Archive for Αύγουστος, 2006
The Summer is dead! Long live the Summer!
Πάει κι αυτό το καλοκαίρι! Ημερολογιακώς, τουλάχιστον. Έχουμε την τύχη, εδώ στη «μικρή κοσμογωνιά» που ζούμε, το καλοκαίρι να υπάρχει πριν και μετά την ημερολογιακή του ταυτότητα. Καλώ, λοιπόν, τον εαυτό μου σε απολογιστική συνέλευση. Εντάξει, έχουμε απαρτία, ψηφίζουμε και συγκροτούμεθα εις σώμα (once a Knitissa, always a Knitissa :p)!
Για να δούμε, λοιπόν. Ξεκινάμε από τα θετικά:
- Κατ’ αρχήν βρήκα σπιτάκι καινούργιο, όμορφο και κόμοδο να αντικαταστήσει το χαμένο των Σπετσών. Σε στεριανό νησί (και δεν θέλω αντιρρήσεις), ευκόλως προσβάσιμο, αρκούντως γραφικό.
- Υπήρξε χρόνος να είμαι με τις κόρες μου. Κατάφεραν και οι δυο να έρθουν, για λίγες μέρες η κάθε μία, μέσα στην άδειά μου και είχαμε χρόνο για μας.
- Ήρθαν φίλοι να με δουν. Περάσαμε καλά, γελάσαμε πολύ, κουτσομπολέψαμε αλύπητα, ψυχαναλυθήκαμε ικανοποιητικά.
- Διάβασα αρκετά, αν και όχι όσο υπολόγιζα.
- Έγραψα περισσότερο.
- Πήγα θέατρο. Εδώ, στη γειτονιά. Πραγματικά, μερικές από τις πιο όμορφες βραδιές του φετινού καλοκαιριού.
- Είδα κάποιες ταινίες που ήθελα σε dvd.
- Βρήκα χρόνο να σεργιανίσω στα μπλογκς και να ανακαλύψω αρκετές νέες και φρέσκιες γραφές.
- Είχα μιαν ευχάριστη έκπληξη.
- Μίλησα περισσότερο με δυο-τρεις ανθρώπους που εκτιμούσα πολύ, με αποτέλεσμα να τους εκτιμήσω περισσότερο.
- Σε μια παραλία βρήκα (ανέλπιστα) τρόπο να εντοπίσω το (μη δημοσιευμένο) χειρόγραφο του έργου που θέλω να δουλέψω με τη Θεατρική Ομάδα από Σεπτέμβρη.
- Έβαλα (οριστικά) τελεία σε μια κατάσταση.
- Αποδέχτηκα το ανέφικτο μιας άλλης.
- Βρέθηκα, έστω και για μια μέρα, με την, εδώ και 40 χρόνια, κολλητή μου.
- «Συνάντησα» έναν τρομερά ενδιαφέροντα άνθρωπο που λάτρεψα. Coup de foudre, που λέμε κι εμείς οι γαλλοτραφείς…
- Ξε-κου-ρά-στη-κα! Σάπισα σε ξαπλώστρες και πολυθρόνες και καναπέδες και κρεβάτια. Το περσινό καλοκαίρι, το ξοδεμένο σε Κούβα και Μεξικό, με είχε εξαντλήσει. Ουσιαστικά φέτος «ξεφόρτωσα» κούραση δυο χρόνων. Αλλά, όπως είπε και ένας φίλος, μάλλον ήμουν από τους τελευταίους που είδαν την Κούβα του Κάστρο.
Τα αρνητικά, τώρα:
Ουσιαστικά, ένα και μοναδικό: δεν είχα δυο-τρεις μέρες με ένα συγκεκριμένο άτομο, δυο-τρεις μέρες που μου είχε υποσχεθεί. Ελπίζω να επανορθώσει.
Βάζοντας θετικά και αρνητικά στη ζυγαριά, βαραίνουν το ίδιο. Ίσα βάρκα, ίσα νερά που λέμε.
Όσο για το φθινόπωρο και τον χειμώνα που έρχονται? Προβλέπονται δύσκολα, αμφότερα. Αλλά με την διάχυτη (στο DNA της) αισιοδοξία, καθώς και με τη στάση ζωής που έχει υιοθετήσει από τα 40 της, η Composition Doll θα τα αντιμετωπίσει.
Τραγουδώντας φάλτσα με τον Νιόνιο «τον χειμώνα τούτο, άμα τον πηδήσαμε, γι’ άλλα δέκα χρόνια, άιντε, καθαρίσαμε» και ανεμίζοντας το μπαϊράκι της με τη χαμογελαστή νεκροκεφαλή και την επιγραφή «Ποτέ δεν θα πεθάνουμε, κουφάλα νεκροθάφτη», η Ντόλλυ κρύβει τα σανταλάκια της, φοράει καλτσούλες και έχει σκουφί και γάντια πρόχειρα, just in case.
Άντε, και του χρόνου!
Ένας μάγκας με γοβάκια (ΙΙ)

Από τότε μέχρι πέντε χρόνια πριν το θάνατό της, τάραξε πάλι τα νερά, με πρωτοποριακές συνεργασίες που έκανε με έντεχνους και γενικά σύγχρονους συνθέτες: Μούτσης, Σαββόπουλος(χαρακτηριστικά, μετά το τέλος της ηχογράφησης του Ζεϊμπέκικου, γύρισε και είπε στο Σαββόπουλο: «άντε, Διονύση, μ’ έκανες να τραγουδήσω και ποπ») , Ανδριόπουλος, Κουνάδης, Ανδριόπουλος, Λάγιος κ.ά. Παράλληλα, προχώρησε και σε επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Ο Δήμος Μούτσης θυμάται για τη συνεργασία τους:
«.Έχω τελειώσει την ηχογράφηση όλων των τραγουδιών για το «Φράγμα» κι έμεινε το - Δε λες κουβέντα - που επρόκειτο να τραγουδήσει η Μπέλλου.Σημειωτέον της είχα κάνει πρόβα μονάχα τα κουπλέ κι αυτό γιατί στο ρεφρέν το τραγούδι άλλαζε τελείως ύφος και η φωνή της και ο τρόπος που τραγουδούσε δεν θα βοηθούσε στο καλύτερο αποτέλεσμα.
Η Σωτηρία, βέβαια, αγνοούσε την ύπαρξη αυτού του ρεφρέν.Στήθηκε μπροστά στο μικρόφωνο κι άρχισε να τραγουδάει. Ακούστε όμως, ένα περίεργο φαινόμενο για μια τόσο σπουδαία λαϊκή τραγουδίστρια: κάτι της συνέβαινε με τον ρυθμό του ζεϊμπέκικου! Μυστήριο, αλλά αληθινό! Και στα κέντρα μεν που τα τραγουδούσε ρυθμικά όπως ήθελε, ήταν κοντά της η ορχήστρα και την ακολουθούσε κατά πως τα ‘λεγε. Στο στούντιο όμως, με την ορχήστρα ήδη μαγνητοφωνημένη, τα πράγματα δυσκόλευαν.
Εν πάση περιπτώσει, ύστερα από -δεν ξέρω - πόσα μερόνυχτα, τέλος καλό όλα καλά.. Τραγουδώντας μάλιστα - επιτέλους - σωστά και την τελευταία φράση του τραγουδιού, της έκανα νόημα ότι τελειώσαμε.Βγήκε από το καμαράκι, με αγκάλιασε, με φίλησε και μου’ πε: Ήταν καλά; Τέλεια, της απάντησα. Κι αφού πήρε ένα αντίγραφο σε μια κασέτα, έφυγε.
