Shine on, you crazy diamond!

Carpe diem!

Archive for Ιούλιος 13th, 2006

Ζωντανός σε κάθε θάνατο. Για πάντα…

with 51 comments


Να γράψω για σένα. Πρέπει να γράψω για σένα. Πρέπει να βγει από μέσα μου. Δυόμισι χρόνια, τώρα, και τίποτα δεν έχει γίνει σωστά εκ μέρους μου. Δεν έχω αποδεχτεί το φευγιό σου, δεν σε έχω κλάψει σωστά, δεν έχω πενθήσει σωστά, δεν σε έχω τιμήσει σωστά, δεν έχω κάνει τίποτα σωστό. Όταν μιλώ με ανθρώπους που δεν σε ξέρουν, τους μιλώ για σένα σαν να είσαι παρών. Όταν από κάποια τυχαία παρατήρηση αντιληφθούν πως αυτό δεν συμβαίνει, με κοιτούν περίεργα, με μια συγκατάβαση θα έλεγα. Αποφεύγω το βλέμμα τους, κοιτώ αλλού. Δεν θέλω να εξηγώ.

Σε θυμάμαι μωρό, όταν σε έφεραν σπίτι, πόσο σε είχα μισήσει! Σχεδόν έξι χρονών εγώ, αδιαφιλονίκητη πριγκίπισσα του μπαμπά, τρελάθηκα από ζήλια όταν είδα τη χαρά και την περηφάνια για «το γιο» στα μάτια του. Και η μαμά, να ασχολείται συνέχεια μαζί σου, να σε ταΐζει, να σε αλλάζει, να σε νανουρίζει. Και το χειρότερο όλων: να σε κοιμίζει στο δωμάτιό τους. Μόνο η γιαγιά εξακολουθούσε να με κανακεύει όπως πριν. Αυτή μου ήταν παραδομένη ψυχή και σώμα, από την πρώτη δική μου ανάσα, μέχρι την τελευταία δική της.

Τα πράγματα έγιναν χειρότερα το Σεπτέμβρη που πήγα για πρώτη φορά σχολείο. Εσύ στο σπίτι, στο μέχρι χθες αποκλειστικό βασίλειό μου, κι εγώ «διωγμένη» απ’ τον Παράδεισο και τις αγκαλιές για έναν χώρο όπου δεν ήμουν μοναδική και ξεχωριστή. Η μαμά και ο μπαμπάς θυμούνται ακόμα πως άρχισα να «βρέχω» το κρεβάτι μου τα βράδυα, επίτηδες, εν πλήρη συνειδήσει, για να τους αναγκάζω να έρχονται να «αλλάζουν» κι εμένα στη μέση της νύχτας. Και τα τετράδια του σχολείου που είχα καταστρέψει με στυλό. Πόσο ξύλο έφαγα από τη μαμά, τότε! Φυσικά, σε είχα θεωρήσει υπεύθυνο… εσένα, ένα μωρό τριών μηνών!

Και μεγάλωνες στον ίσκιο μου που τον έριχνα βαρύ πάνω σου. Δεν έχανα ευκαιρία να σε «βασανίζω», να προσπαθώ να διατηρήσω τα «κεκτημένα» μου, να γιατρέψω τον πληγωμένο μου εγωισμό. Το γεγονός ότι ήσουν ένα αξιολάτρευτο παιδάκι, αντί να με καθησυχάζει για το μέλλον, με εξαγρίωνε. Ήθελα να ήσουν «κακός», για να μπορώ να αιτιολογώ τις δικές μου αντιδράσεις. Και τι δεν σου είχα κάνει: τσιμπιές, σφαλιάρες, σπρωξίματα ύπουλα, όλα τα θυμάμαι, ένα-ένα. Και ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν με μαρτύρησες. Η μαμά, όμως, καταλάβαινε, και με έκανε μαύρη στο ξύλο. Και την επόμενη φορά οι τσιμπιές ήταν πιο δυνατές.

