Shine on, you crazy diamond!

Ό,τι αρχίζει ωραία, τελειώνει με τραγούδι

Δημοσιεύθηκε στο Memories Family And Friends, Music by Nina C στο Ιούλιος 31st, 2006

Το Σάββατο που μας πέρασε ολοκληρώθηκαν, για φέτος, οι παραστάσεις στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Τι πιο όμορφο για αποχαιρετισμός, από 6 πιάνα και 12 πιανίστες να παίζουν κάτω από το φως του φεγγαριού, μέσα στην πανέμορφη φύση? Σωστό Piandaemonium!!!

Από τότε που το Μικρό Θέατρο άνοιξε για το κοινό και τον «Μουσικό Ιούλιο», η Αρχαία Επίδαυρος αποχαιρετά τα Επιδαύρια με μια συναυλία. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού, ιδιαίτερα δραστήριος πρέπει να πω, διοργανώνει πάντα, μετά την τελευταία παράσταση στο Μικρό Θέατρο μια πολιτιστική εκδήλωση. Φέτος ήταν μια συναυλία από ένα εξαιρετικό ερασιτεχνικό συγκρότημα, ντόπιων (νομίζω) καλλιτεχνών. Την Κυριακή το βραδάκι, δυό υπέροχες γυναικείες φωνές και άλλες τόσες αντρικές, ξεκίνησαν το πρόγραμμα γύρω στις 9 με jazz, rock, blues, συνέχισαν με έντεχνο, τραγούδια από τον διεθνή κινηματογράφο, για να καταλήξουν (γύρω στις δύο το πρωί) με κάποια

πολύ καλά λαϊκά τραγούδια. Όλο το χωριό ήταν εκεί, μαζί με τους παραθεριστές, Έλληνες και ξένους. Κάποιο θαρραλέοι (ξένοι κυρίως) δεν δίστασαν να χορέψουν στους blues kai rock ρυθμούς, μεταξύ αυτών και η γράφουσα που ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση για χορό ενός μελαχρινού Ιταλού ημίθεου! :ppp

Στην παραλία καλά κρατεί μια μικρή έκθεση βιβλίου καθώς και η έκθεση και το πωλητήριο προϊόντων της περιοχής. Ξύλινοι πάγκοι φορτωμένοι με όλα τα καλά της γης της Αργολίδας, και όχι μόνο. Όλα τα προϊόντα είναι βιολογικά και χειροποίητα, είτε πρόκειται για τρόφιμα είτε για χειροτεχνήματα. Είδαμε, δοκιμάσαμε και αγοράσαμε:


Γλυκά κουταλιού…………






……..τυράκια και ελίτσες……






……..μέλι γευστικότατο (παρακολουθώντας τις μέλισσες επί τω έργω)…..





……παξιμαδάκια και αρτοσκευάσματα…..






…….βότανα δια πάσα νόσον και πάσα

μαλακίαν…..




…….αγνά σαπουνάκια, φτιαγμένα από φυσικά υλικά……..







…….παντός είδους χειροτεχνήματα.



Κατά τα άλλα, η θυγατέρα και η παρέα της επέστρεψαν στην Αθήνα. Το σπίτι (και μαζί του κι εγώ) ξαναβρήκε την ηρεμία του και τους χαλαρούς ρυθμούς του. Διάβασμα, γράψιμο, dvd με διαλείμματα για θάλασσα και μόνο. Τα ποτάκια το βράδυ είναι στο μεγάλο μπαλκόνι με τα αναμμένα κεράκια και όχι στα μπαράκια της παραλίας του χωριού, η δε μουσική, αυτή που μας αρέσει να ακούμε (πληθυντικός μεγαλοπρέπειας…). Περισυλλογή και ενδοσκόπηση, λοιπόν, μέχρι το Σάββατο που κάποιοι πολύ αγαπημένοι φίλοι θα κατηφορίσουν κατά ‘δω. Θα είμαστε μια καταπληκτική παρέα, μπορείτε να αρχίσετε να ζηλεύετε από τώρα, θα έχετε απόλυτο δίκιο, κι εγώ στη θέση σας το ίδιο θα έκανα, εξάλλου. Ελπίζω, μόνο, να μαγειρεύουν, για να φάω κι εγώ κανένα φαγάκι της προκοπής…

Ο τρομερός μήνας Αύγουστος μας μπήκε για τα καλά και ήδη το καλοκαιράκι μας μετράει αντίστροφα. Να είμαστε όλοι καλά και να περνάμε καλύτερα!

Μα πώς να ξεκαλοκαιριάσεις χωρίς Ραμπί Ζακόμπ?