Πέντε μέρες αργότερα χτυπάει ξαφνικά το κουδούνι του σπιτιού μου στα Ιλίσια - μέναμε πολύ κοντά.
Ποιος είναι;
Η Σωτηρία, ρε άνοιξε.
Ανοίγω και μπαίνει μέσα μια Μπέλλου έξαλλη. Τι μ’ έβαλες, ρε, να πω αυτό το κωλοτράγουδο; Τραγούδι είνει αυτό;Όλο όχι είναι. Δεν λες κουβέντα, δεν πας πουθενά, δεν κάνεις τίποτα.Τι διάολο δηλαδή, χάθηκε να λέει και κάπου: Παρ’ όλα αυτά, σ’ αγαπάω; Έστειλα εξώδικο στον Πατσιφά, να μην κυκλοφορήσει. Θα γίνω ρεζίλι.Βρόντηξε την πόρτα κι έφυγε. Όταν όμως βγήκε το δείγμα και τ’ άκουσε, μου τηλεφώνησε κι ήρθε με κάτι λουλουδάκια σπίτι, μ’ αγκάλιασε συγκινημένη και μούπε:
Φχαριστώ, ρε Δήμο, τελικά είμαι τυχερή»
Η Μπέλλου υπήρξε ειλικρινής και γνήσια σαν καλλιτέχνις και σαν άνθρωπος. Βοήθησε όσο μπορούσε πολλούς νέους συναδέλφους της να σταθούν στο τραγούδι. Αγαπήθηκε από τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ, αλλά και Έλληνες πνευματικοί άνθρωποι θαύμασαν, λάτρεψαν και αποθέωσαν την Μπέλλου στα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίσθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως. Ο Γιάννης Τσαρούχης την αγαπούσε ιδιαίτερα κι όταν την άκουγε να τραγουδά, δάκρυζε από συγκίνηση. Μερικές αδυναμίες (και πάθη) που ποτέ της δεν έκρυψε, την έφεραν σε δύσκολη θέση. Δεν έκρυψε ποτέ της ότι πέθαινε για τον τζόγο. Είχε χάσει περιουσίες ολόκληρες, όπως ομολογούσε. Λίγοι άνθρωποι όμως στην τελευταία περιπέτεια της ζωής της της συμπαραστάθηκαν. Ο Θανάσης και η Αθηνά Σταυράκη, που είχαν συνεργασθεί μαζί της στο κέντρο «Δίας», ο Μάνος Τρανταλίδης, ο Δημήτρης Ζούμπος, από τα 9/8, κάποιοι δημοσιογράφοι (μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού) και μερικοί ανώνυμοι θαυμαστές της. Όλοι πάντως αναγνώριζαν, πέρα από την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία, τον ντόμπρο χαρακτήρα της.
H περιπέτεια της υγείας της Σωτηρίας Mπέλλου είχε αρχίσει ουσιαστικά από το Mάρτιο του 1993, όταν μπήκε επειγόντως στο νοσοκομείο «Σωτηρία» έχοντας παρουσιάσει βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια και πνευμονικό εμφύσημα. H ζωή της τότε είχε κινδυνεύσει σοβαρά λόγω της μείωσης του οξυγόνου στο αίμα της. Οι προσπάθειες των γιατρών την έσωσαν. Οταν συνήλθε τα πρώτα της λόγια ήταν παραπονεμένα: αφορούσαν τη μοναξιά της και την απουσία από το πλευρό της συναδέλφων της που η ίδια είχε βοηθήσει «να κάνουν λεφτά και όνομα». Aυτό ήταν και το πρώτο περιστατικό ενός πολυετούς χρονικού, εισόδων και εξόδων στα νοσοκομεία, αλλά και παραπόνων για τη συμπεριφορά των άλλων, την αδιαφορία της πολιτείας, τη φτώχια και τη μοναξιά της. Eνας κατακλυσμός σχετικών ρεπορτάζ σε Tύπο και τηλεοράσεις έφεραν στο φως εκείνη την περίοδο, αλλά και αργότερα, λεπτομέρειες των ιδιαιτέρως δύσκολων συνθηκών κάτω από τις οποίες ζούσε η Mπέλλου -η ίδια είχε πει πως κάποιες φορές αναγκάστηκε να γυρνάει στο Kολωνάκι πουλώντας κασέτες της.
Iούλιο του ‘94 το υπουργείο Πολιτισμού, υπό τον Θάνο Mικρούτσικο τότε, αποφάσισε να της παραχωρήσει το ποσόν των 5 εκατομμυρίων δραχμών μέσω της Eνωσης Mουσικοσυνθετών Eλλάδος (EMΣE). Tην ίδια εποχή, ορμώμενος από την κατάσταση της Mπέλλου, ο κ. Mικρούτσικος προτείνει στην κυβέρνηση να συνταξιοδοτήσει μέσω του υπουργείου Προνοίας όλους τους ηλικιωμένους καλλιτέχνες που στερούνται τυπικών προσόντων…
Iανουάριο του ‘96, ο Σταύρος Mπένος, που έχει εν τω μεταξύ διαδεχτεί τον Θάνο Mικρούτσικο στο υπουργείο Πολιτισμού, αποφασίζει το YΠΠΟ να δώσει άλλα 2 εκατομμύρια δραχμές στην τραγουδίστρια προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα νοσηλείας της (τα πρώτα 5 εκατομμύρια ήταν για οικονομική ενίσχυση προτού να μπει στο «Σωτηρία»). Στις αρχές του ‘96 η Σωτηρία Mπέλλου έκανε και την τελευταία της δημόσια εμφάνιση -αν εξαιρέσει κανείς μια σύντομη εμφάνισή της το Nοέμβριο σε κάποια φιλανθρωπική γιορτή- όταν επισκέφθηκε τον παλιό της γνώριμο Aνδρέα Παπανδρέου, στο «Ωνάσειο».
Tο οικονομικό πρόβλημα της Σωτηρίας Mπέλλου μπορεί να αίρεται για λίγο, όχι όμως και τα παράπονά της για τους φίλους και συναδέλφους της που την έχουν ξεχάσει. Στις εξαιρέσεις ανήκει ο επίτιμος πρόεδρος του KKE Xαρίλαος Φλωράκης, που την επισκέπτεται στο «Σωτηρία». Στις εξαιρέσεις ανήκουν όμως κατά την ίδια και ο Γιώργος Nταλάρας, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Aντώνης Bαρδής και ο Aντώνης Σαμαράς, τους οποίους ζητεί μάλιστα να δει διαβιβάζοντας την επιθυμία της γραπτώς: είναι η εποχή που νοσηλεύεται ξανά στο «Σωτηρία», έχοντας υποβληθεί σε τραχειοστομία. Στην επιθυμία της ανταποκρίνονται αμέσως οι τέσσερις… Ο Mανώλης Mητσιάς ήταν ο τελευταίος συνάδελφός της που την επισκέφθηκε στις 6 Aυγούστου για να της ευχηθεί για τη γιορτή της. Eκείνη δεν παραπονιόταν πια για τις απουσίες. Tους τελευταίους μήνες, η οργή για αυτούς που την ξέχασαν αμβλύνθηκε.
