς.
Αρχίζεις να ανεβαίνεις το στριφογυριστό, στενό δρόμο. Πρόσεχε, εδώ τη μέρα και είναι επικίνδυνος. Μην τρέχεις. ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΙΣ! Δεν είναι δρόμος αυτός για να πηγαίνεις με 110. Περίμενε να φτάσεις στη μεγάλη ευθεία και τότε πάτα το.
Να σταματήσεις σ’ εκείνο το πλάτωμα, απ’ όπου φαίνεται όλο το χωριό. Σα ζωγραφιά είναι τη μέρα, να σταματήσεις να δεις και τα νυχτερινά του φώτα. Εδώ είναι, στην επόμενη στροφή. Όπα. Κάνε δεξιά.
Κοίτα, μόνο κανα-δυο φωτάκια φαίνονται από εδώ. Κι ο γαλάζιος σταυρός από νέον στον τρούλο της εκκλησίας. Σαν να επιπλέει στη νύχτα μοιάζει, ε? Παντού μαύρο κι ένας γαλάζιος, φωτεινός σταυρός στη μέση του. Χαχαχα! Ωραίο θέαμα για τον ανυποψίαστο χριστιανό: «Μιράκολο, μιράκολο! Είδα έναν γαλάζιο σταυρό να φέγγει μέσα στη νύχτα. Ο θεός στέλνει μήνυμα, η Ν.Δ. είναι ο νικητής των εκλογών!» Χαχαχα! Άσε τα χαζά και φεύγα, περνάει η ώρα, θα πήξεις από την Ελευσίνα και μετά.
Πω πω…. Τι όμορφο τραγούδι αυτό! Καιρό είχες να το ακούσεις. Λα λα λα λα…μμμμμμ… Φωνάρα είσαι, μωρό μου, φωνάρα! (και ψωνάρα…)
Μα τι πήχτρα σκοτάδι είν’ αυτό? Τι να κάνουμε για να περάσει η ώρα? Το βρήκα, θα κάνουμε αυτές τις υπαρξιακές ερωτήσεις: Ποια είμαι? (η Νίνα). Που πάω? (στο γραφείο). Γιατί οδηγώ μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα? (γιατί είσαι μια ηλίθια, που χθες ήθελε να απολαύσει το σούρουπο στο χωριό και την τεκίλα της στο μπαλκόνι με κεριά). Που είναι όλοι οι άλλοι? (κοιμούνται). Τι ζώα είναι αυτά? (το πατημένο σκαντζόχοιρος, αυτό που τρέχει μπροστά σου αλεπού). Τι θα έλεγε ο Γούφας αν έβλεπε το σκαντζόχοιρο? (όχι άλο έμα!) Χαχαχαχαχαχαχα!
Τέρμα τα υπαρξιακά, πρόσεχε, ΠΡΟΣΕΧΕ λέω, είναι η κακιά στροφή εδώ, 240 μοίρες, μη σου πω 360. Εφτά «εκκλησάκια» μετράς μέχρι να την πάρεις όλη. Κόψε λέω, ΚΟΨΕ ΚΑΛΕ! Ουφφφφ… παρά τρίχα το γλίτωσες το όγδοο. ΜΗ ΓΕΛΑΣ! Κι αυτές τις αηδίες τύπου «είμαι καλή οδηγός, βρε», αλλού, όχι σ’ εμένα. Βλαμμένη. Συγχύστηκα. Δώσ’ μου τσιγάρο.
Πρέπει ν’ αλλάξεις και τα λάστιχα, δεν κρατάνε καλά και τώρα με τις βροχές θα έχεις πρόβλημα. Ήρθε και η ασφάλεια του αυτοκινήτου, να θυμηθείς να την πληρώσεις. Και να βάλεις πετρέλαιο, μη σας πιάσουν ξαφνικά τα κρύα και δαγκώσετε αυτό που δεν έχετε… Και η ΔΕΗ ήρθε, εκκαθαριστικός. Γάμησέ τα αυτό το μήνα, θα βγεις απ’ τα παράθυρα, για να μη σου πω ότι θα βγεις στη Συγγρού! Χαχαχα! Και δεν περνάει κι η ρημάδα η μπογιά σου πια! Αν έλεγες του Θείου να σε συστήσει στου Αχιλλέα? Χαχαχαχαχαχα! Πάψε τα χαχανητά και κοίτα το δρόμο. Βλαμμένη.