Δημοσιεύθηκε στο Cinema, Faces, Memories Family And Friends by Nina C στο Ιούλιος 30th, 2006

Στην Αρχαία Επίδαυρο δεν υπάρχει καλοκαιρινό σινεμά, ή τουλάχιστον δεν έχω ανακαλύψει εγώ κανένα ακόμα! Δεν χρειάζεται να σας πω ότι η έλλειψη αυτή είναι εντονότατη για τη γράφουσα, για την οποία τα θερινά σινεμά αποτελούν αγαπημένη διασκέδαση εξ απαλών ονύχων. Όλες, μα όλες, οι καλοκαιρινές μου διακοπές μυρίζουν γιασεμί και αγιόκλημα, κάθονται σε πάνινες καρέκλες, χώνουν πεδιλάκια και δαχτυλάκια σε ψιλό χαλίκι και έχουν γεύση τσιπς Τσακίρη και ταμ-ταμ, στην αρχή, και κόκα κόλας αργότερα.

Τις δεκαετίες του 60 και 70 στα θερινά σινεμά βλέπαμε κωμωδίες. Άρχων αδιαφιλονίκητος ο Λουί ντε Φυνές. Αργότερα βλέπαμε Τρινιτά με Τέρενς Χιλλ και Μπαντ Σπένσερ και όσο μεγαλώναμε απολαμβάναμε Γούντι Άλλεν, Μελ Μπρουκς και αμερικανικά νουάρ.

Φαντάζομαι ότι στην Αρχαία Επίδαυρο η έλλειψη οφείλεται στην ύπαρξη των δύο θεάτρων. Το σαββατοκύριακο, που θα περίμενε ο ταλαίπωρος αιθουσάρχης να δουλέψει, άπαντες πάνε θέατρο. Να, που τελικά, το θέατρο παίρνει την εκδίκησή του από τον κινηματογράφο, έστω και σε αυτό το μικρό χωριό!

Το σημερινό ποστ, λοιπόν, είναι αφιερωμένο σε έναν από τους Βασιλιάδες των θερινών σινεμά των παιδικάτων μου. Κυρίες και Κύριοι, ο Λουί ντε Φυνές!

O Carlos Luis Germain David de Funès de Galarza γεννήθηκε στην Courbevoie την τελευταία μέρα του Ιούλη του 1914 από γονείς Ισπανούς, που πρόσφατα είχαν μεταναστεύσει στη Γαλλία. Είναι το τρίτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας, μετά από έναν αδελφό και μιαν αδελφή. Ο πατέρας του, δικηγόρος και γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Ισπανίας, φεύγει για να βρει σμαράγδια στη Βενεζουέλα, όταν ο Λουί είναι δέκα χρονών. Θα αρρωστήσει από φυματίωση και θα επιλέξει να πάει στην Ισπανία για να πεθάνει. Ο Λουί τον γνώρισε ελάχιστα. Ο μεγάλος του αδελφός σκοτώνεται κατά την εισβολή των γερμανών στη Γαλλία, το 1939.

Κοντός, μόλις 1.64m ύψος, με μαλλιά που έχουν αρχίσει να αραιώνουν επικίνδυνα ήδη από τα πρώτα νιάτα του, ο Λουί θα καταπιαστεί με πολλές δουλειές. Θα κάνει τον κηπουρό (κάτι που πάντα αγαπούσε, και που αποτελούσε αγαπημένη ενασχόληση μέχρι το θάνατό του), το παιδί για θελήματα σε διάφορες επιχειρήσεις, τον πλανόδιο ζωγράφο. Στο Παρίσι, στην οδό Vaugirard, θα διδαχτεί φωτογραφία από τη Germaine Dulac. Θα παντρευτεί και θα χωρίσει. Και όλα αυτά μέχρι το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο πόλεμος τον βρίσκει να εργάζεται ως πιανίστας της τζαζ σε διάφορα κλαμπάκια της Μονμάρτρης. Είναι αρκετά καλός και αρχίζει να έχει επιτυχία. Πηγαίνει σε ωδείο για να τελειοποιήσει τις σπουδές του στο πιάνο. Εκεί γνωρίζει τη δεύτερη (και μέχρι το θάνατό του σύζυγό του) Jeanne Barthélemy (εργάζεται στο ωδείο ως γραμματέας), ανιψιά της κόμισσας του Maupassant, απογόνου του διάσημου συγγραφέα, στην οποία ανήκει το Κάστρο του Clermont au Cellier. Στο Κάστρο αυτό ο Λουί θα ζήσει αρκετά χρόνια (όταν περάσει ως κληρονομιά στη γυναίκα του) και εκεί θα πεθάνει. Το ζευγάρι ερωτεύεται, ο Λουί φλερτάρει την αγαπημένη του παίρνοντάς την στα κλαμπς της αριστερής όχθης όπου της παίζει πιάνο μέχρι τα ξημερώματα και την κερνά ποτήρια σαμπάνια (τα οποία αφαιρούνται από τον πενιχρό μισθό του). Θα παντρευτούν το 1943 και, ένα χρόνο μετά, θα αποκτήσουν τον πρώτο τους γιό.