H ύστατη πράξη της ζωής της άρχισε να παίζεται τον Αύγουστο του 1997, όταν εισήχθη στο αντικαρκινικό νοσοκομείο του Πειραιά (αφήνοντας το «Σωτηρία» με διεγνωσμένο ήδη καρκίνο του φάρυγγα και αναπνευστική ανεπάρκεια) προκειμένου να υποβληθεί σε επέμβαση διάνοιξης του φάρυγγα: προχωρημένος ο καρκίνος είχε φράξει σχεδόν τελείως το λαιμό της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τραφεί. Οι γιατροί που την εξέτασαν τη βρήκαν όμως εξαιρετικά αδύναμη και προτίμησαν πριν από την επέμβαση να την υποβάλουν σε θρεπτική αγωγή. Eτσι και έγινε με άμεσα μάλιστα αποτελέσματα σαφούς βελτίωσης που θα επέτρεπε, όπως υπολόγιζαν οι θεράποντες ιατροί, μια λεπτομερέστερη εξέταση ώστε να διαπιστώσουν αν υπάρχει συρίγγιο και εφόσον δεν υπήρχε την πραγματοποίηση της επέμβασης. Δεν πρόλαβαν… Η τριετής περιπέτεια της υγείας της της είχε στοιχίσει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, τη μεγαλύτερη απώλεια που θα μπορούσε να επιφυλάσσει η μοίρα σε μια τόσο μεγάλη τραγουδίστρια: την απώλεια της φωνής της. Aπώλεια που εδώ και καιρό την είχε αναγκάσει να συνεννοείται με τους οικείους της (με την ανιψιά της Γεωργία Παναγιώτου και με τη φίλη της Σοφία Aδαμίδου, που στάθηκαν μέχρι τέλους στο πλευρό της) κουνώντας τα χείλη της.
Mε δύο δάκρυα που κύλησαν από τα μάτια της τη στιγμή που τα σφράγιζε για πάντα αποχαιρέτησε τη ζωή η Σωτηρία Mπέλλου δύο ημέρες πριν από τα γενέθλια των 76 χρόνων της, στις 10.30 π.μ το πρωί της 29ης Αυγούστου 1997, στο αντικαρκινικό Nοσοκομείο Mεταξά του Πειραιά. Οι τελευταίες της ώρες ήταν τουλάχιστον ήρεμες και κυρίως χωρίς πόνους. Η κηδεία έγινε δημοσία δαπάνη, ενώ η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου της Μητρόπολης Αθηνών . η τελευταία μεγάλη ρεμπέτισσα του ελληνικού τραγουδιού η Σωτηρία Μπέλλου “κοιμάται” στο Α Νεκροταφείο Αθηνών δίπλα στο Νίκου Ξυλούρη και τον Στράτο Διονυσίου. Η τελευταία της επιθυμία να τη θάψουν δίπλα στο Βασίλη Τσιτσάνη δεν εκπληρώθηκε γιατί δεν βρέθηκε χώρος παρά τις προσπάθειες που δήμου Αθηναίων.
(Τα στοιχεία, βιογραφικά και άλλα, αντλήθηκαν από δημοσιεύματα εφημερίδων και περιοδικών την εποχή του θανάτου της Σωτηρίας Μπέλλου, καθώς και από το διαδίκτυο)
Ένας μάγκας με γοβάκια (Ι)

Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στα Χάλια της Χαλκίδας στις 29 Αυγούστου του 1921. Μεγαλύτερη από τα άλλα τέσσερα αδέλφια της, πήρε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου (κοντά στον οποίο μεγάλωνε), που ήταν παπάς στο Σχηματάρι και της είχε πολύ μεγάλη αδυναμία… Από μικρό κοριτσάκι την έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία. Εκείνη άρχισε να επηρεάζεται από τα τροπάρια και έψελνε μόλις «κατάλαβε» τον εαυτό της. Έτσι άρχισε να «ζυμώνεται» με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική…
Με τα εκκλησιαστικά η μικρή Σωτηρία είχε αποκτήσει ένα μεγάλο πάθος πριν ακόμη τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Μπαινόβγαινε στο Ιερό, έψελνε στο αριστερό ψαλτήρι και χτυπούσε την καμπάνα για τον εσπερινό. Έχοντας ήδη αρχίσει να τραγουδά από τριών χρονών, έφτιαχνε δικές της κιθάρες με ξύλο και σύρμα. Όταν έγινε δέκα χρόνων, έφυγε από τον παππού της και πήγε μέσα στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της. Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον εύπορους κατοίκους της πόλης, γιατί διατηρούσε το μεγαλύτερο και το καλύτερο κατάστημα τροφίμων στην πολυσύχναστη οδό Αβάντων.
Τις εφημερίδες που έπαιρνε ο Κυριάκος Μπέλλος, η μικρή Σωτηρία της «ξεκοκάλιζε» μετά τα μαθήματά της. Μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την “Προσφυγοπούλα” γιατί πρωταγωνιστεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Έγινε το χατίρι της, είδε τη Βέμπο στο σινεμά και ύστερα άρχισε να τη μιμείται. Πήγαινε κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού της κι έκανε σκέρτσα και κινήσεις όπως η Βέμπο στην οθόνη. Παρά τις συστάσεις της μάνας της, η Σωτηρία συνέχιζε το βιολί της ώσπου έφαγε το ξύλο της χρονιάς της. Η Ελένη Μπέλλου, γνήσια Αρβανίτισσα, δεν ήθελε ποτέ να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια. Η Σωτηρία, αρβανίτικο κεφάλι κι αυτή, επαναστατεί και αρχίζουν οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις.
Το 1938, και μόλις 17 χρονών, γνωρίζεται με τον Βαγγέλη Τριμούρα (πέθανε πέρυσι σε
ηλικία 85 ετών), που την κορτάριζε συνεχώς όταν την έβλεπε στο μαγαζί του πατέρα της. Το επάγγελμά του ήταν ελεγκτής στα λεωφορεία. Οι γονείς της την είχαν προειδοποιήσει να προσέξει αυτή τη γνωριμία της. Εκείνη δεν τους άκουσε και παντρεύτηκε. Έζησε μαζί του έξι μήνες. Εκείνος, όμως, έκανε άστατη ζωή. Γύριζε με άλλες κι όταν γυρνούσε σπίτι, την έδερνε. Άρχισαν οι καβγάδες. Η Σωτηρία δεν σήκωνε από τότε φοβέρες και ζοριλίκια. Κάποια στιγμή πάνω σ’ έναν από τους πολλούς καβγάδες τού ‘ριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων και έξι μηνών. Έμεινε υπόδικη 3 μήνες στη Χαλκίδα, ενώ ένα μήνα κάθισε στις φυλακές ΑΒΕΡΩΦ στην Αθήνα.
Στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της στους έξι μήνες. Πλήρωσε και βγήκε από τη φυλακή. Ξαναγύρισε στη Χαλκίδα και με το που έφτασε στο σπίτι της, άρχισε η γκρίνια και το ξύλο. Την έδερναν όλοι. Γονείς κι αδέρφια. Θεωρούσαν ότι τους ντρόπιασε όλους στην οικογένεια. Τη φώναζαν χωρισμένη, βιτριολίστρια, φυλακισμένη. Η ζωή της πραγματικό μαρτύριο. Δεν άντεχε άλλο. Ήταν πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν αποχαιρετούσε τη Χαλκίδα κι έμπαινε στην «πόστα», το τρένο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα. Οι σειρήνες ηχούσαν. Ανατριχίλα, γενική αναστάτωση. Πόλεμος. Η Σωτηρία στα ίδια βαγόνια με τους φαντάρους. Όταν κατέβηκε στο σταθμό Λαρίσης, κάποιος της έδωσε μια κουραμάνα. Νέος Γολγοθάς στην Αθήνα αρχίζει, μες στου πολέμου τη φωτιά, για το πλουσιοκόριτσο του Μπέλλου από τη Χαλκίδα. Η οικογένεια της Σωτηρίας χάνει τα ίχνη της. Κανείς δεν ήξερε για την τύχη της. Μετά επτά ολόκληρα χρόνια, την εντοπίζουν να τραγουδά πλάι στον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» στην Αχαρνών.