Τα έξι χρόνια της διαφοράς μας φαίνονταν αιώνες στα παιδικάτα μας. Σκέψου, εγώ να μπαίνω στο γυμνάσιο, κι εσύ στο δημοτικό. Εγώ να τελειώνω λύκειο κι εσύ μόλις ν’ αρχίζεις το γυμνάσιο. Καμία ουσιαστική επαφή μεταξύ μας, εξακολουθούσες να αποτελείς τη μεγαλύτερη ενόχληση του σύμπαντος για μένα, εξακολουθούσα να είμαι η μεγάλη αδελφή που θαύμαζες και της οποίας την αποδοχή ζητούσες.

Θυμάμαι κάθε φορά που άρχιζες να μαθαίνεις μια ξένη γλώσσα. Το κίνητρό σου ήμουν εγώ και η Κατερίνα η Δρίτσα, η κολλητή μου. Όταν ήσουν μπροστά, μιλάγαμε αγγλικά, για να μην καταλαβαίνεις. Όταν έφτασες στο σημείο να καταλαβαίνεις το γυρίσαμε στα γαλλικά. Πάντα σου έλεγα πως τα πτυχία σου στις γλώσσες τα χρωστάς σ’ εμένα.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που σε εκτίμησα και απόλαυσα πραγματικά την παρέα σου. Ήταν εκείνο το Πάσχα του 1983, εγώ ήδη παντρεμένη κι εσύ μαθητής της Β’ Λυκείου. Είχαμε κανονίσει να πάμε με το Χάρη και τη Σούλα το γύρο της Πελοποννήσου, οι τέσσερίς μας με ένα αυτοκίνητο. Ο Νίκος πρότεινε να σε πάρουμε μαζί. Θυμάμαι πως δεν είχα ενθουσιαστεί με την ιδέα, αλλά ο γαμπρός σου επέμενε. Σε αγαπούσε πολύ, κι εσύ εκείνον, ήσουν μόλις 12 όταν γνωριστήκατε, αλλά η συμπάθεια ήταν αμοιβαία. Κάνατε παρέα, οι δυο σας, πηγαίνατε να δείτε ποδόσφαιρο, μπάσκετ, πόλο. Όταν χωρίσαμε έκανες δυο μήνες να μου μιλήσεις, θεωρώντας με απαράδεκτη που τον άφησα. Χάρη στη γυναίκα σου, την Έλσα, μου μίλησες ξανά.

Σ’ αυτή, λοιπόν, την εκδρομή, διαπίστωσα πως ο μικρός μου αδελφός είχε γίνει ένας όμορφος νεαρός άντρας, με χιούμορ βιτριολικό σαν το δικό μου, που ταίριαζε με τους φίλους μου χωρίς «να με εκθέτει», όπως φοβόμουν. Σε λάτρευαν αμέσως όλοι, σε ζητούσαν στην παρέα. Από εκείνη την εκδρομή συμφιλιώθηκα με σένα και την ύπαρξή σου. Και σε αγάπησα βαθιά. Εσύ με είχες αγαπήσει προ πολλού.

Και μετά έφυγες για σπουδές στο εξωτερικό, κι εγώ έκανα τα κορίτσια που τα λάτρεψες. Κι εκείνες το ίδιο. Ποτέ δεν σε είπαν «θείο», ήσουν πάντα ο Μάνος γι αυτές. Ο Μάνος, ο αδελφός της μαμάς τους, ο μεγάλος φίλος, ο εξομολογητής, ο δάσκαλος αργότερα. Γιατί τελείωσες τις σπουδές και έγινες αυτό που πάντα ήθελες. Δάσκαλος στο μάθημα που λάτρευες και που εγώ σιχαινόμουν. Μαθηματικός. Και παντρεύτηκες την Έλσα σου, και κάνατε τους γιους σας: το Στέλιο μας, που είναι ίδιος εσύ, σε όλα, και που στο πρόσωπό του ξαναβρίσκω τον αδελφό της παιδικής μου ηλικίας, και τον Κωστή μας, που έχει το φεγγαρένιο πρόσωπο της μάνας του.