Η τζαζ του αρέσει πολύ, τα έσοδα όμως από αυτή δεν αρκούν για να συντηρήσει τη μικρή του οικογένεια. Αρχίζει, λοιπόν, να κάνει εμφανίσεις σε ταινίες, σε κάποιες από τις οποίες έχει και μια-δυο ατάκες. Σκέφτηκε να ασχοληθεί με την ηθοποιία όταν πρόσεξε ότι οι θαμώνες των μπαρ ξεσπούσαν σε γέλια, κάθε φορά που έκανε κάποια γκριμάτσα παίζοντας πιάνο! Γράφεται σε σχολή ηθοποιίας και παρακολουθεί μαθήματα για ένα χρόνο, η τζαζ όμως είναι αυτό που τον ενδιαφέρει πραγματικά. Εντούτοις, αρχίζει να εμφανίζεται σε καμπαρέ με μικρά κωμικά σκετσάκια για καθαρά βιοποριστικούς λόγους.

Αν και η καριέρα του ως ηθοποιού άρχισε στον κινηματογράφο, η ουσιαστική αναγνώριση έρχεται μέσα από το θέατρο και από τους ρόλους που ερμηνεύει εκεί. Από το 1952 μέχρι το 1959 εργάζεται διαρκώς στο θέατρο και αρχίζει να χτίζει το μύθο του. Ήδη γυρίζει τις πρώτες του ταινίες ως πρωταγωνιστής. Η καθιέρωσή του ως υπ’ αριθμόν 1 κωμικού της Γαλλίας έρχεται το 1964 με το ρόλο του Χωροφύλακα του Saint Tropez, στην ομώνυμη ταινία. Ο σκηνοθέτης της, Gérard Oury, ήταν ο πρώτος που τον μεταχειρίστηκε ως αστέρα πρώτου μεγέθους, και του επεφύλαξε μιαν «αξιοπρεπή και λουσάτη» , όπως χαρακτηριστικά είπε ο ίδιος, σκηνοθεσία, που μέχρι τότε απολάμβαναν μόνο οι πρωταγωνιστές των «σοβαρών» δραματικών ταινιών. Μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως είναι την ίδια εποχή, που αναπτύσσεται το σκοτεινό (και υπέροχο κατά τη γνώμη μου) Νέο Κύμα του γαλλικού κινηματογράφου. Οι «προοδευτικοί και οι κουλτουριάρηδες» απαξιώνουν τον Λουί ντε Φυνές. Το κοινό τον αποθεώνει, γεμίζει τις αίθουσες και η εμπορική επιτυχία είναι τεράστια.

Την εποχή των μεγάλων του επιτυχιών ο ντε Φυνές είναι ήδη αρκετά μεγάλος, αν σκεφτούμε ότι κατά την πρώτη του μεγάλη επιτυχία στο σινεμά ήταν, κιόλας, 43 ετών. Η επιμονή του τόσα χρόνια οφείλεται σε καλούς φίλους που πίστευαν στο ταλέντο του και –κυρίως- στη γυναίκα του Jeanne, πάντα τρελά ερωτευμένη μαζί του και πάντα παρούσα στα γυρίσματα. Στην πραγματικότητα ο Λουί δεν μπορούσε να γυρίσει αν η Jeanne δεν παρευρισκόταν. Υπήρξε ντροπαλός και ανασφαλής, αναφορικά με την υποκριτική του, ακόμα και τα χρόνια του μεγάλου του θριάμβου.

Ο θρίαμβος συνεχίζεται μέχρι το 1975, που παθαίνει ένα σοβαρότατο διπλό έμφραγμα. Η καριέρα του μοιάζει να τελειώνει οριστικά, λόγω της κλονισμένης του υγείας, όμως ο παραγωγός Christian Fechner θα κάνει μαζί του άλλες έξι ταινίες, όλες μεγάλες επιτυχίες. Αυτό ήταν ένα μεγάλο ρίσκο για τον παραγωγό, γιατί οι ταινίες, λόγω της «πειραγμένης» υγείας του Ντε Φυνές, ήταν ανασφάλιστες.