Η ζωή της Μπέλλου από το 1940 έως το 1946, τότε δηλαδή που μπαίνει πλέον επίσημα στον
χώρο και τον κόσμο του ρεμπέτικου, είναι μια περιπέτεια, ένα θρίλερ. Οι δραματικές στιγμές που πέρασε στην Αθήνα και έχει περιγράψει η ίδια, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει. Δούλεψε σε εστιατόριο λαντζιέρα. Νύχτες ολόκληρες έπλενε πιάτα. Πουλούσε τσιγάρα με τον ταβλά και παστέλια. Έκανε τον αχθοφόρο σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Με ένα καρότσι έπαιρνε τα ταγάρια, τα καλάθια και τις βαλίτσες των επαρχιωτών και τα ξεφόρτωνε στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμόταν μέσα στα βαγόνια. Με τα χαρτζιλίκια που μάζευε από όλες αυτές τις δουλειές, αγόρασε παπούτσια και κουβέρτες, νοίκιασε μια κάμαρα - σπίτι στο Περιστέρι, κι αγόρασε μια κιθάρα, που ήταν το μεγάλο της όνειρο. Στερήθηκε πολλά αγαθά τόσα χρόνια, αλλά με το αρβανίτικο πείσμα που τη διέκρινε και τη σιδερένια θέληση που είχε πέτυχε τον στόχο της. Να γίνει τραγουδίστρια.
Ένα βράδυ το Μάη του ‘45, κατέβαινε την Ιπποκράτους. Είχε πάει να συναντήσει κάποιες κοπέλες, που ήταν συγγενείς της, στην οδό Διγενή Ακρίτα. Κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, είδε μια ταβέρνα και μπήκε μέσα. Κάθισε σ’ ένα τραπέζι στην αυλή και παρήγγειλε κάτι να φάει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Κρητικός την καταγωγή, και μερικοί θαμώνες κοίταζαν επίμονα τη Σωτηρία. Τόσο όμορφη κοπέλα, ίδια κούκλα, μόνη της τέτοια ώρα; Εκείνη απτόητη. Καθώς περίμενε την παραγγελία, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια κιθάρα. Ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη αν μπορεί να παίξει, πήρε θετική απάντηση και άρχισε να παίζει και να τραγουδά ένα παλιό τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Τι έχεις κι όλο κλαις και δεν μου το λες». Δεν σταμάτησε όμως στο ένα τραγούδι. Είπε και δεύτερο:«Αντιλαλούνε οι φυλακές τ’ Ανάπλι κι ο Γεντί Κουλές». Στην απέναντι γωνιά, άκουγε με πολλή προσοχή την κοπέλα με την κιθάρα, ένας 45άρης καλοντυμένος, με ψαρά μαλλιά, χωρίς να πει κουβέντα. Το επόμενο βράδυ η Μπέλλου ξαναπήγε στο μαγαζί, έπαιξε και τραγούδησε. Στην ταβέρνα, παρ’ ότι ήταν λαϊκή, πήγαιναν πολλοί κοσμικοί. Ανάμεσά τους και ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης, ο οποίος δύο βράδια αργότερα, πήγε με τον Βασίλη Τσισάνη εκεί. Στο φουλ της επιτυχίας του ο βάρδος του ρεμπέτικου, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τη φωνή της Μπέλλου, αλλά και από τη
δεξιοτεχνία της στην κιθάρα. Τα είπαν οι δυο τους και συμφώνησαν να μπουν στο στούντιο. Η Σωτηρία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι της δινόταν μια τέτοια μεγάλη ευκαιρία. Η ευκαιρία της ζωής της που την οδήγησε στη μεγάλη λεωφόρο του ρεμπέτικου και στη συνέχειά του, που ήταν το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι με κοινωνικό χαρακτήρα.
Στην Κατοχή, όμως, η Μπέλλου δεν πάλεψε μονάχα για να ζήσει, να βρει το δρόμο της στην Αθήνα. Πάλεψε και κατά των Γερμανών κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους. Οργανώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ. Κινδύνευσε πολλές φορές. Οι Γερμανοί την έπιασαν, τη βασάνισαν, την έκλεισαν φυλακή. Στον εμφύλιο συνελήφθη και πάλι από τους «ισχυρούς» κρατούντες και ξανακλείσθηκε φυλακή. Κρατήθηκε μαζί με άλλους ομοϊδεάτες της σε ένα υπόγειο καμπαρέ της οδού Βουκουρεστίου, το «Κιτ-Κατ». Όταν αφέθηκε ελεύθερη, πήγε κι έπιασε δουλειά στου «Τζίμη
του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη. Εκείνη την εποχή, πολλοί επώνυμοι πέρασαν από το μαγαζί. Όλοι τους μαγεμένοι από το ιδιαίτερο άκουσμα των τραγουδιών του Τσιτσάνη. Ανάμεσά τους και οι δύο μεγάλες μορφές της νεώτερης ελληνικής μουσικής, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης.
Κάποιο βράδυ που τραγουδούσε, μπήκε στο μαγαζί μια παρέα από Χίτες. Της κρατούσαν γινάτι από τα Δεκεμβριανά το 1944, όπου η Μπέλλου είχε λάβει μέρος στις μάχες σαν αγωνίστρια του ΕΛΑΣ. Ένας από τους Χίτες ανέβηκε στο πάλκο και της ζήτησε να τραγουδήσει «Του αϊτού ο γιος». Εκείνη αρνήθηκε και τότε μαζεύτηκαν όλοι της παρέας και την τσάκισαν στο ξύλο. Κι όμως η Μπέλλου γι’ αυτό το περιστατικό είχε ένα παράπονο, μια πικρία που ανέφερε σ’ όλη της τη ζωή. Δεν περίμενε την ώρα που την χτυπούσαν έξι Χίτες μαζί να μη σηκωθούν από τις καρέκλες τους δύο άνδρες να αντισταθούν σ’ αυτή την πρόκληση. Οι τρομοκράτες που έκαναν άνω κάτω το μαγαζί φώναζαν στην Σωτηρία: «Πες του αϊτού το γιο, γιατί θα σε καθαρίσω Βουλγάρα». Ήταν Δεκέμβρης του 1948. Η τραγουδίστρια έφυγε από τον «Τζίμη τον Χοντρό» και πήγε σε ένα μαγαζί και εργάσθηκε μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ήταν το κέντρο «Παναγάκη» στην οδό Παρασίου.
Στα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας στο ελληνικό τραγούδι, η Μπέλλου έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες σε τραγούδια των πιο γνωστών λαϊκών συνθετών: Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Καλδάρα. Από το ‘41 ως το ‘76 τραγούδησε αδιάκοπα όλους σχεδόν τους λαϊκούς συνθέτες, Στο λαϊκό πάλκο, σε όλη της την πορεία στο τραγούδι, είχε πολύ έντονη παρουσία στα πιο διάσημα μαγαζιά της περιοχής Αθηνών: «Νήσος Ύδρα» του Αλάογλου στο Περιστέρι, «Ροσινιόλ» στα Σεπόλια, «Τζίμης ο Χοντρός» (Αχαρνών), «Τριάνα» και «Λουζιτάνια» (λεωφόρος Συγγρού), «Φαληρικόν» (Τζιτζιφιές), «Καλαματιανός» (Τζιτζιφιές), «Μάριος» (Ίωνος). Ξεχωριστή ιστορία έγραψε μαζί με Τσιτσάνη - Παπαϊωάννου, στην Καισαριανή, στο «Σκοπευτήριο» και στο «Χάραμα», για 10 χρόνια, ενώ με τους δύο τελευταίους εμφανίστηκε για μεγάλα διαστήματα στο «Όνειρο» και στο «Πρόσωπο» της Εθνικής οδού. Σημαντική παρουσία είχε στη δεκαετία του 1980, στον «Δία» της πλατείας Αττικής.