Τελικά, το χειρότερο απ’ όλα, όταν οδηγείς νύχτα σε δρόμο που ανεβοκατεβαίνει βουνό, ξέρεις ποιο είναι? Οι καθρέφτες. Που τους κοιτάς, εννοώ, και δεν βλέπεις απολύτως τίποτα, όλα μαύρα, σαν να μην υπάρχουν, σαν να οδηγείς χωρίς καθρέφτες. Να κοιτάς και να μη βλέπεις τίποτα πίσω σου, ούτε καν τα παρήγορα φώτα ενός αυτοκινήτου που σε ακολουθεί. Σαν να μην υπάρχει τίποτα μετά από σένα. Απίστευτο συναίσθημα, ε? Τρομακτικό. Να δεις, κάπως έτσι θα αισθάνονται και οι αμνησιακοί, θα υπάρχει μόνο ο «δρόμος» μπροστά τους. Πίσω τους το απόλυτο σκοτάδι.
Βρε συ! Αυτή η καινούργια στο γραφείο, την πέφτει στον δικό σου ή ιδέα μου είναι? Πολλά σούξου-μούξου βλέπω. Την πέφτει ε? Αλλά τρώει πόρτα. Ε? Δεν τρώει? Τρώει δεν τρώει, εμείς θα πιστεύουμε ότι τρώει, γιατί έτσι μας συμφέρει, χαχαχαχα. Αφού το ξέρεις, σ΄αγαπάει. Τι θα πει που το ξέρεις? Αφού στο λέει ο άνθρωπος! Ε, ναι, κυρία μου, αφού στο λέει πρέπει και να τον πιστέψεις!
Φτάσαμε διόδια. Που έχεις δυο ευρώ? Άσε την τσάντα, κοίτα εκεί στη θηκούλα, πάντα ρίχνεις ψιλά εκεί. Ορίστε. Πες καλημέρα στο παλικάρι. Με χαμόγελο.
Λοιπόν, σοβαρέψου τώρα, άσε τις κουβέντες και πάτα το, άδειος είναι ο δρόμος. Αλλά όχι πάνω από 140, θα σε σκίσω, συνεννοηθήκαμε?
Α, και μην ξεχάσεις να στρίψεις στο Σχιστό. Δεν πας σπίτι, γραφείο πας.
Βλαμμένη.
(Οδηγώντας σήμερα, πριν χαράξει, από Αρχαία Επίδαυρο για Πειραιά. Κουβέντα με τον εαυτό μου)
Οι φίλοι πρέπει να σε κάνουν να πετάς

Μια Φίλη ξαναγύρισε. Καμιά φορά φεύγει μακριά, κρύβεται σε σκοτάδια, στα σκοτάδια μέσα της, στα σκοτάδια στο μυαλό της. Δεν την έχετε δει τη Φίλη. Έχει τα πιο όμορφα και ζεστά μάτια που μπορείτε να φανταστείτε, έχει μια καρδιά μικρού, τρυφερού κοριτσιού. Γι αυτό είναι τόσο ευάλωτη. Κι έχει και μιαν αγκαλιά. Μιαν αγκαλιά να δώσει. Και είναι και μια αγκαλιά που πρέπει να πάρει. Αυτή εδώ, απόψε, είναι η δική μου η αγκαλιά για εκείνη.