Ο ντε Φυνές δεν έπαιξε ποτέ στο Χόλυγουντ και οι ταινίες του δεν παίχτηκαν στην Αμερική, με εξαίρεση τις «Τρελές περιπέτειες του Ραμπί Ζακόμπ». ‘Ηταν πολύ «Ευρωπαίος» για το αμερικανικό κοινό. Από την άλλη, οι Αμερικανοί κωμικοί που εκείνος αγαπούσε και ξεχώριζε ήταν ο Ντάνυ Καίη, ο Τζέρυ Λιούις, ο Τσάρλυ Τσάπλιν και οι Λώρελ και Χάρντυ, ακριβώς για τους ίδιους λόγους: τους θεωρούσε περισσότερο Ευρωπαίους παρά Αμερικανούς!

Το 1973 του απονέμεται το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Τον Φεβρουάριο του 1980, κατά την τελετή απονομής των βραβείων Σεζάρ, ο Λουί ντε Φυνές παραλαμβάνει το δικό του, για τη συνολική καλλιτεχνική του προσφορά, από τα χέρια του Κερκ Ντάγκλας και του Τζέρυ Λιούις. Ζουν, πια με τη Jeanne, στον οικογενειακό πύργο που εκείνη έχει κληρονομήσει. Όταν δεν κάνει ταινίες ασχολείται με τον κήπο του και –κυρίως- με τις τριανταφυλλιές του. Μια ποικιλία, με πορτοκαλί τριαντάφυλλα θα πάρει το όνομά του.
Το βράδυ της 27ης Ιανουαρίου του 1983, τα μάτια σε αυτό το «λαστιχένιο» πρόσωπο με τις εκπληκτικές και ανεπανάληπτες γκριμάτσες, θα σβήσουν για πάντα. Τα νέα του θανάτου του φτάνουν στο Παρίσι την επομένη και βυθίζουν τη Γαλλία στο πένθος. Μεγάλοι και μικροί κλαίνε γι αυτόν που τους χάρισε ατέλειωτες ώρες γέλιου μέσα σε σκοτεινές αίθουσες. Αφήνοντας εδώ την παρουσία του σε 140 ταινίες και σε 25 θεατρικά έργα, ο Carlos Luis Germain David de Funès de Galarza κάνει τα αγγελάκια να ξεκαρδίζονται στα θερινά σινεμά του ουρανού.

Don’t rain on MY parade!

Δημοσιεύθηκε στο Music by Nina C στο Ιούλιος 29th, 2006


Don’t tell me not to fly
I’ve simply got to
If someone takes a spill
It’s me and not you
Don’t bring around the cloud to rain on my parade

Don’t tell me not to leave
Just sit and putter
Life’s candy and the sun’s a ball of butter
Who told you you’re allowed to rain on my parade

I’ll march my band out
I’ll beat my drum
And if I’m fanned out
Your turn at bat, sir
At least I didn’t fake it, hat, sir
I guess I didn’t make it

But whether I’m the rose of sheer perfection
A freckle on the nose of life’s complexion
A Cinderella or a shine apple of an eye
I gotta fly once
I gotta try once
Only can die once, right, sir?
Ooh, life is juicy
Juicy and you see
I gotta have my bite, sir

Get ready for me love
‘Cause I’m a “comer”
I simply gotta march
My heart’s a drummer
Don’t bring around the cloud to rain on my parade

Yes, sir
No, sir
I’m gonna live and live now
Get what I want, I know how
All that the law will allow
One roll for the whole shebang
One throw that bell will go clang
Though I’m alone I’m a gang
Eye on the target and wham
One shot, one gun shot and bam

Hey, world, here I am…
Get ready for me life, ’cause I’m a “comer”
I simply gotta march, my heart’s a drummer
Nobody, no, nobody, is gonna rain on my parade!