Θυμάμαι όταν ανέβηκα για πρώτη φορά Θεσσαλονίκη να δω το Στέλιο μας, μετά τη γέννησή του. Μου έλειπες, τότε, που ζούσες εκεί, δουλεύοντας ως καθηγητής σε φροντιστήρια, με την Έλσα να κάνει ειδικότητα. Έφτασα κρατώντας έναν τεράστιο Θρυλέοντα για τον γιο σου, όπως μου είχες παραγγείλει. Έναν Θρυλέοντα που δεν χώραγε στη βαλίτσα μου και τον κράταγα αγκαλιά. Και θυμάμαι εσένα, που είχες έρθει να με πάρεις από το αεροδρόμιο, να περνάς γρήγορα δίπλα μου και να μου λες «μα πόσο ηλίθια μπορεί να είσαι, που σκας μύτη στη Σαλονίκη με κουκλί του Ολυμπιακού αγκαλιά?» και να κατευθύνεσαι, κάνοντας πως δεν με ξέρεις, στο αυτοκίνητό σου μ’ εμένα να τρέχω ξοπίσω σου σκασμένη στα γέλια.

Θυμάμαι τη χαρά μου όταν ήρθατε Αθήνα για μόνιμη, πια, εγκατάσταση. Και πέρασαν τα χρόνια, και κάνατε και τον Κωστή και άνοιξες εσύ τα φροντιστήρια και η Έλσα το ιατρείο, και πια κάναμε παρέα καθημερινά, αφού μέναμε και στο ίδιο σπίτι, το πατρικό, πάνω εμείς, κάτω εσείς, πιο κάτω οι γονείς. Και όλα ήταν όμορφα, και γελούσαμε και τσακωνόμαστε καμιά φορά και ξαναγελούσαμε πάλι. Και ταξιδεύαμε μαζί και απολαμβάναμε ο ένας τη συντροφιά του άλλου, ενήλικες με παιδιά πια και οι δύο.

Θυμάμαι το τελευταίο κοινό μας ταξίδι στο εξωτερικό, στη Ρώμη, 10 μήνες πριν φύγεις, η Έλσα, εσύ, εγώ, τα κορίτσια. Θυμάμαι να σχεδιάζουμε το επόμενο στην Πράγα, 1 μήνα πριν φύγεις, τα εισιτήρια ήταν ήδη στα χέρια μας. Θυμάμαι εκείνο το τηλεφώνημα της Αλίνας, 5 παρά το πρωί, ξημερώνοντας Τρίτη μετά την Καθαρή Δευτέρα, στις 24 του Φλεβάρη του 2004. Θυμάμαι να πετάγομαι από τον ύπνο στην αγκαλιά του άντρα που κοιμόμουν, στο ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης, σε εκδρομή για το τριήμερο, σίγουρη ότι θα άκουγα μια καταστροφή. Θυμάμαι την Αλίνα να κλαίει με λυγμούς και να μην καταλαβαίνω τι μου λέει. Νόμισα πως ήταν για τον μπαμπά. Τον άκουσα, όμως τον μπαμπά, να τραυλίζει και να τρέμει στο τηλέφωνο, και τότε ξεχώρισα τις απίστευτες λέξεις: «ο Μάνος μας…». Θυμάμαι να περνάω μια πρωτόγνωρη υστερία που έκανε τον σύντροφό μου αμήχανο να προσπαθεί να με ηρεμήσει, τον νυχτερινό υπάλληλο της ρεσεψιόν να έρχεται να μας χτυπάει την πόρτα να δει αν είμαστε καλά (και –σκέψου- είμαστε στον 5ο όροφο) κι εμένα να του δίνω τα αεροπορικά εισιτήρια που ήταν για μετά από 3 μέρες και να του λέω «βρες τρόπο να φύγω για Αθήνα ΤΩΡΑ», θυμάμαι να φτάνω τελικά σπίτι στις 7 το απόγευμα της ίδιας μέρας, έχοντας περάσει μαρτύρια μέχρι να τα καταφέρω (επέστρεφαν οι εκδρομείς του τριημέρου και δεν υπήρχε θέση σε κανένα μέσον, σε κανένα δρομολόγιο), θυμάμαι να βγαίνω από το αυτοκίνητο της Αγγελικής που ήρθε να με πάρει από το αεροδρόμιο και να λυγίζω στη θέα του αγγελτηρίου θανάτου σου έξω από την πόρτα του σπιτιού μας, θυμάμαι να γίνομαι κομμάτια μπροστά στα κομμάτια της μάνας και του πατέρα μας, μπροστά στα κομμάτια της γυναίκας σου (που ξύπνησε και σε βρήκε να «κοιμάσαι» δίπλα της, τόσο ήρεμος και τόσο όμορφος), μπροστά στα γεμάτα σύγχυση μάτια των γιων σου, μπροστά στα κατακόκκινα, πρησμένα μάτια των κοριτσιών μου. Και άκουσα το κρακ της καρδιάς μου, καθαρά και δυνατά. Κρακ.