Σας έχω γράψει για το Τέρας μου. Το Τέρας της Φίλης μου έχει όνομα. Το λένε Κυρία Κ. Την παραμονεύει, κρύβεται στους ίσκιους και στις γωνιές, περιμένει να τη δει λίγο σκυφτή, λίγο στενοχωρημένη, λίγο απογοητευμένη για να χιμήξει πάνω της. Την ταΐζει χούφτες χαπάκια, τη νανουρίζει με ουσίες, για να την κάνει να ξεχνά πως, εκτός από τη χημεία τη φαρμακευτική, υπάρχει και η ανθρώπινη χημεία: δυο μάτια που μπορεί να εμπιστευτείς, δυο χέρια έτοιμα να σε χαϊδέψουν και να σ’ αγκαλιάσουν, δυο αυτιά να σ’ ακούσουν να παραλογίζεσαι, μια καρδιά ν’ ακουμπήσεις. Η Κυρία Κ. είχε πάρει τη Φίλη μου μακριά μας τις τελευταίες μέρες, εκεί ψηλά στον σκοτεινό πύργο που είναι το βασίλειό της. Τόσο ψηλά, που είναι δύσκολο να φτάσει κανείς, μα και τόσο χαμηλά ώστε να μπορείς να δραπετεύσεις. Αρκεί να το θελήσεις. Η Φίλη μου τα κατάφερε για άλλη μια φορά και είναι πάλι παρούσα στη ζωή.
Η Φίλη μου κάνει προσπάθειες μεγάλες. Μαθαίνει ξανά από την αρχή να εμπιστεύεται τους ανθρώπους, να τους απλώνει χέρι φιλίας, να τους κοιτά στα μάτια. Μπορεί να κάνει λάθη, ναι, να σκοντάφτει και να τρώει τα μούτρα της. Μα συνειδητοποιεί σιγά-σιγά πως, όταν σκοντάψεις και πέσεις, το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να βάλεις μπροστά τα δυο σου χέρια και να σηκωθείς. Ξανά και ξανά. Για όσες φορές χρειαστεί.
Η Κυρία Κ. είπε στη Φίλη μου, πως δεν μπορείς να κάνεις φίλους από το διαδίκτυο. Η Κυρία Κ. είναι ψεύτρα ολκής. Έχω κάνει φίλους από το διαδίκτυο, φιλίες γερές, δοκιμασμένες, που αντέχουν στο χρόνο: τη Μαρία από την Αθήνα, τη Μάχη από το Ηράκλειο της Κρήτης, το Γιάννη από τη Λάρισα, τον Παύλο από τα Γιάννενα, τον Παναγιώτη, το Δημήτρη και την Αριστέα από τη Θεσσαλονίκη. Φίλοι καρδιάς, εδώ και πολλά χρόνια.
Και εδώ, στα μπλογκς έχω κάνει φίλους. Τη Μαρίνα, παρορμητική σαν εμένα, που με έχει δει να κλαίω και ξέρει πράγματα που έχω κάνει για τα οποία ντρέπομαι, τον Κωστή, για τον οποίο έχω ξαναγράψει ότι ανήκει στο είδος του άντρα που ονειρεύομαι για τις κόρες μου και που με ξέρει πια τόσο καλά, ώστε μπορεί και εξηγεί τις ενέργειές μου χωρίς να του πω κουβέντα, την Αλεξία, που υποψιάζομαι ότι κάνει τα ίδια λάθη μ’ εμένα, που ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο της άνοιγα την καρδιά μου στην Επίδαυρο, το Γιώργο και τη Μαργαρίτα, νέους κι ερωτευμένους, που τους εμπιστεύτηκα και είμαι σίγουρη πως δεν θα το μετανιώσω, το Γιάννη από τη Σαλονίκη, που δεν χαλαλίζει στον εαυτό του την ανάπαυλα που δικαιούται, που δεν τον έχω δει ποτέ κι όμως πιστεύει πολύ σ’ εμένα και με «ζορίζει» για να κάνω πράγματα που είναι σίγουρος ότι μπορώ και που εγώ φοβάμαι, το Βασίλη, που μέσα στην παραφορά του έχει αδικήσει άλλους και είναι απόλυτος, αλλά και που με τάραξε στη σφαλιάρα ένα βράδυ για να με κάνει να συνέλθω από κάτι που μου έτρωγε τη ζωή, το Νίκο, που τον ξαναβρήκα εδώ, μετά από 37 ολόκληρα χρόνια, και που τον ένοιωσα τόσο κοντά στην καρδιά μου, το Γρηγόρη, που αν και είναι η πλέον ακατάλληλη παρέα για το φεγγάρι του Αυγούστου, επικοινωνήσαμε ακαριαία, τον άλλο το Βασίλη και τη Μελίνα, που ήταν από τους πρώτους φίλους που έκανα εδώ, το Σωτήρη, που είναι απίστευτα και μοναδικά πολύτιμος για μένα.
