Shine on, you crazy diamond!

Carpe diem!

Archive for Ιούλιος 24th, 2006

Θρήνοι Γυναικών (πέντε των ηρωίδων του Σοφοκλή και ένας ο δικός μου, έξι)

with 47 comments


Λοιπόν… Η πρόθεσή μου ήταν να σας κάνω μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του τι είδα στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου το Σάββατο το βράδυ. Είχα ήδη φτιάξει τη δομή του κειμένου στο μυαλό μου, είχα διαλέξει τα αποσπάσματα που θα σας παρέθετα, είχα αρχίσει να διαμορφώνω την κριτική μου. Αλλά, δυστυχώς, το σοκ που υπέστην ήταν τέτοιο που μου ανέτρεψε όλους τους προγραμματισμούς. Έτσι, αντί να σας μιλήσω για την παράσταση θα σας γράψω τον πόνο μου.

Όλα άρχισαν με ένα e-mail (το τελευταίο διάστημα έτσι αρχίζουν όλα τα δεινά της ζωής μου). Θα αρχίσω να πιστεύω πως, πράγματι, το διαδίκτυο, και όλα όσα φέρνει μαζί του, είναι του διαβόλου. Το μήνυμα το έστειλε η Ακατονόμαστη και είχε κρυμμένη παγίδα. «Έχω τη δυνατότητα να μας βρω εισιτήρια για το Μεγάλο της Επιδαύρου για Σάββατο βράδυ. Ενδιαφέρεσαι?». Η Ηλίθια (εγώ) τσίμπησα και απάντησα πως έχω ήδη βγάλει το εισιτήριό μου για το Μικρό και αν θέλει να έρθει να πάμε εκεί και ευχαρίστως να μείνει σπίτι μετά να περάσουμε και την Κυριακή μαζί. Δεν χρειάστηκε να το ξαναπώ. Σε χρόνο μηδέν με ενημέρωσε ότι «οκ, βρήκα εισιτήριο και έρχομαι αύριο. Α! και πήρα το τηλέφωνό σου από τον Χαρτοπόντικα.» (μετά από αυτό ο Χαρτοπόντικας έφυγε για Παρίσι, γεγονός που ΔΕΝ θεωρώ τυχαίο).

Εδώ να κάνω μια παρένθεση για να σας πω το εξής: είμαι άτομο με ροπή στα μεγάλα, οδυνηρά και μοιραία λάθη. Μέχρι εδώ καλά. Το κακό είναι πως ΔΕΝ ΜΑΘΑΙΝΩ από τα λάθη αυτά. Την Ακατονόμαστη την είχα γνωρίσει προ καιρού, όταν μας επισκέφθηκε το Λεμονάκι και είχαμε βγει μια μικρή παρέα για καφέ. Θα έπρεπε να με υποψιάσει το γεγονός ότι ο καφές τελείωσε με την Ακατονόμαστη και έναν άλλο φίλο blogger (τον οποίο δεν κατονομάζω γιατί η ρουφιανιά δεν είναι του χαρακτήρος μου), να ρουφάνε τσίπουρα σαν νεροφίδες στο Θησείο μέχρι τις 3 το πρωί, κι εμένα να μισοκοιμάμαι στην άβολη καρέκλα μου και να αρνούμαι να λάβω μέρος στην ανούσια και πληκτική τους συζήτηση. Κάποια στιγμή αποφασίσαΝΕ να φύγουΜΕ, και η Ακατονόμαστη πρότεινε να μας πάει σπίτια μας με το αυτοκίνητό της (ναι, η βλάχα, είχε έρθει με αυτοκίνητο στο Θησείο!!!).