Ακούς?
Ε, Μεγάλε?
Σε σένα τα λέω…

Περσεφόνη 019

Δημοσιεύθηκε στο Persephone by Nina C στο Ιούλιος 29th, 2006


Το κλειδωμένο δωμάτιο ΙΙ

Και τότε άνοιξε, ξαφνικά, η πόρτα. Η γιαγιά η Φόνη στεκόταν και με κοίταζε. Δεν ήταν θυμωμένη, όπως θα περίμενα. Με κοίταζε λυπημένα. «Έλα στο δωμάτιό μου», είπε, «δεν με κρατάνε τα πόδια μου να στέκομαι». Την ακολούθησα στην κρεβατοκάμαρά της. Ξάπλωσε, κι εγώ κάθισα δίπλα της, στο κρεβάτι. «Θα σου πω μιαν ιστορία, σαν παραμύθι», μου είπε. «Θα στην έλεγα, κάποια στιγμή, αλλά περίμενα να μεγαλώσεις λίγο, πρώτα. Δεν πειράζει όμως, φαντάζομαι πως μπορείς να την ακούσεις και τώρα». Και άρχισε να μου λέει το παραμύθι:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό κορίτσι, σαν εμένα όταν ήμουν κι εγώ μικρό κορίτσι. Ζούσε σε άλλο τόπο, με την οικογένειά του. Διώχτηκαν από εκεί μια νύχτα καλοκαιριού, γεμάτη με φωτιά και δάκρυα, ήρθαν στην Ελλάδα. Το κορίτσι μεγάλωσε, αγάπησε ένα παλικάρι και παντρεύτηκαν. Έκαναν, πρώτα ένα κοριτσάκι που του έδωσαν το όνομα της μάνας του. Έτσι, μαμά και κόρη είχαν το ίδιο όνομα. Ας τις πούμε Περσεφόνες, σαν εμένα κι εσένα. Το κοριτσάκι ήταν πανέμορφο, η μαμά του του είχε μεγάλη αδυναμία, το λάτρευε, ήταν η ζωή της. Περνούσε πολύ όμορφα η μικρή οικογένεια και κάποια στιγμή ήρθε και μια αδελφούλα για την Περσεφόνη. Ας την πούμε, Άννα, σαν τη μαμά σου.

Μετά ήρθε ο πόλεμος. Σκληρός και άγριος, όπως όλοι οι πόλεμοι. Η ζωή της οικογένειας έγινε δύσκολη, όπως όλων. Στην Αθήνα, όπου ζούσε η οικογένεια της ιστορίας μας, ο κόσμος τα έφερνε δύσκολα βόλτα. Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά και όταν μπορούσες να βρεις κάτι, πουλιόταν πανάκριβα στη μαύρη αγορά. Η πείνα είχε μπει στην πόλη. Έβλεπες στους δρόμους εξαθλιωμένους, αδύναμους ανθρώπους να φωνάζουν με όση δύναμη τους είχε απομείνει «Πεινάω». Κάποια στιγμή πέθαιναν, και τους έπαιρνε το κάρο της Δημαρχίας. Οι μέρες ήταν δύσκολες και για την οικογένεια της ιστορίας μας. Το φαγητό ήταν συνήθως κάποια νερόβραστη σούπα με λαχανίδες και ένα κομματάκι μπομπότα, κάτι σαν ψωμί. Ο πατέρας και η μητέρα δεν έτρωγαν το δικό τους μερίδιο, το φυλούσαν για να το φάνε τα κοριτσάκια τους το βράδυ. Είχαν τόσο αδυνατίσει, οι αγάπες μου!

Εκείνος ο Δεκέμβρης του 1944 ήταν πολύ άγριος για την Αθήνα. Σε όλη την πόλη γίνονταν μάχες, αλλά όχι πια με τους κατακτητές. Στις μάχες αυτές πολεμούσαν Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Κι αυτό τις έκανε πιο άγριες. Ένα ηλιόλουστο πρωινό εκείνου του Δεκέμβρη, οι μικρές Περσεφόνη και Άννα έπαιζαν με άλλα παιδάκια έξω από το σπίτι τους. Η μαμά τους μαγείρευε στην κουζίνα και τις παρακολουθούσε από το παράθυρο. Και τότε ένας αδέσποτος όλμος έπεσε στη γειτονιά. Ο στόχος ήταν, μάλλον, ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας που ήταν παρκαρισμένο εκεί κοντά. Το αυτοκίνητο σώθηκε. Η μικρή Περσεφόνη όχι. Σαν τρελή πετάχτηκε η μαμά της από το σπίτι να μαζέψει το κορμάκι της το κομματιασμένο. Και σαν τρελή παρέμεινε για πολλά-πολλά χρόνια.

Δεν μπορούσε να ξεπεράσει το χαμό της κορούλας της, της πρωτότοκής της. Κράτησε το δωμάτιό της απείραχτο, όπως ήταν τη μέρα που σκοτώθηκε, με τα παιχνίδια, τις κούκλες, τα ρούχα… Με τα βιβλία της ανοιγμένα πάνω στο γραφείο. Σαν να είναι έτοιμο να την υποδεχτεί ανά πάσα στιγμή. Και το κράτησε έτσι για πάντα. Δεν άφηνε κανέναν να μπει μέσα, για να μην διαταραχτεί η γαλήνη του δωματίου. Μόνη της το ξεσκόνιζε και το σκούπιζε. Και το κρατούσε πάντα κλειδωμένο και το κλειδί στην τσέπη της. Εκτός από μια φορά που αρρώστησε λιγάκι, και ένα περίεργο κατσαρομάλλικο κοριτσάκι βρήκε την ευκαιρία να της πάρει το κλειδί και να μπει στο κλειδωμένο δωμάτιο»

