Archive for Οκτώβριος 23rd, 2006
Νυχτερινή οδήγηση

Έξι παρά τέταρτο το πρωί. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο, τεντώνεσαι, χασμουριέσαι. Φοράς ζώνη, ανοίγεις το ραδιόφωνο, ανάβεις φώτα, βάζεις όπισθεν. Βγαίνεις από το πάρκινγκ και παίρνεις το δρόμο της επιστροφής. Με τους προβολείς αναμμένους. Το σκοτάδι είναι πηχτό ακόμη και δεν βλέπεις τίποτα αλλιώς.
Αρχίζεις να ανεβαίνεις το στριφογυριστό, στενό δρόμο. Πρόσεχε, εδώ τη μέρα και είναι επικίνδυνος. Μην τρέχεις. ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΙΣ! Δεν είναι δρόμος αυτός για να πηγαίνεις με 110. Περίμενε να φτάσεις στη μεγάλη ευθεία και τότε πάτα το.
Να σταματήσεις σ’ εκείνο το πλάτωμα, απ’ όπου φαίνεται όλο το χωριό. Σα ζωγραφιά είναι τη μέρα, να σταματήσεις να δεις και τα νυχτερινά του φώτα. Εδώ είναι, στην επόμενη στροφή. Όπα. Κάνε δεξιά.
Κοίτα, μόνο κανα-δυο φωτάκια φαίνονται από εδώ. Κι ο γαλάζιος σταυρός από νέον στον τρούλο της εκκλησίας. Σαν να επιπλέει στη νύχτα μοιάζει, ε? Παντού μαύρο κι ένας γαλάζιος, φωτεινός σταυρός στη μέση του. Χαχαχα! Ωραίο θέαμα για τον ανυποψίαστο χριστιανό: «Μιράκολο, μιράκολο! Είδα έναν γαλάζιο σταυρό να φέγγει μέσα στη νύχτα. Ο θεός στέλνει μήνυμα, η Ν.Δ. είναι ο νικητής των εκλογών!» Χαχαχα! Άσε τα χαζά και φεύγα, περνάει η ώρα, θα πήξεις από την Ελευσίνα και μετά.
Πω πω…. Τι όμορφο τραγούδι αυτό! Καιρό είχες να το ακούσεις. Λα λα λα λα…μμμμμμ… Φωνάρα είσαι, μωρό μου, φωνάρα! (και ψωνάρα…)
Μα τι πήχτρα σκοτάδι είν’ αυτό? Τι να κάνουμε για να περάσει η ώρα? Το βρήκα, θα κάνουμε αυτές τις υπαρξιακές ερωτήσεις: Ποια είμαι? (η Νίνα). Που πάω? (στο γραφείο). Γιατί οδηγώ μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα? (γιατί είσαι μια ηλίθια, που χθες ήθελε να απολαύσει το σούρουπο στο χωριό και την τεκίλα της στο μπαλκόνι με κεριά). Που είναι όλοι οι άλλοι? (κοιμούνται). Τι ζώα είναι αυτά? (το πατημένο σκαντζόχοιρος, αυτό που τρέχει μπροστά σου αλεπού). Τι θα έλεγε ο Γούφας αν έβλεπε το σκαντζόχοιρο? (όχι άλο έμα!) Χαχαχαχαχαχαχα!
Τέρμα τα υπαρξιακά, πρόσεχε, ΠΡΟΣΕΧΕ λέω, είναι η κακιά στροφή εδώ, 240 μοίρες, μη σου πω 360. Εφτά «εκκλησάκια» μετράς μέχρι να την πάρεις όλη. Κόψε λέω, ΚΟΨΕ ΚΑΛΕ! Ουφφφφ… παρά τρίχα το γλίτωσες το όγδοο. ΜΗ ΓΕΛΑΣ! Κι αυτές τις αηδίες τύπου «είμαι καλή οδηγός, βρε», αλλού, όχι σ’ εμένα. Βλαμμένη. Συγχύστηκα. Δώσ’ μου τσιγάρο.
Πρέπει ν’ αλλάξεις και τα λάστιχα, δεν κρατάνε καλά και τώρα με τις βροχές θα έχεις πρόβλημα. Ήρθε και η ασφάλεια του αυτοκινήτου, να θυμηθείς να την πληρώσεις. Και να βάλεις πετρέλαιο, μη σας πιάσουν ξαφνικά τα κρύα και δαγκώσετε αυτό που δεν έχετε… Και η ΔΕΗ ήρθε, εκκαθαριστικός. Γάμησέ τα αυτό το μήνα, θα βγεις απ’ τα παράθυρα, για να μη σου πω ότι θα βγεις στη Συγγρού! Χαχαχα! Και δεν περνάει κι η ρημάδα η μπογιά σου πια! Αν έλεγες του Θείου να σε συστήσει στου Αχιλλέα? Χαχαχαχαχαχα! Πάψε τα χαχανητά και κοίτα το δρόμο. Βλαμμένη.
Τελικά, το χειρότερο απ’ όλα, όταν οδηγείς νύχτα σε δρόμο που ανεβοκατεβαίνει βουνό, ξέρεις ποιο είναι? Οι καθρέφτες. Που τους κοιτάς, εννοώ, και δεν βλέπεις απολύτως τίποτα, όλα μαύρα, σαν να μην υπάρχουν, σαν να οδηγείς χωρίς καθρέφτες. Να κοιτάς και να μη βλέπεις τίποτα πίσω σου, ούτε καν τα παρήγορα φώτα ενός αυτοκινήτου που σε ακολουθεί. Σαν να μην υπάρχει τίποτα μετά από σένα. Απίστευτο συναίσθημα, ε? Τρομακτικό. Να δεις, κάπως έτσι θα αισθάνονται και οι αμνησιακοί, θα υπάρχει μόνο ο «δρόμος» μπροστά τους. Πίσω τους το απόλυτο σκοτάδι.
Βρε συ! Αυτή η καινούργια στο γραφείο, την πέφτει στον δικό σου ή ιδέα μου είναι? Πολλά σούξου-μούξου βλέπω. Την πέφτει ε? Αλλά τρώει πόρτα. Ε? Δεν τρώει? Τρώει δεν τρώει, εμείς θα πιστεύουμε ότι τρώει, γιατί έτσι μας συμφέρει, χαχαχαχα. Αφού το ξέρεις, σ΄αγαπάει. Τι θα πει που το ξέρεις? Αφού στο λέει ο άνθρωπος! Ε, ναι, κυρία μου, αφού στο λέει πρέπει και να τον πιστέψεις!
Φτάσαμε διόδια. Που έχεις δυο ευρώ? Άσε την τσάντα, κοίτα εκεί στη θηκούλα, πάντα ρίχνεις ψιλά εκεί. Ορίστε. Πες καλημέρα στο παλικάρι. Με χαμόγελο.
Λοιπόν, σοβαρέψου τώρα, άσε τις κουβέντες και πάτα το, άδειος είναι ο δρόμος. Αλλά όχι πάνω από 140, θα σε σκίσω, συνεννοηθήκαμε?
Α, και μην ξεχάσεις να στρίψεις στο Σχιστό. Δεν πας σπίτι, γραφείο πας.
Βλαμμένη.
(Οδηγώντας σήμερα, πριν χαράξει, από Αρχαία Επίδαυρο για Πειραιά. Κουβέντα με τον εαυτό μου)
