Αν νομίζετε ότι αυτό ήταν καλό, πλανάσθε πλάνην οικτράν. Διότι, μετά από τρία τέταρτα της ώρας που φτάσαμε στο μέρος που είχε παρκάρει (ας μην αναφέρω ότι η απόσταση του σπιτιού μου από εκεί που τρώγαμε είναι ένα τέταρτο με τα πόδια…), βρήκαμε το σαράβαλό της διαρρηγμένο και το σκουπιδαριό εντός του άνω κάτω. Επίσης ήταν τρακαρισμένο από όλες τις πάντες και αναφώνησα έντρομη: «Πω πω, σε χτυπήσανε κιόλας!». «Α, όχι», απάντησε ψύχραιμα, «αυτά τα έχω κάνει εγώ». Κοίταξα τον άλλο blogger στα μάτια και, αν τα δικά του δεν ήταν θολωμένα από τα τσίπουρα, θα μπορούσε να διαβάσει ένα απεγνωσμένο «δεν παίρνουμε ένα ταξάκι καλύτερα?». Με τα πολλά μπήκαμε στο αυτοκίνητο (ο θεός να το κάνει), και ξεκινήσαμε. Με σειρά εμφάνισης είδαμε στο δρόμο:
1. Το Χριστό φαντάρο
2. Το Δεσπότη Παναγιώτη
3. Το Χάρο με τα μάτια μας
Εννοείται πως αυτά τα είδα εγώ, διότι η Ακατονόμαστη το μόνο που είδε ήταν η μούρη της στον καθρέφτη ενώ προσπαθούσε να διορθώσει το μακιγιάζ της (οδηγώντας ταυτόχρονα), ο δε άλλος blogger είχε πέσει σε νιρβάνα στο πίσω κάθισμα.

Αυτή, λοιπόν, η γυναίκα έσκασε μύτη στην Επίδαυρο το Σάββατο το μεσημέρι, με ένα ιδιαζόντως κακόγουστο δώρο για μένα, το οποίο και πέταξα στα σκουπίδια μόλις έφυγε. Την καλοδέχτηκα, της μαγείρεψα ένα εξαιρετικό γεύμα, της έφτιαξα καφέ και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να αναχωρήσουμε. Ντυθήκαμε (εγώ δηλαδή, εκείνη μάλλον γδύθηκε), και φτάσαμε στο θέατρο, όπου και παραλάβαμε τα εισιτήριά μας. Φυσικά, όπως με μεγάλη μου χαρά περίμενα, οι θέσεις μας απείχαν μισό θέατρο η μία από την άλλη, μια και είχαν κλειστεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Αλλά η χαρά μου δεν κράτησε πολύ. Έκανε τα αδύνατα δυνατά, τσακώθηκε με ταμίες, ταξιθέτριες και κοινό, βρίστηκε με όλους (εγώ παρακαλούσα να ανοίξει η γη να με καταπιεί…), μέχρι που κάποιος κύριος με λυπήθηκε και της έδωσε τη θέση του, δίπλα μου. Τότε μόνο ησύχασε, η στριγγλίτσα.

Ενώ εγώ αφοσιώθηκα στη μελέτη του βιβλίου του Διονύση Καψάλη (μεταφραστή και κειμενογράφου της παράστασης) που είχαμε αγοράσει πριν, εκείνη παρατηρούσε τους θεατές που έμπαιναν στο θέατρο για να κατευθυνθούν στις θέσεις τους ανακράζοντας κάθε τόσο: «Α! ο Λάλας με τη Δρούζα!», «Α! ο Διονύσης Φωτόπουλος», «Α! μια ξανθιά που δε θυμάμαι πως τη λένε, πες τη μωρέ!». Εγώ πάλι το μόνο που ήθελα, ήταν να μου πει ο παπάς στ’ αυτί, και βλαστημούσα την ώρα και τη στιγμή που απάντησα στο mail.

Και τότε έσβησαν τα φώτα σηματοδοτώντας την έναρξη της παράστασης και τη δική μου αγαλλίαση γιατί, σκέφτηκα, πως τώρα (επιτέλους) θα το βουλώσει. Και βγήκαν τα έγχορδα της Καμεράτα και πήραν τις θέσεις τους, και βγήκαν οι τέσσερις σολίστ (πιάνο, κιθάρα, σαξόφωνο και κανονάκι), και βγήκε ο μαέστρος και ο Νίκος Ξυδάκης και, τέλος, οι τέσσερις πρωταγωνίστριες (Όλια Λαζαρίδου, Ανέζα Παπαδοπούλου, Λυδία Φωτοπούλου και Ελευθερία Αρβανιτάκη) και η παράσταση άρχισε. Και μαζί το μαρτύριό μου. Σχολίαζε τα πάντα, χειροκροτούσε άσχετα (και μόνο αυτή), έτρωγε ηλιόσπορους και έφτυνε τα φλούδια στους μπροστινούς, άναψε τσιγάρο, έβγαζε φωτογραφίες με φλας (ως γιαπωνέζος τουρίστας) με αποτέλεσμα κάθε τρεις και λίγο να έχουμε μια ταξιθέτρια πάνω από το κεφάλι μας να μας κάνει παρατηρήσεις. Εγώ ήμουν στα πρόθυρα εμφράγματος και νευρικής κρίσης ταυτόχρονα, εκείνη μέσα στην τρελή χαρά.