Η γιαγιά σταμάτησε να μιλάει και με κοίταξε.
«Δικό σου ήταν το κοριτσάκι, γιαγιά?»
«Ναι, η κόρη μου η Περσεφόνη, η μεγάλη αδελφή της μαμάς σου, η θεία σου»
«Κι εμένα με λένε Περσεφόνη»
«Πήρες το όνομά της, αλλά αυτό λίγοι το ξέρουν. Βλέπεις, λένε κι εμένα έτσι, και όλοι νομίζουν πως έχεις το όνομά μου. Στην πραγματικότητα έχεις το όνομα της θείας σου, που χάθηκε μικρή, στα 12 της χρόνια».
«Λυπάμαι πολύ που έχασες το κοριτσάκι σου, γιαγιά μου» της είπα με δάκρυα στα μάτια και την αγκάλιασα.
«Έχω εσένα, ψυχούλα μου, τώρα, που σ’ αγαπάω δυο φορές περισσότερο. Δεν μου λες… σου άρεσαν αυτές οι κούκλες που είδες στο δωμάτιο?»
«Πολύ, αλλά είναι γυαλένιες και σπάνε. Καθόλου δεν τις ακούμπησα»
«Αν μου υποσχεθείς πως θα την προσέχεις, θα σε αφήσω να διαλέξεις μια τέτοια πορσελάνινη κούκλα και να την πάρεις στο δωμάτιό σου».

Κι εγώ διάλεξα αυτή που βλέπετε στη φωτογραφία.

Μικρές αγγελίες, ιδιαίτερα σημαίνουσες

Δημοσιεύθηκε στο The Bag Of Posts by Nina C στο Ιούλιος 28th, 2006


ZHTOYNTAI

1. ΥΠΟΜΟΝΗ: Η δική μας εξαντλήθηκε. Δεχόμεθα και μεταχειρισμένη.
2. ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ: Το ποτήρι μας είναι μισοάδειο. Καιρό τώρα.
3. ΜΕΤΡΟ: Χάθηκε από όλους και από όλα. Ο ευρών αμοιφθήσεται.
4. ΕΛΠΙΔΑ: Την έψαχνε και ο Αντώνης Σαμαράκης, χρόνια πριν. Παραμένει άφαντη.
5. ΑΓΑΠΗ: Πληρώνουμε όσο-όσο.

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ

1. ΝΕΥΡΑ: Σε κρόσια και κουρέλια. Όλα τα χρώματα.
2. ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ: Παντός είδους και παντός καιρού. All time classic, a “must” for you to have.
3. ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ: Πλήρης, καινουργής, με οδηγίες χρήσεως.
4. ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ: Αχρησιμοποίητη, στο κουτί της.
5. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ: Δεν χρησιμεύουν σε τίποτα, αλλά κρατούν καλή συντροφιά τα κρύα βράδια του χειμώνα.

ΧΑΡΙΖΟΝΤΑΙ

ΣΤΟΡΓΗ, ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ, ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ, ΦΙΛΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΕΡΩΤΑΣ, ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ, ΕΚΤΙΜΗΣΗ, ΠΑΡΑΔΟΧΗ, ΘΑΥΜΑΣΜΟΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ,ΑΓΓΑΛΙΤΣΕΣ ΚΑΙ ΧΑΔΙΑ.
Όλα μαζί ή μεμονωμένα. Πληροφορίαι εντός, οποιαδήποτε ώρα ημέρας ή νύχτας.

Υ.Γ. Πριν λίγο διαπίστωσα ότι χτες η Charlie Alexandra ανέβασε τις Μικρές (καλοκαιρινές) αγγελίες της ΕΔΩ. Great minds think alike (…and fools never differ :ppp)

Trivial Pursuit και τα χάπια μου

Δημοσιεύθηκε στο Memories Family And Friends, Only When I Laugh by Nina C στο Ιούλιος 27th, 2006


Η μία μου κόρη, ο καλός της και η κολλητή της (φοιτητές ΑΕΙ και οι τρεις), ήρθαν επίσκεψη στην Επίδαυρο. Αυτό, εκτός του ότι με υποχρεώνει να τους μαγειρεύω δύσκολα φαγητά (όπως μακαρονάδες, αυγά με πατάτες, μπριζόλες κ.λ.π.), με αναγκάζει να παρευρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί τους όταν παίζουν Trivial, όπως απόψε καλή ώρα.

Καθόμουν με το βιβλίο μου και το λαπτοπάκι μου στο μεγάλο μπαλκόνι και ανέπτυσσα το πνεύμα μου, όταν μου κουβαλήθηκαν και οι τρεις με το Trivial ανά χείρας.