Συνεχίζεται
First time I saw Paris… II
Μετά από λίγες μέρες μετακομίσαμε στο σπίτι της Sophie. Μικρό, εργένικο studio, στον 7ο όροφο παλιάς πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ (αν και στα 20 αυτά δεν τα πολυπροσέχεις), με έναν καναπέ που γινόταν διπλό κρεβάτι (μετατρέποντας, έτσι, το καθιστικό σε κρεβατοκάμαρα), με ωραιότατο μπάνιο και κουζινούλα, ό,τι χρειάζονταν, δηλαδή, δυο νεαρά κορίτσια για να έχουν μια ονειρεμένη διαμονή στο Παρίσι. Αν εξαιρέσεις κάποιες φορές που, έχοντας μόλις ανέβει τους επτά ορόφους, διαπιστώναμε ότι κάτι σημαντικό έχουμε ξεχάσει να αγοράσουμε (γάλα ή τσιγάρα, π.χ.), το διαμερισματάκι ήταν άψογο!
Και το Παρίσι ήταν άψογο. Και μας περίμενε να το ανακαλύψουμε! Το γυρίσαμε από τη μια άκρη του ως την άλλη. Πήγαμε παντού: από τα Champs Elysées μέχρι τις γειτονιές των Αράβων. Εκεί είδαμε για πρώτη φορά πλαστικό μπουκάλι Coca-Cola, ενάμισι λίτρου, στην Ελλάδα είχαμε ακόμη τα γυάλινα. Επί δύο μήνες περπατήσαμε αφάνταστα, έτσι μόνο γνωρίζεις πραγματικά μια πόλη, ανακαλύπτεις κάθε της γωνιά. Αγαπημένοι προορισμοί? Ο Κήπος του Λουξεμβούργου τα μεσημέρια, για να απολαύσουμε τη μπαγκέτα μας (με το κάτι τις μέσα) στη λιακαδίτσα, το
Μουσείο του Λούβρου, στο οποίο περιπλανηθήκαμε μέρες ολόκληρες, οι Γέφυρες του Σηκουάνα (τις περπατήσαμε όλες), το île de la Cité και η Notre Dame με τα gargoils της, που η καθηγήτριά μας των Τεχνικών στο σχολείο μας έδινε να ζωγραφίσουμε, οι Halles και το Beaubourg που χαζεύαμε τους πλανόδιους καλλιτέχνες, το Quartier Latin με τα βιβλιοπωλεία του, όπου χανόμασταν ώρες, τα μουσεία του Παρισιού και τα μαγαζιά και οι πλατείες και οι δρόμοι και όλα του!

Και το πιο αγαπημένο μέρος από όλα, ο Λόφος της Μονμάρτρης όλες τις ώρες και, κυρίως, τα βράδια, για να ακούσουμε μουσικές στα μπαράκια απολαμβάνοντας το ποτό ή τις κρέπες μας, το φαγητό στο Le Consulat, όχι τόσο για την ποιότητά του, όσο για την ατμόσφαιρα του μαγαζιού και τις προσιτές τιμές, τα μαγαζάκια με τα διάφορα, άπειρα, απίστευτα, γοητευτικά, πρωτότυπα μπιχλιμπίδια, οι μικρές, κομψές αίθουσες τέχνης, τα υ
παίθρια καφέ, οι ζωγράφοι και ο κόσμος της Place du Tertre, η εκκλησία της Ιεράς Καρδίας, σαν τούρτα νυφιάτικη στην κορφή του λόφου. Ανεβαίναμε με το funiculaire και κατεβαίναμε πάντα από τα υπέροχα σκαλιά της Μονμάρτρης, όπου κάθε Γάλλος σκηνοθέτης που σέβεται τον εαυτό του έχει γυρίσει, τουλάχιστον, μία σκηνή!
Το πιο αγαπημένο μου σημείο στη Μονμάρτρη είναι ένα μπαράκι, αριστερά στο τέλος της Place du Tertre. Το λένε Le Tir Bouchon, είναι παλιό και απίστευτα
γραφικό, οι τοίχοι του, από το ταβάνι μέχρι το πάτωμα, είναι σκεπασμένοι από εκατομμύρια σημειώματα και σκίτσα θαμώνων, που επί σειρά ετών έχουν περάσει από εκεί και άφησαν το «ίχνος τους». Ανάμεσά τους βρίσκονται και καμία δεκαριά δικά μου, από ισάριθμα ταξίδια (η τελευταία φωτό του ποστ είναι από αυτό το μπαράκι). Εκεί, λοιπόν, πηγαίναμε για να πιούμε το ποτάκι μας και να ακούσουμε μουσική. Ένας πιανίστας, όλος κι όλος, αλλά τόσο καλός σαν να άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Έπαιζε όλα σου τα αγαπημένα τραγούδια και σε άφηνε να τραγουδάς μαζί του. Καταλαβαίνετε ότι η γράφουσα (γνωστό ψώνιο στα 20 της…) το εκμεταλλεύτηκε δεόντως!
Και, δεν μπορώ να μην αναφέρω, τα cafés του Παρισιού: από το πασίγνωστο Café “Les Deux Magots”, όπου
πηγαίναμε για να βρεθούμε στο χώρο που, πριν από μας είχαν πιει καφέ ή ένα ποτήρι κόκκινο κρασί οι Eluard, Giraudoux, Sartre, Gide, Breton, Robbe-Grillet, Mauriac, Barthes, Queneau, Malraux, Appollinaire, de Beauvoir, Verlaine, Rimbaud, Mallarmé, Eco, Borges, Prévert, Moravia, Camus, Hemingway, Picasso, Truffaut, Godart, Brialy, Rohmer, Chabrol και τόσοι, μα τόσοι άλλοι, των γραμμάτων και των τεχνών επιφανείς, μέχρι τα καθημερινά, μικρά, συνηθισμένα παρισινά cafés, που βρίσκεις σε όλες τις γειτονιές, σε όλες τις γωνίες.
Από τότε στο Παρίσι έχω βρεθεί άπειρες φορές. Μπορώ να
ισχυριστώ ότι το γνωρίζω καλύτερα από την Αθήνα. Αυτή, όμως, η πρώτη μου γνωριμία μαζί του, που στάθηκε κεραυνοβόλος έρωτας και για τους δυο μας, έχει μείνει αξέχαστη. Το Παρίσι το αγαπώ. Και με αγαπά κι εκείνο. Πάντα όταν βρίσκομαι εκεί έχει καλοκαιρία, ακόμα κι αν πριν φτάσω και αφού φύγω ο καιρός είναι αισχρός. Για χάρη μου ο ουρανός του γίνεται γαλάζιος κι ο ήλιος βγαίνει λαμπρός και ζεστός.
Το Παρίσι είναι μια από τις πολύ αγαπημένες μου γωνιές σε τούτο τον πλανήτη.
First time I saw Paris… I

…ήμουν 20 χρονών. Πήγα με μια φίλη, και μετέπειτα συνάδελφο (στην εκπαιδευτική περίοδο της ζωής μου), δυο χρόνια μεγαλύτερη από εμένα. Η πρόφαση ήταν να μείνουμε ένα μήνα και να κάνουμε μιαν εργασία. Ο στόχος ήταν να μείνουμε ένα μήνα και να περάσουμε καλά!