Και είναι κι άλλοι, που θέλω να γνωρίσω καλύτερα γιατί είμαι σίγουρη πως έχουν όλα τα «προσόντα» να γίνουν φίλοι καρδιάς: ο Γιάννης, που μεγάλωσε και μεγαλώνει μόνος τα υπέροχα κορίτσια του και που αγάπησε μια από τις συντρόφισσες της νιότης μου, ο Δημήτρης, εκεί στο νησί, που ξεκοκαλίζει τα ψαράκια του με τον opinel του και που μου έστειλε ένα «φωτεινό» μαίηλ σε μια «σκοτεινή» στιγμή μου, η Βίβιαν, που θα με μάθει να μαγειρεύω για να μην μπορεί να μου αντισταθεί κανένας άντρας, ο Χρήστος, που βλέπει μια εν δυνάμει συγγραφέα σ’ εμένα και με κυνηγάει να του παραδώσω τα «χειρόγραφά μου» (είναι κι αυτή η ρημάδα η πρεσβυωπία, στις ηλικίες μας…), ο Δημήτρης που γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα, ο Άγης που λατρεύει το διάβασμα, η Σταυρούλα, μικρή αλλά τόσο σοφή, ο Maitre, που νευριάζει όταν τον αποκαλώ έτσι, ο Πάνος που παλεύει με τα κύματα του Κόλπου, ο Θανάσης που γεμίζει με 45άρια το τζουκ – μποξ, ο Θείος με τις γυναίκες του, κι άλλοι, κι άλλοι… Δεν είναι τέλειοι οι φίλοι μου. Έχουν πάθη, αδυναμίες και ελαττώματα, με δυο λόγια είναι άνθρωποι.
Και, ναι, υπάρχουν και κάποιοι που δεν θα είχα χάσει τίποτα αν δεν τους είχα γνωρίσει, «φίλοι» που με άδειασαν στην πρώτη ευκαιρία, που με πούλησαν πολύ φτηνά, που με εκμεταλλεύτηκαν με διάφορους τρόπους. Ευτυχώς, όχι πολλοί, ένας ή δύο. Όμως, έτσι δεν γίνεται και έξω από τα μπλογκς? Και πως θα εκτιμήσεις τους πρώτους αν δεν έχεις, ως μέτρο σύγκρισης, τους δεύτερους?
Και τούτο έχω να πω στη Φίλη μου: θα κάνεις φίλους στα μπλογκς. Μόνο κοίτα να τους διαλέξεις καλά, να σε «ανεβάζουν» και όχι να σε «ρίχνουν». Αυτοί που συνεχώς μας αμφισβητούν, που τονίζουν τα λάθη και τις αδυναμίες μας, που μας κουτσουρεύουν τα φτερά για να μην πετάμε, δεν είναι φίλοι. Πουλιά λαβωμένα στο φτερό είναι, ανίκανα να ανυψωθούν και θέλουν να μας κρατάνε εκεί, στα χαμηλά, να έρπουμε μαζί τους.
Εσύ βγάζεις καινούργια φτερά, τώρα. Φρόντισέ τα, προστάτεψέ τα, άστα να μεγαλώσουν και να αναπτυχθούν. Και όταν είσαι, όταν νοιώσεις έτοιμη, άνοιξέ τα και πέτα.
Δίπλα σου θα πετάμε κι εμείς.






