Και την άλλη μέρα, θυμάμαι να έρχομαι στο νεκροταφείο πρώτη από όλους, γιατί έτσι το ζήτησα, για να σε χαιρετήσω μόνη, για να έχω αυτές τις στιγμές μαζί σου, για να σου πω πως σ’ αγαπώ και πως θα σ’ αγαπώ. Κι εσύ, όμορφος και ήρεμος, να μην μου απαντάς, αλλά με άκουγες, έτσι? Σίγουρα με άκουγες. Και μετά ήρθαν και οι άλλοι, κι εγώ βγήκα έξω. Και ήρθαν οι συγγενείς μας, και οι φίλοι των γονιών μας, και οι φίλοι μας, και οι συνάδελφοί σου, και όλοι σου οι μαθητές με τους γονείς τους, και όλοι οι δικοί μου συνάδελφοι. Και ρώταγαν οι άσχετοι άνθρωποι «ποιος πέθανε και έχει τόσο κόσμο, τόσα παιδιά»? Και δεν σε «σήκωσαν» κοράκια εσένα, σε σήκωσαν οι φίλοι σου: ο Τέλης ο κουμπάρος σου, ο Δημήτρης ο άλλος σου κουμπάρος και συμμαθητής από το σχολείο, ο Αντρέας ο συμφοιτητής σου και συνεταίρος, ο Γιώργος ο καθηγητής σε ένα από τα σχολεία σου, ο Κώστας ο Ντόκ (όπως τον έλεγες για να τον ξεχωρίζεις από τον άλλον) συνάδελφος της γυναίκας σου, γιατρός και παιδικός σου φίλος. Και ο Βαγγέλης, ο πιο μεγάλος σε ηλικία από όλους, ο υπάλληλος στο διπλανό μας βενζινάδικο τα τελευταία 34 χρόνια, που σε ήξερε από έξι χρονών και σου φούσκωνε τις μπάλες του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ, τα λάστιχα του ποδηλάτου, και αργότερα σου έβαζε βενζίνη στο αυτοκίνητο. Ο Βαγγέλης, που παρακάλεσε έναν φίλο σου να του δώσει τη θέση του, να έχει την τιμή να σε «σηκώσει». Και θυμάμαι την πορεία προς το μέρος που θα σε έβαζαν να κοιμηθείς. Κρακ. Κρακ. Κρακ. Κρακ…

Και δεν έχω ξαναπατήσει εκεί από τότε, δυόμισι χρόνια τώρα. Περνάω απ’ έξω και γυρίζω το κεφάλι από την άλλη μεριά, που είναι τα Village Cinemas και το Allu Fun Park. Αυτοί οι χώροι είναι πιο κατάλληλοι για σένα από τον χώρο που είσαι. Και έγινα έξαλλη με τον μπαμπά που αγόρασε οικογενειακό τάφο για να σε μεταφέρει του χρόνου. Αλλά μετά κατάλαβα, πόσο σκληρό θα ήταν γι αυτούς αν χανόσουν εντελώς. Εκείνοι ανακουφίζονται με τις επισκέψεις που σου κάνουν, εγώ δεν μπορώ.