Η φίλη είχε θείο με τουριστικό μαγαζί στο Ναύπλιο. Ο θείος τα καλοκαίρια, επί σειρά ετών, είχε υπάλληλο Παριζιάνα, που δούλευε και ταυτόχρονα έκανε και διακοπές. Η Παριζιάνα υπάλληλος, όταν έμαθε ότι η ανιψιά του θείου με μια φίλη της θα πήγαιναν Παρίσι, πρότεινε να τους παραχωρήσει το (εργένικο) διαμέρισμά της. Εκείνη θα έμενε στο σπίτι των γονιών της. Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Με σύντομους υπολογισμούς, ο ένας μήνας έγινε δύο, τα εισιτήρια αλλάχτηκαν, αγοράστηκε δώρο ακριβό για την οικοδέσποινα και ξεκινήσαμε!
Το ταξίδι ήταν επεισοδιακό. Αφήσαμε την Ελλάδα με εξαιρετικό καιρό (αρχές Μάη) και φτάσαμε σε ένα Παρίσι βροχερό, συννεφιασμένο και με απίστευτο κρύο. Τα καλά νέα ήταν ότι το σπίτι βρισκόταν στο 1er Arrondissement, στην καρδιά του Παρισιού, κοντά στο Λούβρο. Τα κακά νέα ήταν ότι κάποια προβλήματα στα υδραυλικά του απαιτούσαν επισκευές, που θα κρατούσαν μια εβδομάδα. Έτσι η οικοδέσποινά μας, μας είχε κλείσει, για λίγες μέρες, ένα δωμάτιο σε φτηνό ξενοδοχείο κοντά στο σπίτι.
Το ξενοδοχείο ήταν παμπάλαιο, από καταβολής Παρισιού θα έλεγες. Χωρίς ασανσέρ (όπως όλα τα παλιά κτήρια στο Παρίσι), με ξύλινη σκάλα που έτριζε ανατριχιαστικά. Η ιδιοκτήτρια και ρεσεψιονίστ, θαρρείς βγαλμένη από παλιά, ασπρόμαυρη γαλλική ταινία. Με παρουσιαστικό γερασμένης ματρόνας, με ένα άφιλτρο Gauloise να κρέμεται μονίμως από τα χείλη της, ακόμα και όταν μιλούσε. Το δωμάτιό μας ήταν στον πρώτο όροφο, ακριβώς απέναντι από τη σκάλα.
Η επίπλωση του δωματίου συμβάδιζε στην παρακμή της με το υπόλοιπο ξενοδοχείο. Έπιπλα σκούρα και βαριά, του περασμένου αιώνα σίγουρα, ένα διπλό κρεβάτι, δυο κομοδίνα εκατέρωθεν, μια σιφονιέρα, μια ντουλάπα με καθρέφτη. Ένας νιπτήρας μέσα στο δωμάτιο, ένας μπιντές εκεί που θα έπρεπε να είναι το μπάνιο. Και το μπάνιο, παιδιά? Η λεκάνη επίσης? Μα στο διάδρομο, bien sur, κοινόχρηστα, φυσικά! Ήταν το πρώτο σοκ. Και ήταν το μικρότερο. Δώσαμε τόπο στην οργή, είπαμε ότι ήταν μόνο για 3-4 μέρες και αποφασίσαμε να μείνουμε. Ανοίξαμε βαλίτσες για να τακτοποιήσουμε τα ρούχα μας αλλά, φευ, κρεμάστρες στην ντουλάπα δεν υπήρχαν. Επίσης δεν υπήρχε τηλέφωνο ώστε να
επικοινωνήσουμε με τη ρεσεψιόν. Κατέβηκα κάτω, λοιπόν, και ζήτησα ευγενικά από τη Mme Cafard (την αποκαλούσαμε ήδη έτσι, μεταξύ μας, Κα Κατσαρίδα) μερικές κρεμάστρες. Μου είπε ότι θα μας τις έστελνε αμέσως.
Η ώρα περνούσε και οι κρεμάστρες δεν έρχονταν. Ήρθε όμως η Παριζιάνα με το φίλο της να μας πάρουν για δείπνο έξω. Κατεβαίνοντας, υπενθύμισα στη Mme Cafard τις κρεμάστρες. Μου είπε πως θα τις αφήσει στο δωμάτιο. Βγήκαμε, φάγαμε, ήπιαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε. Το πρώτο μας βράδυ στο Παρίσι τέλειωνε όμορφα. Κατάκοπες, δεν βλέπαμε την ώρα να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο και να παραδοθούμε στις αγκάλες του Μορφέως. Την επομένη θα
ξεκινούσαμε για μια πρώτη γνωριμία με την πόλη.
Φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Η ρεσεψιόν άδεια. Ανεβαίνουμε τη σκάλα για το δωμάτιο. Κάτι έχει αλλάξει. Ο μέχρι πριν άδειος διάδρομος είναι γεμάτος καρέκλες. Και όχι άδειες. Στις καρέκλες κάθονται άνθρωποι. Άντρες άνθρωποι. Μόνο άντρες. Μας υποδέχονται με χαμόγελα. Παραξενεμένες, το συζητάμε μεταξύ μας ελληνικά. «Τι είναι αυτοί?», ρωτάει η Μαρία. «Κάποιος θα πέθανε και τον ξενυχτάνε», κάνω χιούμορ εγώ. Βάζω το κλειδί, ανοίγω, μπαίνει η Μαρία, βγάζω το κλειδί, πάω να μπω κι εγώ. Οι δύο που κάθονταν στις πιο κοντινές στο δωμάτιο καρέκλες σηκώνονται και με
ακολουθούν. Φρικάρω. Τους ρωτάω τι θέλουν. Με χαμογελάκι απαντούν ότι θέλουν να μπουν μέσα. Τους απαντώ ότι αυτό δεν γίνεται. Μου ανταπαντούν ότι θα πληρώσουν, ο ένας μάλιστα έχει ήδη βγάλει το πορτοφόλι του. Φρικάρω χειρότερα. Προφανώς μιλάω με ιδιαίτερα δυνατή φωνή. H Mme Cafard ξεπροβάλει με το κομπιναιζόν από ένα δωμάτιο και τους εξηγεί ότι οι demoiselles είναι πελάτισσες του ξενοδοχείου και ΜΟΝΟ. Ευτυχώς πείθονται χωρίς φασαρίες, ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους κι εμείς διπλοκλειδωνόμαστε στο δωμάτιο. Για σιγουριά, τραβάμε και τη σιφονιέρα πίσω από την πόρτα. Δεν είχαμε αντίρρηση για sex in Paris, αλλά με άλλες προϋποθέσεις!!!
Περιττό να πω πως όλη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι. Οκλαδόν πάνω στο κρεβάτι παίζαμε χαρτιά και καπνίζαμε. Το δε κρεβάτι είχε, ακόμα, το αρχικό του στρώμα. Με τη χρήση αιώνων, οι άκρες είχαν υπερυψωθεί ενώ στη μέση μια γούβα κατέβαινε αρκετά χαμηλότερα. Αν η Μαρία ήταν αγοράκι ενδεχομένως να το αξιοποιούσαμε! Αποφασίσαμε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μείνουμε δεύτερο βράδυ σ’ εκείνο το (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μπουρδέλο. Ξαναβάλαμε τα ρούχα στις βαλίτσες (ευτυχώς δεν είχαν έρθει και οι κρεμάστρες, να μη νοιώθουμε υποχρεωμένες) και περιμέναμε να ξημερώσει ο θεός των Γάλλων τη μέρα για να ξεκουμπιστούμε. Ήδη, είχαμε σημειώσει στους οδηγούς μας μερικά αξιοπρεπή ξενοδοχεία εκεί κοντά.