Μεταξύ άλλων, τα μικρά και χαριτωμένα αυτάκια μου άκουσαν και την εξής στιχομυθία:

Κολλητή (ρωτάει τη δικιά μου): Ποιος είναι ο συγγραφέας των βιβλίων Plexus, Nexus και Sexus? ΕΣΥ ΜΗ ΜΙΛΗΣΕΙΣ!!!!! (αυτό απευθύνεται σ’ εμένα).

Η δικιά μου: Τι είναι αυτά? Μαγικά? Σαν Hocus Pocus ακούγονται.

Κολλητή: Άντε, επειδή είναι δύσκολο θα σε βοηθήσω. Υπάρχει και τυρί τέτοιο… Το διαφημίζουν κιόλας…

Η δικιά μου: Μίλνερ!!!!

Κολλητή: Βγάλε το ν.

Η δικιά μου: ΜίΝερ!!

Κολλητή: Το Ν λέμε!

Η δικιά μου: ΜίΛερ!!

Κολλητή: ΣΩΣΤΟ!

Ο καλός της: Αδικία, δεν παίζω! Της το έδωσες! Μωρό μου, σου το έδωσε!!!

Κολλητή: Ε, δικαίως! Δεν είπε Γκούντα!!!

Μετά από αυτό, εγώ χαπακώθηκα και έκοψα τις φλέβες του αριστερού μου χεριού.
Σας γράφω με το δεξί.
Μόνο.

Μέσα από πόνο τα τραγούδια βγαίνουν

Δημοσιεύθηκε στο Exercises by Nina C στο Ιούλιος 27th, 2006


Ο Θοδωρής καθόταν σε μια πολυθρόνα σκηνοθέτη πίσω από τη σκηνή. Στο λιγοστό φως διάβαζε μια, ακόμα, κριτική για το τελευταίο cd με τα τραγούδια της Μαρίας. Διθυραμβική, όπως και οι υπόλοιπες εξάλλου. Πραγματικά, η δουλειά της ήταν εξαιρετική, αυτό ήταν το πιο μεστό, το πιο ολοκληρωμένο της έργο. Τα έντυπα την αποθέωναν, οι συνάδελφοι φθονούσαν την επιτυχία της, οι προτάσεις για δουλειά το χειμώνα έπεφταν βροχή. Δεν είχε παρά να διαλέξει την καλύτερη. Τουλάχιστον αυτό θα έκανε ο οποιοσδήποτε στη θέση της. Όχι εκείνη, όμως. Εκείνη θα διάλεγε με κριτήριο το χώρο. Αγαπούσε τους μικρούς, ζεστούς χώρους, χωρίς υπερυψωμένο πάλκο. Ήθελε να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό της.

Πάνω στη σκηνή η Μαρία τραγουδούσε. Μόνο η φωνή της ανέβαινε στη νύχτα, το κατάμεστο στάδιο άκουγε μαγεμένο. Ο Θοδωρής είχε πολύ απορήσει με την τελευταία της δουλειά. 15 κομμάτια, το ένα καλύτερο από το άλλο, σε δικούς της στίχους και μουσική. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Το τελευταίο διάστημα ήταν υπερπαραγωγική. Εμφανίστηκε στην Εταιρία με τουλάχιστον 70 τραγούδια, υλικό για 5 και βάλε cd. Και δεν ήξεραν ποιο να πρωτοδιαλέξουν.

Ο Θοδωρής είχε πολύ απορήσει. Ζώντας κοντά της από τότε που γεννήθηκαν, πρωτοξάδερφος και μάνατζερ αργότερα, την ήξερε καλύτερα από τον καθένα, καλύτερα κι από τον ίδιο της τον εαυτό, όπως πίστευε. Και ο Θοδωρής ήξερε, πως το τελευταίο διάστημα η Μαρία δεν ήταν καλά. Τα προσωπικά της είχαν ναυαγήσει σε τρικυμισμένη θάλασσα. Ο χωρισμός της απ’ το Σωτήρη της είχε κοστίσει πολύ. Οι λειψές εξηγήσεις, κυρίως, τα μασημένα λόγια, οι κούφιες δικαιολογίες. Πόσο είχε θυμώσει ο Θοδωρής! Την έβλεπε να βυθίζεται στην απελπισία και γινόταν έξαλλος. Την έβλεπε να κάθεται ώρες, μέρες, νύχτες ολόκληρες στο πιάνο, με χαρτί και μολύβι, και να συνθέτει, να γράφει, να συνθέτει, να γράφει, να συνθέτει, να γράφει…..