Και θέλω να σου πω, πως μέχρι και σήμερα κοροϊδεύω τον εαυτό μου πως είσαι κάπου καλά, κάπου μακριά, σε μια παραλία με άσπρη άμμο, πράσινα νερά και φοινικιές, με μια λάγνα καλλονή στο πλευρό σου –για χάρη της οποίας εγκατέλειψες όλους εμάς- και απολαμβάνεις τη ζωή σου και είσαι ευτυχισμένος. Αν σκεφτώ οτιδήποτε άλλο, ακούω το κρακ. Και νοιώθω αυτό το σφίξιμο στο στήθος κι αυτό το χάσιμο της ανάσας. Και δεν αντέχω…

Και θέλω να σου πω, πως από τότε που έφυγες δεν ξανάκοψα κοντά τα μαλλιά μου, τα έχω να κατεβαίνουν λίγο πιο κάτω από τους ώμους μου. Θυμάσαι πως συνήθιζα να τα κουρεύω πολύ κοντά? Θυμάσαι πως ένα δικό μας αστείο, από παιδιά, ήταν εκείνη η εντελώς γελοία γκριμάτσα που κάναμε ο ένας στον άλλον αν είχε φρεσκοκουρευτεί? Ε, δεν έχω κανέναν να με κοροϊδέψει πια, άρα δεν έχω λόγω να τα κόβω κοντά.

Και θέλω να σου πω, πως το τελευταίο βιβλίο που μου χάρισες, λίγες μέρες πριν φύγεις, δεν το έχω διαβάσει ακόμα. Έτσι, όπως μου έγραψες την αφιέρωση στο πρώτο φύλλο, νομίζω πως κρατάει τη μυρωδιά από την κολώνια σου, έτσι όπως το χέρι σου τριβόταν στο χαρτί για να γράψεις. Φοβάμαι πως αν το ανοίξω θα χαθεί.

Και θέλω να σου πω, πως, ναι, ξέρω πως έχεις πεθάνει, αλλά για μας στο σπίτι είσαι ζωντανός. Μιλάμε πολύ για σένα, διηγούμαστε ιστορίες στις οποίες ήσουν πρωταγωνιστής, γελάμε με τα αστεία σου και, αρκετές φορές, καταφέρνουμε να μη μας πάρουν τα ζουμιά όταν το κάνουμε αυτό. Στεναχωριέμαι για τους γιους σου, μόνο, που όσο μεγαλώνουν τόσο θα εξασθενεί η εικόνα του πατέρα τους και που θα γίνουν άντρες χωρίς εσύ να τους καμαρώσεις.

Και θέλω να σου πω, πως ξέρω ότι είσαι καλά εκεί, με τους παππούδες, τις γιαγιάδες μας και τη Χαρά, και φαντάζομαι θα την περνάτε ζάχαρη, μόνο που μας λείπετε πολύ ώρες ώρες, και είναι αβάσταχτος ο χωρισμός μας.

Κι ακόμα θέλω να σου πω πως ξέρω, ότι κάποιος πεθαίνει πραγματικά μόνο όταν πάψουμε να τον αγαπάμε και να τον θυμόμαστε. Εσύ, αδελφέ, τέτοιο φόβο δεν διατρέχεις. Θα είσαι «ζωντανός σε κάθε θάνατο. Για πάντα!»

Σ’ αγαπάω.

Υ.Γ. 1. Σήμερα, 13 Ιούλη 2006 ο Μάνος θα γινόταν 40 χρονών. Έφυγε στα 37 μισό από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, στον ύπνο του. Πρέπει να έβλεπε κάτι πολύ όμορφο, γιατί ήταν ήρεμος, πανέμορφος και -σχεδόν- χαμογελαστός.
2. Ο τίτλος του ποστ και τελευταία φράση του επίσης, είναι δανεισμένος από ποίημα του αγαπημένου φίλου Δ.

Written by Nina C

Ιούλιος 13th, 2006 στο 2:20 π.μ.