Ξημέρωσε, επιτέλους, κι εμείς κατεβαίνουμε για πρωινό. Η ρεσεψιόν παραμένει άδεια, αλλά στη μικρή τραπεζαρία του ξενοδοχείου ήπιαμε ωραιότατο καφέ και καταβροχθίσαμε άπειρα από τα ωραιότερα κρουασάν που είχαμε δοκιμάσει ποτέ. Ακόμη και σήμερα, μετά από 25
χρόνια, νομίζω πως δεν έχω φάει ωραιότερα κρουασάν στη ζωή μου!
Μετά το πρωινό, βγαίνουμε προς αναζήτηση ξενοδοχείου, αποφασισμένες να εγκαταλείψουμε τον «οίκο της ακολασίας». Ευτυχώς βρίσκουμε κατάλυμα άκοπα και πολύ κοντά, έτσι η «μετακόμιση» δεν θα αποτελούσε πρόβλημα. Επιστροφή στο ξενοδοχείο προς αποκομιδή αποσκευών. Στη ρεσεψιόν ανησυχητικά κανείς ακόμη.
Αφού έχουμε κλείσει τις βαλίτσες, κάνουμε τον καθιερωμένο έλεγχο του
μη-πως-ξε-χά-σα-με-κα-τι και ανοίγω την πόρτα φορτωμένη τα μπαγκάζια μου για να κατέβω τη σκάλα. Τα πόδια μου μπερδεύονται σε κάτι απροσδιόριστο και κατεβαίνω γρηγορότερα απ’ όσο θα ήθελα, μαζί και οι αποσκευές μου. Η προσγείωση στα πόδια της Mme Cafard ήταν ανώμαλη από όλες τις απόψεις! Σηκώνομαι, ξεσκονίζομαι και της εξηγώ ότι θα εγκαταλείψουμε το ξενοδοχείο της, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Δέχτηκε τα νέα μάλλον αδιάφορα, πληρώνω και είμαστε έτοιμες προς αναχώρηση.
Καθ’ οδόν προς το καινούργιο μας ξενοδοχείο η Μαρία μου λέει: «κατάλαβες σε τι σκόνταψες?». «Όχι», απαντώ, «τι σκατά ήταν?»
«ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ ΚΡΕΜΑΣΤΡΕΣ!!! Ολοκαίνουργιες! Προφανώς η Mme Cafard, δεν είχε στο ξενοδοχείο (τι να τις κάνει άλλωστε?) και πήγε σήμερα, πρωϊ-πρωϊ, να μας αγοράσει!»
Η απόλυτη μοναξιά του Άρη Παπαδόπουλου ΙΙ

Ο Άρης άνοιξε τα μάτια του πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Είναι ζήτημα αν είχε κοιμηθεί δυο ώρες. Τα τελευταία χρόνια του συνέβαινε συχνά αυτό. «Γερνάω», σκέφτηκε. Έμεινε ξαπλωμένος και ακίνητος, κοιτάζοντας το ταβάνι. Δίπλα του η γυναίκα του κοιμόταν ακόμα. Τελικά σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. «Χρόνια πολλά, μεγάλε», είπε στο είδωλό του. «Καλά 55».
Σήμερα ήταν τα γενέθλιά του. Η κόρη του του ευχήθηκε από το τηλέφωνο χθες βράδυ. Ζούσε στην Αγγλία, παντρεμένη με μωρό, τον εγγονό του. Ο Άρης χαμογέλασε στη σκέψη της, της είχε μεγάλη αδυναμία, όλα όσα έκανε ήταν για εκείνη. Αλλά αυτός ο γάμος της παραήταν βιαστικός. Είχε μείνει έγκυος, βλέπεις, ήθελαν και το μωρό… Τέλος πάντων, ας είναι καλά.
Παρασκευή σήμερα, τον περίμενε μια δύσκολη μέρα στο γραφείο, αλλά τουλάχιστον μετά ακολουθούσε το πολυπόθητο σαββατοκύριακο. Πόσο θα ήθελε να έφευγε για μια εκδρομή! Αλλά η Ελένη του είχε κανονίσει birthday party για το σαββατόβραδο. Για τι? Για να γιορτάσουν την είσοδό του στα 56? Θα προτιμούσε να τον αφήσουν να το ξεχάσει.
Μπήκε στο ντουζ, άνοιξε το νερό και το άφησε να τρέχει πάνω του. Η σκέψη του πέταξε στη γνωριμία τη χτεσινοβραδυνή. Όταν είδε το όνομά της στη λίστα χαμογέλασε: Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ! Όλο και πιο σπάνια, πια, συναντούσες ως ψευδώνυμα λέξεις όπως Γατούλα, Λουλουδάκι, Ναζιάρα κ.λ.π. Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ. Το ξαναδιάβασε και πήγε να δει το προφίλ της. Μάλιστα… Χωρισμένη 50άρα, τραπεζικός και ήταν online. Δεν έχασε την ευκαιρία και της έστειλε μήνυμα: «Τα σέβη μου, Υψηλοτάτη!». Σε λιγότερο από ένα λεπτό του απάντησε με ένα χαμογελάκι.
Άρχισαν να «μιλάνε» στις 11.00’ μ.μ. Όταν έκλεισαν το ICQ ήταν περασμένες 03.00 π.μ. Τέσσερις ώρες και είχαν πει τα πάντα. Η Μαρινα (έτσι την έλεγαν) ήταν ικανή συνομιλήτρια. Και δεκτική. Στο φλερτ του και όχι μόνο, τουλάχιστον έτσι τον είχε αφήσει να καταλάβει.
Σκέφτηκε τον εαυτό του τα τελευταία χρόνια… Οι γνωριμίες που έκανε στο διαδίκτυο, του πρόσφεραν αυτό που έλειπε από τη ζωή του, το σεξ. Ούτε θυμόταν, πια, πόσες ήταν. Και ο έρωτας? Ο έρωτας δεν είχε καμία θέση σε αυτή την υπόθεση, εκτός από μια φορά, πριν έξι χρόνια, όταν έμπαινε στα 50. Η Κατερίνα, η Fermina Dassa του. Που δεν στάθηκε ικανός να την κρατήσει, που φοβήθηκε την αγάπη της. Και, όπως ήταν αναμενόμενο την έχασε. Μα δεν την ξέχασε.
Έτσι, δεν δενόταν, πια συναισθηματικά. Όχι ότι αισθάνθηκε και τίποτα, δηλαδή, ποτέ. Μόνο εκείνη, η Κατερίνα… Αναστέναξε και βγήκε από το ντουζ.
Ντύθηκε και έφυγε για το γραφείο. Η γραμματέας του είχε γεμίσει τα βάζα με λουλούδια, είχε αγοράσει σαμπάνια και γλυκά, για ένα μικρό πάρτυ-έκπληξη που του είχε ετοιμάσει. Προσποιήθηκε τον έκπληκτο και τον χαρούμενο. Οι υφιστάμενοί του του πρόσφεραν δωράκια και χαμόγελα. Κατά τα λοιπά, η μέρα κίνησε ανιαρή, χωρίς εκπλήξεις. Το μυαλό του στράφηκε στην Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, στη Μαρίνα. «Θα της δώσω τον αριθμό μου», σκέφτηκε. «Το βράδυ, αν μπει, θα της δώσω τον αριθμό του κινητού. Και θα ζητήσω τον δικό της. Πρέπει να μπορώ να της μιλάω και άλλες ώρες».