Όλες του οι προσπάθειες να την ξεκουνήσει έπεφταν στο κενό. Αρνιόταν να ντυθεί για να βγούν, έτρωγε ελάχιστα, δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα φίλων και γνωστών. Με το έτσι θέλω ο Θοδωρής εγκαταστάθηκε σπίτι της για να την προσέχει. Ευτυχώς, με τον ερχομό του καλοκαιριού άρχισαν και οι προγραμματισμένες της συναυλίες και έτσι τα πράγματα, επιφανειακά τουλάχιστον, είχαν καλυτερέψει. Αναγκάστηκε να βγει, να έρθει σε επαφή με άλλους ανθρώπους, να πει τη γνώμη της για πράγματα. Το πρόγραμμά της ήταν φορτωμένο: συναυλίες σε όλους τους σχετικούς χώρους της Αθήνας και των γύρω Δήμων, καμιά δεκαριά στην ηπειρωτική επαρχία, άλλες τόσες στα νησιά. Μέχρι τον Σεπτέμβρη θα ήταν απασχολημένη, μετά θα έπρεπε να αποφασίσει για τις χειμωνιάτικες εμφανίσεις. Ο Θοδωρής αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη για το φορτωμένο της πρόγραμμα.

Το στάδιο ξέσπασε σε χειροκροτήματα και επευφημίες. Το πρώτο μέρος της συναυλίας είχε τελειώσει. Η Μαρία κατέβηκε από τη σκηνή και πήγε κοντά του. Τη φίλησε στο μάγουλο: «ήσουν υπέροχη, καλή μου», της είπε. Εκείνη του χαμογέλασε και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα του. Άναψε τσιγάρο, ήπιε λίγο νερό. Μια όμορφη, νεαρή κοπέλα πλησίασε. «Κυρία Λάμπρου», της είπε, «θα μπορούσα να σας απασχολήσω για λίγο?» Ήταν μια νεαρή δημοσιογράφος του περιοδικού «Μελωδοί και Μελωδίες», ενός αμιγώς μουσικού περιοδικού, με ιδιαίτερη έμφαση στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Η Μαρία ήταν από τις αγαπημένες του τραγουδοποιούς.

Η κοπέλα τράβηξε μια πλαστική, άσπρη πολυθρόνα και κάθισε απέναντί της. Η συνέντευξη άρχισε. Χρησιμοποιούσε ένα από αυτά τα δημοσιογραφικά κασετοφωνάκια. Της έκανε τα αναμενόμενα κομπλιμέντα για την καινούργια της δουλειά και η συζήτηση κυλούσε αβίαστα. Οι ερωτήσεις της ήταν ευφάνταστες και πρωτότυπες, ξέφευγαν από τις τετριμμένες δημοσιογραφικές. Κάποια στιγμή, η μικρή κλείνει το κασετόφωνό της και το βάζει στην τσάντα της λέγοντας «έχω ό,τι μου χρειάζεται για τη συνέντευξη». Αντί να σηκωθεί για να φύγει όμως, κοίταξε τη Μαρία στα μάτια, και της είπε:

«Εγώ, σήμερα, πάνω σ’ εκείνη τη σκηνή, είδα μια σπαραγμένη γυναίκα. Πως το κάνετε αυτό? Πως μπορείτε να γράφετε και να τραγουδάτε αριστουργήματα μέσα από αυτή τη συντριβή που διαβάζω στο βλέμμα σας? Τα ρούχα σας, μόνο, ταιριάζουν με την εικόνα σας: μαύρα, πένθιμα…»

«Μα πενθώ, ξέρετε… Και κάνω το κοινό μου κοινωνό του πένθους μου. Πως αλλιώς θα μπορούσα να ήμουν ντυμένη? Όσο για το πώς γίνεται να φτιάχνεις τραγούδια μέσα από το γκρέμισμά σου, θα σας πω ένα μυστικό: Μέσα από πόνο τα τραγούδια βγαίνουν. Δεν υπάρχουν χαρούμενα τραγούδια, ξέρετε. Κι αυτά που μοιάζουν αισιόδοξα και χαρούμενα, έχουν λύπη πίσω τους και μπρος τους. Το τραγούδι είναι παρηγοριά και βάλσαμο, είναι συντροφιά και θαλπωρή, είναι κλάμα ανακουφιστικό και ξόδεμα. Γι αυτό μιλάνε στις καρδιές μας.»

Η Μαρία σηκώθηκε. Έδωσε το χέρι της στην κοπέλα, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της είπε: «Μέσα από πόνο τα τραγούδια βγαίνουν».

Και ανέβηκε στη σκηνή να πάρει κεφάλια…