Και έδωσε ο θεός και τελείωσε η παράσταση και σηκωθήκαμε να φύγουμε. Επιστρέψαμε στο χωριό και καθίσαμε στην παραλία να τσιμπήσουμε κάτι πριν γυρίσουμε σπίτι. Όταν καθίσαμε στο μαγαζί η ώρα ήταν 11.00’ μ.μ. Όταν σηκωθήκαμε ήταν 04.00’ π.μ. Επί ΠΕΝΤΕ ολόκληρες ώρες με διέλυσε, με εξάντλησε, με πέθανε. Ψυχαναλύθηκε και με ψυχανάλυσε, μου διηγήθηκε τη ζωή της και τους έρωτές της (τους λυπάμαι όλους, έναν προς έναν), την έπεσε ασύστολα στο γκαρσόνι εκ Πολωνίας που μας εξυπηρετούσε, τσακώθηκε με τον περιπτερά γιατί δεν εννοούσε να ξανανοίξει το περίπτερο στις 3 το πρωί για να της δώσει τσιγάρα που της είχαν τελειώσει και άλλα πολλά που δεν αντέχω να ξαναθυμηθώ και να γράψω. Τελικά γυρίσαμε στο σπίτι και ξεραθήκαμε.

Όλα τα ωραία, όμως, τελειώνουν νωρίς και ο θεός ξημέρωσε τη μέρα για άλλη μια φορά. Πήραμε το πρωινό μας στο μικρό σκεπαστό μπαλκόνι που είχε σκιά και δροσούλα και μετά ετοιμαστήκαμε για τη θάλασσα. Ξαπλώσαμε τα κορμιά μας στις ξαπλώστρες, κάτω από την ομπρέλα, πασαλειφτήκαμε τα αντηλιακά μας, ανάψαμε τα τσιγαράκια μας και ρεμβάζαμε. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι τσακώθηκε με όλα τα παιδάκια της παραλίας και μετά με τις μαμάδες τους… Στο νερό έμεινε συνολικά 10 λεπτά, τα 9 από αυτά όρθια, αναλογιζόμενη «να μπω ή όχι». Μετά αποφάσισε ότι πεινάει και πρέπει να φάει πριν φύγει. Την πήγα σε ένα υπέροχο μαγαζί της περιοχής, πολυτελέστατο, για απαιτητικούς γευσιγνώστες. Εννοείται ότι με ξεφτίλισε ΚΑΙ εκεί…

Τελικά, εδέησε να φύγει! Προσπαθούσα να κρύψω τη χαρά μου η οποία ξεχείλιζε από τα αυτιά, αλλά η σιχαμένη μου έκοψε τη φόρα λέγοντάς μου: «Πέρασα πολύ ωραία και θα ξανάρθω ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ. Λέω μάλιστα, να έρθω να μείνω μαζί σας τότε που θα είναι και η Κροτ εδώ». Με ένα υπογλώσσιο που μπουκώθηκα γρήγορα-γρήγορα, απέφυγα το έμφραγμα και ψιθύρισα ένα ασθενές «φυσικά, όποτε θέλεις, είσαι πάντα ευπρόσδεκτη…». Παρακολουθώντας το σαράβαλό της να ξεμακραίνει, στάθηκα στο μεγάλο μπαλκόνι και ανέκραξα ως άλλη Αντιγόνη (χωρίς να το τραγουδώ όπως η Αρβανιτάκη στην παράσταση του Σαββάτου):

«Πάρτε με, ρίζες της σιωπής, βαθύτερα
κι από το άγιο χώμα που με θρέφει,
ποντίστε με στην πέτρα και στο δάκρυ,
θεμελιώστε με βαθιά μέσα στη γή,
στα χρόνια που θα ‘ρθούν θεμελιώστε με».

Και σε ελεύθερη απόδοση:

«Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ».

Υ.Γ.: It goes without saying, ότι όλα όσα γράφει σήμερα η Ακατονόμαστη ΕΔΩ είναι αισχρά ψεύδη. Αρκεί να το διαβάσετε για να καταλάβετε…

Written by Nina C

Ιούλιος 24th, 2006 στο 1:40 π.μ.