Η Ελένη κοιμόταν ξεθεωμένη από την προετοιμασία του αυριανού του πάρτυ. Εκείνος κάπνιζε. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, περιμένοντας μήπως και συνδεθεί εκείνη, ο Άρης Παπαδόπουλος βίωνε την απόλυτη μοναξιά.
(Αφιερωμένο σε όσους κρίνουν ότι τους αφορά)
Η απόλυτη μοναξιά του Άρη Παπαδόπουλου Ι

Ο Άρης άνοιξε τα μάτια του πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Είναι ζήτημα αν είχε κοιμηθεί δυο ώρες. Τους τελευταίους μήνες του συνέβαινε συχνά αυτό. «Γερνάω», σκέφτηκε. Έμεινε ξαπλωμένος και ακίνητος, κοιτάζοντας το ταβάνι. Δίπλα του η γυναίκα του κοιμόταν ακόμα. Τελικά σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. «Χρόνια πολλά, μεγάλε», είπε στο είδωλό του. «Καλά 49».
Σήμερα ήταν τα γενέθλιά του. Η κόρη του του ευχήθηκε από το τηλέφωνο χθες βράδυ. Σπούδαζε στην Αγγλία. Ο Άρης χαμογέλασε στη σκέψη της, της είχε μεγάλη αδυναμία, όλα όσα έκανε ήταν για εκείνη. Κι αυτή, όμως, δεν τον είχε απογοητεύσει ποτέ. Χαρισματικό παιδί, υπέροχο μυαλό και χαρακτήρας, πάντα βολικό και συνεννοήσιμο, δεν είχε δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα σ’ αυτόν και τη μάνα της. Η εφηβεία της πέρασε ήρεμα, χωρίς εξάρσεις και επαναστάσεις. Ήταν το παιδί που όλοι θα ήθελαν για δικό τους.
Παρασκευή σήμερα, τον περίμενε μια δύσκολη μέρα στο γραφείο, αλλά τουλάχιστον μετά ακολουθούσε το πολυπόθητο σαββατοκύριακο. Πόσο θα ήθελε να έφευγε για μια εκδρομή! Αλλά η Ελένη του είχε κανονίσει birthday party για το σαββατόβραδο. Για τι? Για να γιορτάσουν την είσοδό του στα 50? Θα προτιμούσε να τον αφήσουν να το ξεχάσει.
Μπήκε στο ντουζ, άνοιξε το νερό και το άφησε να τρέχει πάνω του. Η σκέψη του πέταξε στη γνωριμία τη χτεσινοβραδυνή. Όταν είδε το όνομά της στη λίστα δεν πίστευε στα μάτια του: Fermina Dassa! Επιτέλους, μια γυναίκα που δεν χρησιμοποιούσε ως ψευδώνυμο λέξεις όπως Γατούλα, Λουλουδάκι, Ναζιάρα κ.λ.π. Fermina Dassa. Το ξαναδιάβασε και πήγε να δει το προφίλ της. Μάλιστα… Χωρισμένη 40άρα, εκπαιδευτικός και ήταν online. Δεν έχασε την ευκαιρία και της έστειλε μήνυμα: «Ω, δέσποινά μου, πάνε χρόνια που σε περιμένω στο ποταμόπλοιό μου!». Σε λιγότερο από ένα λεπτό του απάντησε με ένα «Hola, Florentino Arissa!» και ένα χαμογελάκι.
Άρχισαν να «μιλάνε» στις 10.00’ μ.μ. Όταν έκλεισαν το ICQ ήταν περασμένες 05.00 π.μ. Επτά ώρες και δεν είχε νοιώσει πλήξη ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Η Κατερίνα (έτσι την έλεγαν) ήταν γοητευτικότατη συνομιλήτρια. Ικανότατη στο χειρισμό της γλώσσας, του «έριχνε» θανατηφόρες ατάκες, έπαιζε με το μυαλό του, τον είχε καταγοητεύσει. Μετά από δυο ώρες ένοιωθε, ήδη, ερωτευμένος. Είχε πολύ καιρό να επικοινωνήσει τόσο καλά με κάποιον, η προσωπικότητά της τον είχε συνεπάρει. Δυο-τρεις φορές, μάλιστα, στη διάρκεια της κουβέντας τους είχε στύση, χωρίς να δικαιολογείται, αυτό, από το θέμα ή το περιεχόμενο της συζήτησης.
Η στύση του επέστρεψε απαιτητική. Έκανε αυτό που έκανε συνήθως, εδώ και πολλά χρόνια…… Συχνά, οικτίροντας τον εαυτό του, σκεφτόταν πώς θα λειτουργούσε αν βρισκόταν ξανά με γυναίκα και αν θα τα κατάφερνε. Η Ελένη, μετά από μια ολική αφαίρεση πριν πολλά χρόνια, αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης τους, είχε χάσει και το παραμικρό ενδιαφέρον για το σεξ. Και δεν ήταν μόνο αυτό, θα έλεγες πως είχε «στεγνώσει», είχε γίνει μαμά του περισσότερο, αδελφή του έστω, παρά γυναίκα του.
Τα πρώτα χρόνια είχε τις περιπέτειές του. «Σχέσεις» της μιας βραδιάς, ξεπέτες στα ταξίδια του, επαγγελματίες. Όσο μεγάλωνε η κόρη του το σταμάτησε. Δεν ήθελε για τίποτα στον κόσμο να ρισκάρει την ηρεμία της και τον θαυμασμό που έτρεφε γι’ αυτόν. Τότε ανακάλυψε το ίντερνετ και τo chat. Χρόνια στο κουρμπέτι, είχε βρει διέξοδο στο αδιέξοδό του. Γεμάτο το διαδίκτυο από μοναχικούς ανθρώπους, πρόθυμους να μιλήσουν, να φλερτάρουν και, τέλος, να μαλακιστούν ταυτόχρονα σε μια επίφαση έρωτα. Πόσα και πόσα βράδια δεν είχε περάσει στο γραφείο του στο σπίτι, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του να φαντασιώνεται τη συνομιλήτριά του (και σε αρκετές περιπτώσεις να τη βλέπει κιόλας) και να τον παίζει. Του έμενε μια πικρή γεύση στο τέλος, αλλά έπειθε τον εαυτό του πως είχε ανάγκες. Και δεν είχε άλλη επιλογή.
Ντύθηκε και έφυγε για το γραφείο. Η γραμματέας του είχε γεμίσει τα βάζα με λουλούδια, είχε αγοράσει σαμπάνια και γλυκά, για ένα μικρό πάρτυ-έκπληξη που του είχε ετοιμάσει. Προσποιήθηκε τον έκπληκτο και τον χαρούμενο. Οι υφιστάμενοί του του πρόσφεραν δωράκια και χαμόγελα. Κατά τα λοιπά, η μέρα κίνησε ανιαρή, χωρίς εκπλήξεις. Το μυαλό του στράφηκε στη Fermina Dassa, στην Κατερίνα. «Θα της δώσω τον αριθμό μου», σκέφτηκε. «Το βράδυ, αν μπει, θα της δώσω τον αριθμό του κινητού. Και θα ζητήσω τον δικό της. Πρέπει να μπορώ να της μιλάω και άλλες ώρες».
Η Ελένη κοιμόταν ξεθεωμένη από την προετοιμασία του αυριανού του πάρτυ. Εκείνος κάπνιζε. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, περιμένοντας μήπως και συνδεθεί εκείνη, ο Άρης Παπαδόπουλος βίωνε την απόλυτη μοναξιά.
Συνεχίζεται











